Ὑπηρέτες μίας παγκοσμίου καὶ σκιώδους «ἐλίτ»

Ἔλαβα πρὸ καιροῦ τὸ μήνυμα ποὺ ἀκολουθεῖ καὶ τοῦ ὁποίου ὁ συγγραφέας του ἐπιθυμεῖ νὰ παραμείνῃ ἄγνωστος.
Τὸ παραθέτω μὲ κάθε ἐπιφύλαξη γιὰ τὴν ἐξιστόρηση καὶ τὴν ἱστορικὴ ἀλήθεια.

«Ὁ πιλότος τῆς Panamerican, μᾶς ἐπληροφόρησε ὅτι ἔπρεπε νὰ δέσουμε τὶς ζῶνες μας, καθὼς σὲ λίγα λεπτὰ θὰ προσγειωνόμασταν στὸ aeropuerto internacional de Pudahuel.

Ἔσβησα τὸ τσιγάρο μου, κάπνιζα τότε Marlboro κόκκινα, καὶ κύτταξα τὸ ῥολόι μου: ἦταν 6:00 ἡ ὥρα τὸ ἀπόγευμα τῆς 9ης Σεπτεμβρίου τοῦ 1973.

Ὁ πρώιμος ἀνοιξιάτικος ἥλιος ἔδυε στὸν Εἰρηνικὸ παίζοντας μὲ τὰ ὑπέροχα χρώματα τῆς Χιλῆς, ποὺ τόσο ὀμορφα ἀνεδύοντο τὴν ἄνοιξη.

Τὸ μέρος ἦταν γνώριμο. Εἶχα περάση ἄλλες τρεῖς (3) φορὲς στὰ τέλη τοῦ 60.

Περίμενα ὑπομονετικὰ γιὰ νὰ πάρω τὴν βαλίτσα μου καὶ προχώρησα πρὸς τὴν ἔξοδο. Ἔβγαλα τὸ ἑλληνικό μοῦ διαβατήριο ἐκδόσεως 1970 ὅπου φαινόταν ἀκόμη τὸ «βασίλειον τῆς Ἑλλάδος», μιᾶς καὶ ἡ καθεστωτικὴ ἀλλαγὴ τοῦ Ἰουνίου δὲν ἄγγιζε τὴν ἐγκυρότητά του.
Πάντα ὅταν ταξείδευα στὴν Λατινικὴ Ἀμερικὴ χρησιμοποιοῦσα τὸ ἑλληνικὸ διαβατήριο κι ὄχι τὸ ἀμερικανικό, γιὰ εὐνοήτους λόγους.

Πῆρα τὸ πρῶτο ταξὶ καὶ τοῦ εἶπα, μὲ σπαστὰ ἱσπανικά, νὰ μὲ πάῃ στὸ Matildas, ἕνα κόζυ μικρὸ ξενοδοχεῖο στὸ κέντρο.
Ἔφθασα καί, ἀφοῦ ἔκανα ἕνα ξύρισμα κόντρα, κατέβηκα στὰ μπὰρ νὰ πιῶ κάτι.

Δὲν ἐπρόλαβα νὰ παραγγείλω μίαν κόκα κόλα μὲ πάγο καὶ κάποιος κύριος, βορειο-εὐρωπαϊκοῦ γονιδιακοῦ ἀποτυπώματος, μὲ πλησίασε, μοῦ συστήθηκε σὰν ταγματάρχης Ὀφενχάους. Ἡ γερμανική του καταγωγὴ ἦταν ἐμφανής, ἂν καὶ τὰ ἀγγλικά του εἶχαν ἐκείνην τὴν ἠχητική, ποὺ σὲ κάνουν νὰ μαντεύῃς τὸ ἐὰν πρόκειται γιὰ Ἀργεντινὸ ἡ Χιλιανὸ ἤ, ἐν πάσῃ περιπτώσει, Οὐρουγουανὸ ὑπήκοο.

Μοῦ εἶπε ὅτι ὁ ἀρχηγὸς μᾶς περιμένει.

