
Μὲ ἀφορμὴ τὴν ὑπόθεση τῆς Ὄλγας Γεροβασίλη καὶ τὴν συμμετοχή της σὲ ἑταιρεία παροχῆς ὑπηρεσιῶν, πρὸς τὸ Δημόσιο, ἐπὶ σειρὰ ἐτῶν, παραλλήλως μὲ τὴν βουλευτική της ἰδιότητα, πρᾶγμα πού, θεωρητικῶς, ἀπαγορεύεται ἀπὸ τὸ Σύνταγμα, ποὺ ὁρίζει πώς:
Συνέχεια
Θυμάμαι (πρέπει νὰ ἦταν περὶ τὸ τέλος τοῦ 2010 ἢ ἀρχὲς τοῦ 2011), τὶς γεμάτες λυρισμὸ ἀναρτήσεις ποὺ ἐγράφοντο ἐδῶ μέσα, ἀπὸ ἐκπροσώπους τοῦ χώρου, πού, λίγο ἀργότερα ἄρχισε νὰ αὐτό-ἀποκαλεῖται «φιλο-εὐρωπαϊκὸ τόξο», γιὰ τὴν ἀνάγκη νὰ πληρώνουμε μὲ συνέπεια τοὺς φόρους μας, γιὰ νὰ σωθῇ ἡ πατρίς.Τὴν ἐποχὴ ἐκείνην εἶχε ἀρχίσει νὰ γίνεται συνείδησις τὸ «μαζὺ τὰ φάγαμε», μαζὺ μὲ τὴν πεποίθησι ὅτι αὐτὸ ποὺ μᾶς ᾡδήγησε στὴν κρίσι ἦταν κυρίως ἡ φοροδιαφυγὴ καὶ ἡ ἀπροθυμία μας νὰ εἴμαστε γενικῶς νομοταγεῖς κι ὄχι οἱ φαραωνικὲς δαπάνες τοῦ δημοσίου κι ὁ χωρὶς ὅριο ἐξωτερικὸς δανεισμὸς ποὺ τὶς ἐξυπηρετοῦσε.
