Τὸ σύνδρομον τοῦ Μιαούλη

Τὸ σύνδρομον τοῦ ΜιαούληΚαθώς άρχιζε το 1822, η Υψηλή Πύλη, δηλαδή η οθωμανική κυβέρνηση, πήρε απόφαση καταλυτικής σημασίας: ο τουρκικός στόλος θα έβγαινε από τα Στενά προτού έλθει η άνοιξη. Ως τότε, πράγματι, τα πλοία του σουλτάνου, ακολουθώντας πρακτική πανάρχαιη στα νερά της Μεσογείου, απέφευγαν όχι μόνο τις πολεμικές επιχειρήσεις μα και τα ταξίδια, ενόσω κρατούσαν οι κακοκαιρίες. Εξαιτίας όμως της πτώσεως της Τριπόλεως και, στην συνέχεια, του Κάστρου της Κορίνθου στα χέρια των επαναστατημένων Ελλήνων διαμορφωνόταν στην Πελοπόννησο κατάσταση ιδιαίτερα απειλητική όσον αφορά στην διατήρηση της οθωμανικής κυριαρχίας στον ελλαδικό χώρο.

Ως την εποχή εκείνη τα ελληνικά καράβια περιορίζονταν στην εφαρμογή της «τακτικής του υποδεεστέρου». Όσο και αν αυτό ηχεί παράδοξο, το τουρκικό ναυτικό υπήρξε από τα πρώτα που έσπευσαν να εκσυγχρονισθούν στις αρχές του 18ου αι., εγκαταλείποντας τα κουπιά και υιοθετώντας την πλήρη ιστιοφορία. Επιπλέον η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε νικήσει την Βενετία, δύναμη ναυτική, και την είχε εκδιώξει από την νοτιοανατολική εσχατιά της Χερσονήσου του Αίμου. Τον τουρκικό στόλο αποτελούσαν πλοία μεγάλα, της γραμμής, τα περίφημα ντελίνια, και φρεγάτες. Όταν έβγαινε στο πέλαγος, το θέαμα ήταν φοβερό: έμοιαζε με κινητό δάσος που έκλεινε τον ορίζοντα.

Τι μπορούσαν να κάνουν τα καραβάκια των Ελλήνων σε αυτούς τους ελέφαντες, όπως προσφυώς αποκαλούσαν οι Φιλικοί τους πλωτούς κολοσσούς των Οθωμανών; Τα ελληνικά πλοία, κυρίως εκείνα της Υδρας και των Σπετσών, ήταν σιτοκάραβα, εμπορικά δηλαδή ειδικευμένα στην μεταφορά δημητριακών. Φαίνεται πως, σιωπηρά, ο χώρος εμπορικής δραστηριότητας είχε μοιρασθεί από τους ιθύνοντες των δύο νησιών: οι Σπετσιώτες είχαν την διακίνηση των δημητριακών από τα παράλια της Μαύρης Θαλάσσης προς την Κωνσταντινούπολη και το Αιγαίο, ενώ οι Υδραίοι επικρατούσαν στην Δυτική Μεσόγειο. Τα καράβια τους, τα πασίγνωστα μπρίκια, πρόγονοι κατά πάσα πιθανότητα των αγγλικών clippers, είχαν κανόνια ­ αρκετά για την αντιμετώπιση πειρατών μα λίγα όσον αφορά στην διεξαγωγή συγκρούσεων με στόλο θαλάσσιας δυνάμεως. Επιπλέον η διαβίωση σε αυτά δεν διέπετο από πειθαρχικούς κανόνες  αντίθετα με την σκληρή, σιδερένια σχεδόν πειθαρχία που επικρατούσε στο βρετανικό ναυτικό, π.χ., στα ελληνικά πλοία σπανίως εδίσοντο εντολές: ο κάθε ναύτης από μόνος του ανςλάμβανε να καλύψει ανάγκες και απαιτήσεις «της στιγμής», γνωρίζοντας πολύ καλά ότι το αποτέλεσμα της ενεργείας του θα εκρίνονο από το σύνολο σχεδόν των συντρόφων του. Με άλλα λόγια, όλοι όσοι ζούσαν στο καράβι συγκροτούσαν κοινότητα, στα πλαίσια της οποίας ο καπετάνιος δεν ήταν παρά primus inter pares (πρώτος μεταξύ ίσων).

