Ἡ φοβερὴ πατρίδα μου

Ἄθλιος καιρὸς στὴ φοβερὴ πατρίδα μου
καὶ λίβας ἀνελέητος σκληρὸς τοῦ Ἰουλίου!

Τὴν πεθαμένη ταξιδεύαμε τὴ μάνα μας
μὲ τὸ βαγόνι τῆς γραμμῆς
κόσμος πολὺς μέσα στὸ διάδρομο καὶ ἡ ἀποθήκη του γεμάτη
μὲ μπαοῦλο, οἰκοσκευές,
καὶ ἀνάμεσά τους, στὰ ψηλά, τὸ φέρετρό της
ἔτσι καθὼς πηγαίναμε παλιὰ κουτί, στῶν συγγενῶν μας,
μὲ κοῦκλες, τὰ παιδιά. Συνέχεια

«Δὲν θὰ ἀφήσω τὸν φόβο νὰ μὲ κάνῃ σκλάβο…»

Φόβος…
Ἡ ἀπουσία, ἡ ἔλλειψις φωτός. Ἡ ἄγνοια… Τὸ σκότος…
Ὁ φόβος δημιουργεῖται ὅταν εἴμαστε ἡμιμαθεῖς… Ἤ ὅταν ἀντιλαμβανόμαστε πὼς μᾶς λείπουν πληροφορίες…
Ἤ ὅταν δὲν γνωρίζουμε ὅλες μας τὶς δυνατότητες…

Ὁ φόβος εἶναι ψευδαίσθησις.
Συνέχεια

Βαθειά, τὴ νύκτα

Βαθιά, τὴ νύκτα τὰ μεσάνυκτα,
μὲ τ᾿ ἀνοιχτὰ φτερὰ τοῦ ὀνείρου,
πετᾷ ἡ ψυχή μου, σκλάβα ἐλεύθερη,
στοὺς μυστικοὺς κόσμους τοῦ Ἀπείρου, Συνέχεια

Τό πιάτο μέ τά μακαρόνια

Εκείνη τη νύχτα, η Sue μάλωσε με τη μητέρα της και έφυγε από το σπίτι. Ενώ περιπλανιόταν στους δρόμους, θυμήθηκε ότι δεν είχε καθόλου χρήματα στην τσέπη της, ούτε ένα κέρμα για να τηλεφωνήσει στο σπίτι της.

Περνώντας από ένα κατάστημα που πουλούσε μαγειρεμένα νούντλς, μύρισε το ωραίο άρωμα τους και αμέσως συνειδητοποίησε ότι πεινούσε πολύ. Λαχτάρησε ένα μπολ με χυλοπίτες, αλλά δεν είχε χρήματα!

Ο ιδιοκτήτης του καταστήματος την είδε να στέκεται παραπέρα, χλωμή από την πείνα,  και την ρώτησε:

– Γεια σου κοριτσάκι, θα ήθελες να φας ένα μπολ με νούντλς; Συνέχεια

ᾨδὴ Δεκάτη. Ὁ Βωμὸς τῆς Πατρίδος

ᾨδὴ Δεκάτη. Ὁ Βωμὸς τῆς Πατρίδοςα΄

Τρέξατε ἀδέλφια, τρέξατε
ψυχαὶ θερμαί, γενναῖαι·
εἰς τὸν βωμὸν τριγύρω
τῆς πατρίδος ἀστράπτοντα
τρέξατε πάντες.

β´ Συνέχεια

Ὅταν εἶσαι σκυμμένος…

Καὶ προκυνημένος τὸ μόνον ποὺ μπορεῖς νὰ δῇς εἶναι τὸ χῶμα.
Ὅταν στέκεσαι ὄρθιος βλέπεις καὶ τὸ χῶμα καὶ ὅλα ὅσα εἶναι γύρω σου, ἀλλὰ κυρίως βλέπεις τὸν οὐρανό! Δῆλα δὴ βλέπεις ὅλα αὐτὰ ποὺ τὸ ὀπτικό σου πεδίον δύναται νὰ ἀντικρύσῃ, ἀλλὰ κυρίως τὸ πῶς θὰ εὕρῃς διεξόδους ἀπὸ τὸ ὅποιο τέλμα σου. (Δὲν ὑπάρχουν τέλματα. Ἔλλειψις ὁράσεως ὑπάρχει…)

Ἀπευθυνόμεθα σὲ κυβερνήσεις, «ἐκπροσώπους» καὶ ὑπαλλήλους τους, ποὺ τὸ μόνον γιὰ τὸ ὁποῖον διακρίνονται εἶναι τὸ προσκύνημα. Ἄτομα ποὺ δύνανται νὰ δοῦν μόνον τὸ χῶμα ποὺ πατοῦν καὶ τὰ Συνέχεια