Παραλία Ἀττικῆς, ἕνα πρωϊνό Σαββάτου. Εἶμαι μὲ τὴν φίλη μου τὴν Βίκυ καὶ μίαν φίλη της. Ἐμπρός μας παίζουν μέσα στὸ νερό τρία παιδάκια ἡλικίας 6-11 ἐτῶν. Ξαφνικά, δίπλα μας σχεδόν, ἔρχεται μία παρέα ἀπὸ τρεῖς γυναῖκες, οἱ ὁποῖες στήνουν παντοῦ γύρω τους σύνεργα ψαρικῆς, καλάμια, δολώματα….
Τὰ παιδάκια δὲν εἶχαν ἀντιληφθεῖ κάτι κι ἐξακολουθοῦσαν τὸ παιχνίδι τους. Σὲ μίαν στιγμὴ ἡ Βίκυ πετάγεται ὡς ἐλατήριο καὶ σώζει κυριολεκτικῶς ἀπὸ τὸ ἀγκίστρι ἕνα παιδάκι. Πλησιάζω τίς «γειτόνισσες» καὶ τοὺς ἐξηγῶ πὼς ἀπαγορεύεται νὰ ψαρεύουν ἀνάμεσα στοὺς λουομένους. Οἱ δύο μαζεύονται ἀλλὰ ἠ τρίτη, ἡ ὁποία κατεῖχε δύο καλάμια μὲ βάσεις, ἀδιαφόρησε ἐν τελῶς.
Σὲ λίγο τὰ πιτσιρίκια, παρὰ τὶς προειδοποιήσεις τῆς φίλης μου, ξαναυρίσκονται ἀνάμεσα στὰ ἀγκίστρια, τὶς πετονιὲς καὶ τὴν ψαροῦ. Σηκώνω τὸ τηλέφωνο καὶ καλῶ τὸ λιμενικό.
Μετὰ ἀντιλαμβάνεστε τί ἔγινε.
Συνέχεια →