Το σύστημα αυτό λειτουργούσε θαυμάσια κατά την εξέλιξη επιχειρήσεων εμπορίου ή και λαθρεμπορίου, μα ήταν δυνατόν να αποδειχθεί μοιραίο σε σύρραξη με στόλο τακτικώς οργανωμένο. Πράγματι, αν λόγω της ανισότητας των δυνάμεων, το αίσθημα της κοινότητας των συντροφοναυτών δεν εκδηλώνετο ως φιλοτιμία μα ως αποκαρδίωση, πώς θα μπορούσε να επιβληθεί ο κυβερνήτης του σκάφους και, ακόμη περισσότερο, ο ναύαρχος; Τα πυρπολικά, αρχαίο ελληνικό εφεύρημα, που κατά το δεύτερο μισό του 18ου αι. χρησιμοποίησαν με θεαματικά αποτελέσματα και οι Ρώσσοι, προσέφεραν λύση που όμως δεν μπορούσε να θεωρηθεί ικανοποιητική σε κάθε περίσταση. Οι Τούρκοι εφοβούντο την φωτιά πολύ περισσότερο από τους Έλληνες, αλλά ακόμη και την μοναδική ναυτική δεξιοτεχνία των τελευταίων, οι οποίοι δεν περίμεναν να φέρει ο άνεμος το μπουρλότο δίπλα στο πλοίο που έπρεπε να καεί αλλά το οδηγούσαν οι ίδιοι, καθιστούσε το πυρπολικό όπλο ακαταμάχητο. Ήταν όμως δυνατόν να χρησιμοποιούν οι Έλληνες παντού και πάντοτε μπουρλότα;

Όχι βέβαια. Και το πρόβλημα παρουσιάστηκε σε όλο του το μέγεθος τον Φεβρουάριο του 1822. Ως τότε, ο ελληνικός στόλος, άμα δεν είχε πυρπολικά, παρακολουθούσε από μακρυά τον τουρκικό και, αφήνοντας σε αυτόν την πρωτοβουλία των κινήσεων, περίμενε να κτυπηθεί. Ο Μιαούλης που περίπου τότε είχε αναγνωρισθεί «αρχιναύαρχος» των ελληνικών δυνάμεων στην θάλασσα πήρε την απόφαση να αλλάξει την κατάσταση: είχε γνωρίσει από κοντά τον Νέλσονα, την εντυπωσιακότερη ίσως μορφή των αρχών του 19ου αι., και είχε ενστερνιστεί τα δόγματα που διείπαν την σκέψη εκείνου του μεγάλου ναυτικού. Οι Έλληνες έπρεπε πράγματι να καταλάβουν πως αν δεν κτυπούσαν πρώτοι τους Τούρκους στην θάλασσα χωρίς να δίνουν μεγάλη σημασία σε καιρικές συνθήκες και αναλογίες δυνάμεων ο πόλεμος ήταν εξαρχής χαμένος.

Η κρίσιμη ναυμαχία, καμπή στην εξέλιξη της όλης συρράξεως, έγινε στις 20 Φεβρουαρίου 1822, στα νερά της Πάτρας. Ο Μιαούλης όρμησε κατά του τουρκικού στόλου γύρω στην μία μετά το μεσημέρι. Καθώς πλησίαζε στα εχθρικά καράβια, αληθινή πλωτή πόλη, συνειδητοποίησε ότι έμενε μόνος: μουδιασμένοι οι άλλοι κυβερνήτες κινούσαν εκουσίως αργά τα πλοία τους και έμεναν πίσω. Τι έπρεπε να γίνει; Να ματαιωθεί η σύγκρουση; Αυτό τουλάχιστον υπαγόρευε η λογική…

… Αλλά δεν το ήθελε ο Έλληνας ναύαρχος. Συνέχισε να πλέει μόνος του ενάντια στον στόλο των Οθωμανών. Καθόταν κοντά στο τιμόνι, έδινε οδηγίες και παρατηρούσε ατάραχος τις οβίδες που έπεφταν τριγύρω. Κάποια στιγμή ο τιμονιέρης συνειδητοποίησε τι γινότανΩ. Τότε δειλίασε και άρχισε να κάνει πως δεν άκουγε ό,τι του έλεγε ο ναύαρχος. Αυτός αμέσως κατάλαβε ­ και χωρίς να πει λέξη πήρε το τρομπόνι που είχε γεμάτο πλάι του, κράτησε την σκανδάλη και έστρεψε την κάννη στο κεφάλι του τιμονιέρη. Και αυτός με την σειρά του κατάλαβε αστραπιαία: ο θάνατος από το χέρι του Μιαούλη ήταν σχεδόν βέβαιος αλλά από τα τουρκικά κανόνια όχι και τόσο.