Ἐπιβιβασθήκαμε στὸ αὐτοκίνητό του, μίαν παλαιὰ κάντιλακ τοῦ 1961, πού μοῦ φάνηκε ὅτι καίει τόσο βενζίνη ὅσο καίει καὶ λάδια.

Πήραμε κατεύθυνση δυτικὴ πρὸς τὸ Βαλπαραΐσο καὶ μετὰ ἀπὸ μισὴ ὥρα περίπου βγήκαμε ἀπὸ τὸν ἐθνικὸ δρόμο καὶ κατευθυνθήκαμε πρὸς ἕναν λόφο ποὺ ἀντίκρυζε τὸν Εἰρηνικό.

Μᾶς ἄνοιξε τὴν μεγάλη πόρτα κάποιος μὲ πολιτικά, ἀλλὰ τὸ ἔμπειρο μάτι μου διέκρινε τὸ περίστροφο κάτω ἀπὸ τὴν ἀριστερή του μασχάλη.

Ἦταν ἕνα μεσοαστικὸ παραθεριστικὸ σπίτι, μὲ ἐξαίρετη θέα στὸν μικρὸ κόλπο τοῦ Βαλπαραΐσο.

Μπήκαμε μέσα καί, μετὰ ἀπὸ λίγο, ὁ στρατηγὸς μὲ τὸν ἀρχηγὸ τοῦ Ναυτικοῦ καὶ τῆς ἀεροπορίας, μὲ πολιτικὴ περιβολή, μπῆκαν στὸ σαλόνι.

Αὐτὸς λοιπὸν ἦταν ὁ ἀρχηγός, σκέφθηκα, καὶ μὲ ἐντυπωσίασαν τὰ γαλήνια γαλανὰ μάτια του.
Ἦταν φανερὸ ὅτι ἡ παρουσία του γέμιζε τὸ δωμάτιο. Ἡ κουβέντα ἔγινε κυρίως μὲ τοὺς ἀρχηγοὺς τῆς ἀεροπορίας καὶ τοῦ ναυτικοῦ καί, μόνον σὲ κάποιες λεπτομέρειες, ἐπενέβαινε ὁ στρατηγός.

Προσπαθοῦσαν ἐπίμονα νὰ μάθουν ἐὰν θὰ τοὺς στηρίξουμε.

Οἱ ὁδηγίες μου ἦσαν ξεκάθαρες… Ἐφ’  ὅσον ἐπικρατήσετε, θὰ σᾶς ἀναγνωρίσῃ τὸ Στέητ Ντηπάρτμεντ ἄμεσα. Ἄλλην βοήθεια, πέραν ἀπὸ τὶς ευχές μας (κατ’ ἰδίαν), δὲν μποροῦσαν νὰ ἐλπίζουν. Ἐξ ἄλλου, τοὺς εἶπα, ὅτι πιθανὴ στήριξις τῆς φάρμας θὰ θέση τὸ ἐγχείρημά τους σὲ κίνδυνο, μιᾶς καὶ ἤξερα τὸ τὶ θὰ ἀκολουθοῦσε ἀπὸ τὴν παγκόσμιο ἀριστέρά, μέσα στὶς προσεχεῖς ἡμέρες.

Ἡ κουβέντα συνεχίσθηκε μὲ λεπτομέρειες, τὶς ὁποῖες μοῦ ἐζήτησαν νὰ διαβιβάσω στὸ κέντρο.

Ἡ ὥρα εἶχε φθάση πλέον 4:00 τὸ πρωὶ τῆς 10ης Σεπτεμβριου καί, ἀφοῦ μὲ ἐνημέρωσαν ὅτι προχωροῦν τὴν ἑπομένη, εὐγενικά μοῦ ἐζήτησαν νὰ ἀποχωρήσω.

