Ἀνεφώνησε ὁ φίλος Μῆτσος, πρὸ ἠμερῶν.
Γελοῦσα… Ὄχι διότι ἐπίστευσα ποτὲ πὼς ὑπῆρχε περίπτωσις νὰ εἶμαι (ἐν ἀγνοίᾳ μου!!!) προδότης, ἀλλὰ διότι, ὅσο κι ἐὰν ἤμουν βεβαία γιὰ τὶς ἐπιλογές μου, κάπου μέσα μου πονοῦσα γιὰ τὶς κουβέντες ποὺ μοῦ εἶπε.
Ἀφῆστε δὲ ποὺ παραλλήλως αἰσθανόμουν πὼς ἦταν ἄδικο νὰ χάσῳ κάποιους καλοὺς φίλους, ἐπεὶ δὴ ἀμφισβήτησα μερικοὺς κοινοὺς καραγκιόζηδες.
Ἀναφέρομαι σὲ ἕνα κείμενον ποὺ ἔγραψα πρὸ δύο ἐτῶν περίπου κι ἀφᾠροῦσε στὸν νεο-ἐθνο-«σωτῆρα» ἈρτεΜΑΚΗ.
Τί κι ἐάν ἐξηγοῦσα τότε στόν φίλο μου πώς «ἄλλο τό «θέλω μου» κι ἄλλη ἡ πραγματικότης»; Συνέχεια


Ἡ καλλίτερη ἀνάλυσις γιὰ ὅσα συμβαίνουν τὰ τελευταῖα χρόνια σὲ αὐτὴν τὴν χώρα θὰ ἔχει γίνει ὅταν ἡ ἀπάντησις στὰ ἐρωτήματα: γιατὶ ὁ Τσίπρας εἶπε αὐτὸ ποὺ εἶπε ἢ γιατὶ ὁ Σαμαρᾶς ἔκανε αὐτὸ ποὺ ἔκανε, δοθεῖ μὲ τὸ ἑξῆς ἁπλούστατο: ἐπειδὴ ἔτσι τοῦ ἦλθε ἐκείνη τὴν δεδομένη στιγμή. Τότε μᾶλλον θὰ ἀρχίσῃ καὶ ἡ χάραξις μιᾶς ἀποτελεσματικῆς στρατηγικῆς γιὰ τὴν ἀντιμετώπισι τῶν προβλημάτων.
Στὴν δεκαετία ’60 ὁ κόσμος ἔκανε ἐπαναστάσεις γιὰ νὰ ἔχῃ περισσότερες οἰκονομικὲς ἐλευθερίες σὲ μία ἐποχὴ κρατικοῦ σχεδιασμοῦ τῆς οἰκονομίας. Ὅμως τότε ὁ καθένας μποροῦσε νὰ λέγῃ καὶ νὰ γράφῃ καὶ νὰ δημιουργῇ ὅ,τι ἤθελε.
Ἡ δεκαετία τοῦ μεσοπολέμου χαρεκτηρίσθη γιὰ τὸ ρεῦμα τοῦ ἰδεαλισμοῦ παντοῦ στὴν Εὐρώπη.