Ὁ μισθοφόρος…

Ὁ μισθοφόρος...

Μπῆκα στὸν χῶρο τῆς προκαθορισμένης συναντήσεως καὶ τὸν εἶδα ἀραγμένο σὲ τρεῖς καρέκλες.

Σήκωσε τὸ κεφάλι του καὶ κυτταχθήκαμε. Τὰ μάτια του μεγάλα, μαῦρα, στεγνά… Κάρβουνα. Δύσκολα τὰ διακρίνεις μέσα ἀπὸ τὶς μαῦρες τρίχες ποὺ σκεπάζουν τὸ πρόσωπό του.

Ἀνατολίτης, ἀγριωπός, θρασύς, μὲ μιὰν ἀφύσικη γιὰ ἄνθρωπο ἀγένεια….
Ἅπλωσα πρῶτος τὸ χέρι, μὰ οὔτε ποὺ κίνησε τὸ βλέμμα νὰ τὸ κυττάξῃ….
Δίπλα του ἕνας μικρότερος, ἴσως καὶ ἀδελφός του, μὲ κυττοῦσε μὲ βλέμμα ποὺ σκοτώνει.
Γύρω στὰ 30 ὁ μεγάλος, περίπου στὰ 24 ὁ μικρός….

Ζοῦν 10 μῆνες στὴν χώρα μας καὶ ἤξεραν ἀρκετὰ νὰ συνεννοοῦνται…

Ἔμεινα σιωπηλὸς κι΄ ἔνοιωθα νὰ μὲ διαπερνᾷ ἕνα παγωμένο μαῦρο ποτάμι μέσα, κι΄ αἰσθανόμουν τὸν πνιγμό μου στὴν αἴθουσα.

Ῥώτησα τὸν μεγάλο πῶς εἶναι καὶ μὲ κύτταξε συνοφρυωμένος, ἐνῶ τὰ μεγάλα μαῦρα μάτια του γυάλιζαν παράξενα.

Μοῦ εἶπε πὼς μετάνιωσε ποὺ ἦλθε στὴν χώρα μου. Σχεδὸν ξόδεψε, ὅλα ὅσα μάζεψε στοὺς πολέμους τῆς Λιβύης, στὸ Ἰράκ, τὴν Ὑεμένη καὶ τὴν Συρία. Δὲν ἔχει πατρίδα, δὲν θέλει πατρίδα. Τὸ χρῆμα τοῦ λείπει.

Ἔχει καιρὸ ἀπὸ τότε ποὺ ἔσφαξε τὸν τελευταῖο ἄπιστο… Νοιώθει κουφός, ἀφοῦ δὲν ἀκούει βόμβες νὰ πέφτουν παντοῦ, οὔτε καὶ σφαῖρες νὰ σφυρίζουν καὶ νὰ βγαίνουν μὲ κρότους ἀπὸ τὸ ἀγαπημένο του καλάσνικοφ…

Δὲν πῆγε ποτέ του σχολεῖο… Ἤξερε ὅμως νὰ λύνῃ καὶ νὰ δένῃ τὸ καλάσνικοφ, μὲ δεμένα μάτια, σὲ πέντε λεπτά.
Δὲν θυμᾶται πόσες βόμβες εἶχε κατασκευάση μέχρι τώρα, οὔτε καὶ τὸν ἔνοιαζε σὲ ποιὲς λαϊκὲς ἀγορὲς τὶς ἔσκασε ἔτσι, γιὰ πλάκα. Οὔτε καὶ πόσα κεφάλια ἔκοψε θυμόταν. Τὸ μόνο ποὺ τὸν ἀπασχολοῦσε, ἦταν ὅτι τὸ δίκοπο ἤταν καιρὸ ἀγυάλιστο καὶ σὲ ἀπραξία, ἕτοιμο νὰ σκουριάσῃ.

Στὴν Συρία οἱ μάχες ἄρχισαν νὰ τελειώνουν καὶ δὲν νοιαζόταν κάποιος νὰ μαζέψῃ στρατό ξανὰ γιὰ Λιβύη ἢ γιὰ Ἰράκ, ἢ ἔστω γιὰ Ἀφγανιστάν. Κάποιοι, λέει, τοὺς ξεγέλασαν καὶ τοὺς ἐγκλώβισαν στὴν Ἑλλάδα, ἀφοῦ τοὺς ἔταξαν ὅτι θὰ τοὺς πήγαιναν στὴν Γερμανία νὰ γίνουν σπουδαῖοι καὶ τρανοί, στελεχώνοντας ἰδιωτικοὺς στρατούς.