Ἔφθασα στὸ ξενοδοχεῖο στὶς 6:00 τὸ πρωὶ κι ἐζήτησα ἀπὸ τὴν ῥεσεψιὸν νὰ μοῦ πάρῃ στὸ τηλέφωνο ἕνα νούμερο στὸν Λίβανο.
Γιὰ λόγους μυστικότητος ἦταν καταγεγραμμένο σὰν ἀντιπροσωπεία μιᾶς ἑταιρείας, ποὺ ἐνασχολεῖτο μὲ ἰατρικὰ ἐργαλεῖα (νυστέρια καὶ τὰ τοιαῦτα).

Ἐνημέρωσα τὸν σύνδεσμο, λέγοντας, ὅτι αὔριο στὶς 9:00 τὸ πρωί, θὰ ὑπογράψουμε τὴν συμφωνία γιὰ τὴν ἀγορὰ ἰατρικῶν ἐργαλείων.

Ἔπεσα ἐξουθενωμένος γιὰ ὕπνο κι ἐξύπνησα ἀργὰ τὸ ἀπόγευμα.

Ντύθηκα καὶ βγῆκα μίαν βόλτα στὸ ἀνοιξιάτικο Σαντιάγκο, στὴν Πλατεία Ἀνεξαρτησίας καί, μπῆκα στὸ ἐστιατόριο «Ἀνεξαρτησία», ὅπου ἀπήλαυσα ἕνα ἐξαιρετικὸ ἀργεντίνικο φιλέτο κι ἕνα μπουκάλι κρασὶ γαλλικὸ (δὲν ἦσαν τότε ἀκόμη γνωστὰ τὰ χιλιανὰ κρασιά).

Περιδιάβηκα τοὺς δρόμους γύρω ἀπὸ τὴν πλατεία καί, κατὰ τὶς 11:00 τὸ βράδυ, ἐπέστρεψα στὸ ξενοδοχεῖο, ὅπου ἤπια τρία σκωτσέζικα οὐίσκι «βᾶτ 69»….

Ἔπεσα νεκρὸς γιὰ ἕπνο καί, πάλι, τὸ ἐπόμενο πρωί, ξύπνησα ἀπὸ ἐντόνους πυροβολισμούς, τρία (3) τετράγωνα παρακάτω, στὸ προεδρικὸ παλάτι καὶ ἀπὸ ἤχους ἐρπυστριῶν…

Στὶς 4:00 τὸ ἀπόγευμα ὅλα εἶχαν τελειώση. Ἡ Χιλὴ εἶχε ἀποφασίση νὰ γίνῃ ἕνα σοβαρό, εὐημερούν, ἔθνος στὸ δυτικὸ ἡμισφαίριο.

Τὰ ὑπόλοιπα δὲν ἔχουν κάποιαν ἀξία.
Τὸ ἀπόγευμα τῆς 12ης Σεπτεμβρίου ἡ British airways ἀπογειωνόταν γιὰ τὸ Λονδίνο.
Καθὼς ἔφευγε εὐχήθηκα στὸν Χιλιανὸ λαὸ κάθε εὐτυχία.
Ἐγώ, ἀπὸ μέρους μου, εἶχα κάνῃ τὸ καθῆκον μου.»

Τοῦ ἔγραψα, περίπου, αὐτό:

Νά ὑποθέσω πώς ἡ ἀνθρώπινος ζωή ἀποκτᾶ ἀξία μόνον ὅταν τήν ἀφαιρῇ ὁ Μαδοῦρο;
Νά ὑποθέσω ἐπίσης πώς τά φρικτά βασανιστήρια εἶναι ἀντικείμενον τῆς σκέψεώς μας, ὅταν γίνονται ἀπό ;στελέχη τῆς ΓΚΕΠΕΟΥ, τῆς
NKVD ἤ ἀπό τούς ἐρυθρούς Χμέρ;

Μοῦ ἀπήντησε, περίπου, πώς:

«…ὁ Ἀλλιέντε ἑτοίμαζε καινούργια Κούβα…

κι, ἐπίσης πώς:

«…στὴν πολιτικὴ ὅλοι κρινόμεθα ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος (ἀπὸ τὸν Θουκιδίδη τὸ ἔμαθε!)…»

Μαλαμούλης Δημήτριος

(Visited 263 times, 1 visits today)




Leave a Reply