Την συνέχεια όλοι την ξέρουν: το πλοίο του Έλληνος ναυάρχου έπεσε επάνω στα τουρκικά και άρχισε να πολεμά. Μετά φιλοτιμήθηκαν οι υπόλοιποι κυβερνήτες, η σύγκρουση γενικεύθηκε και τελικά ο ελληνικός στόλος είχε την πρώτη του επιτυχία σε ναυμαχία κανονική, εκ παρατάξεως, κατά του οθωμανικού. Και βέβαια η νίκη ουσιαστικώς οφείλετο προσωπικώς στον Μιαούλη ­ και στο τρομπόνι του.

Ως γνωστόν, λίγους μήνες αργότερα, τον Ιούνιο, ο Κανάρης τίναξε στον αέρα την τουρκική καπιτάνα στα νερά της Χίου. Η αναμέτρηση είχε ολοκληρωθεί… Επήραμεν τον σφυγμόν των ­ έγραψαν τότε περίπου οι Ψαριανοί στους Σπετσιώτες εννοώντας τους Οθωμανούς στην θάλασσα ­ και εκαταλάβαμεν την αδυναμίαν και χαυνότητα που έχουν… Το ελληνικό Ναυτικό επιβεβαίωνε την φήμη του ως αήττητου…

… Η οποία κατεδείχθη ξανά στις αρχές Δεκεμβρίου 1912. Τότε, στην ναυμαχία της Έλλης, αντίθετα με ό,τι πιστεύεται γενικώς, δεν πολέμησε κατά του τουρκικού στόλου ο ελληνικός μα ο «Αβέρωφ» μόνος του. Τα πλοία των Τούρκων, πράγματι, ήταν περισσότερα, καλλίτερα και με μεγαλύτερη δύναμη πυρός από τα ελληνικά. Το πώς έγινε αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Όπως και να είναι, πάντως, οι Έλληνες μόνο αξιόλογο πλοίο είχαν τον «Αβέρωφ», επάνω στο οποίο ναύαρχος ευρίσκετο ο Παύλος Κουντουριώτης, τύπος ο οποίος ερχόταν κατευθείαν από το ’21. Αυτός αναμέτρησε την κατάσταση και κατάλαβε πως μόνο επανάληψη του εγχειρήματος που πριν από 90 χρόνια είχε επιτύχει ο Μιαούλης έξω από την Πάτρα μπορούσε να σώσει την κατάσταση. Όρμησε λοιπόν μόνος του κατά του τουρκικού στόλου… και τα κατάφερε!

Και τα κατάφερε όχι μόνο γιατί ήταν γενναίος μα επειδή οι Τούρκοι είχαν λόγω των γεγονότων του 1822 ένα «σύνδρομο» στην θάλασσα που θα μπορούσε να ονομασθεί «σύνδρομο του Μιαούλη» ή σύνδρομο γενικώς. Αυτό το είχαν ως το 1974 τουλάχιστον και, παρά τα διάφορα που λέγονται, αποτελεί την αποτελεσματικότερη ασπίδα της χώρας μας προς Ανατολάς. Διερωτάται όμως κάποιος: μήπως αυτό το σύνδρομο έχει αρχίσει να εξαλείφεται; Μήπως, με άλλα λόγια, οι Τούρκοι έχουν αρχίσει να εξοικειώνονται με την θάλασσα; Και, αν ολοκληρωθεί αυτή η εξοικείωση, ποιος θα σώσει την Ελλάδα;

βῆμα

Ὁ Δημήτρης Μιχαλόπουλος, ἱστορικός, τότε ἦταν διευθυντὴς τοῦ Μουσείου τῆς Πόλεως τῶν Ἀθηνῶν.

εἰκόνα

(Visited 187 times, 1 visits today)




Leave a Reply