Τὸν ἐρώτησα ἂν θέλῃ μία λεμονάδα… Αἷμα, μοῦ λέει, φρέσκο αἷμα ἔχεις;… Δῶσε μου μιὰ ἀπὸ τὶς τσοῦλες σας. Δῶσε μου ἕναν ἄπιστο ἀπὸ τὰ θρεφτάρια σας, νὰ τὰ κομματιάσω καὶ νὰ σκορπίσω στοὺς δρόμους τὰ κομμάτια τους.
Δῶσε μου αὐτοὺς ποὺ μὲ ἔφεραν ἐδῶ καὶ μὲ πούλησαν.

Τὸν ἐρώτησα γιὰ τοὺς σκοτωμούς. Γιὰ τὶς ἀπαγωγὲς καὶ τοὺς βιασμοὺς μικρῶν κοριτσιῶν. Ἕνα γαϊδοῦρι, ἔχει μεγαλυτέρα ἀξία ἀπὸ αὐτές, μοῦ λέει. Ἕνα φορτηγάκι, ἢ ἕνα καλάσνικοφ, ἔχει μεγαλυτέρα ἀξία ἀπὸ αυτές, συμπλήρωσε.

Μετά, ἄρχισε νὰ μοῦ ἐξιστορῇ, πῶς διέσκισε ὅλην τὴν Βόρειο Ἀφρική, τὴν Σαουδικὴ Ἀραβία καὶ τὸ Μπαχρέιν, ὅπου ἐκπαιδεύθηκε, πῶς διέσχισε τὸ Ἰράν, τὸ Ἰράκ, τὴν Συρία καὶ τὴν Τουρκία.
Ὅλους τοὺς τόπους τοὺς μίσησε καὶ τοὺς πότισε μὲ αἷμα. Δὲν τὸν ἐνδιέφερε ποτὲ ποιοὶ πλήρωναν. Ἡ μυρουδιὰ τοῦ αἵματος εἶχε μεγαλυτέρα γιὰ αὐτὸν σημασία. Τώρα ποὺ οἱ πόλεμοι φαίνονται νὰ τελειώνουν, αἰσθάνεται παγιδευμένος, χωρὶς πατρίδα καὶ δὲν ξέρει ποῦ πηγαίνει…. Ποτέ του δὲν ἤθελε νὰ ἔχῃ πατρίδα. Ἔμαθε ἀπὸ μικρός, νὰ τοῦ ἀνήκουν οἱ πάντες καὶ τὰ πάντα κάτω ἀπὸ τὸ ἔμπειρο καλάσνικοφ.

Τὴν θάλασσα τὴν εἶχε δῆ πολλὲς φορές, ἀλλὰ οὐδέποτε τὴν συνήθησε. Κάποτε, μεθυσμένος, ἄδειασε πέντε γεμιστῆρες ἐπάνω της, ἀλλὰ ἔμεινε ζωντανὴ κι ἀγριεμένη.

Τὴν Συρία δὲν θὰ τὴν ξεχάση ποτέ. Εἶχε τοὺς πιὸ ὄμορφους νεκρούς. Οἱ δρόμοι στὶς πόλεις μπορεὶ νὰ μὴν εἶχαν παρτέρια μὲ λουλούδια, εἶχαν ὅμως κάθε ἡμέρα νεκρούς… Πολλοὺς νεκρούς, ἄνδρες, γυναῖκες, παιδιά, μωρά…

Στὴν Ἑλλάδα, πέντε φορὲς πλήρωσε νὰ τὸν πᾷν στὴν Εἰδομένη καὶ πέντε φορὲς τὸν ἔφεραν πίσω, ἔξω ἀπὸ τὴν Ἀθήνα.
Ξύνει τὰ βρώμικα μαῦρα γένια του καὶ μὲ χαμόγελο γεμάτο μῖσος, λέει. «Πῆρα ἀπόφαση νὰ πώω καὶ νὰ πλουτίσω στὴν Γερμανία καὶ θὰ τὸ ἐπιτύχω ἢ θὰ πεθάνω. Εἶναι τὸ μόνο ποὺ μὲ πονᾶ. Ἂν δὲν τὸ καταφέρω, θὰ ντρέπομαι τὸν Ἀλλάχ, θὰ ντρέπομαι καὶ νὰ κυττάξω τὸν ἀδελφό μου στὰ μάτια».

—————————

Τὴν παραπάνω μυθοπλασία τὴν ἔγραψα, ὡς ἀπάντηση, λέξη πρὸς λέξη, σὲ πανηλίθια ἀντιστροφὴ – μυθοπλασία – προπαγάνδα τῶν δουλεμπόρων καὶ τῶν γερμανοφώνων χρηματοδοτῶν μισθοφορικῶν στρατῶν τῆς Μέσης Ἀνατολῆς.

Μπαρμπανῖκος

ἐπιμέλεια κειμένου Φιλονόη

(Visited 238 times, 1 visits today)




Leave a Reply