
Ἀκόμη δὲν εἶχαν σβήσει τὰ πρῶτα χαμόγελα τῆς ἄνοιξης. Ὁ Εὐθύφρων, ὄχι ὁ ἀρχαῖος μάντις καὶ μαθητὴς τοῦ Σωκράτη, παλαιὸς καὶ ὁμήλικος φίλος περιπατοῦσε στὸ ἀλσύλλιο τῆς γείτονας περιοχῆς, ἕν μέσῳ αὐτοφυῶν ἐαρινῶν ἀνθέων. Κρατοῦσε λευκὴ μαργαρίτα, τὴν ὅποια μαδοῦσε μετὰ προσοχῆς καὶ ὑποτονθόρυζε (= κρυφομουρμούριζε) μονοτόνως, ὅπως οἱ Ἰνδοὶ τὴ λέξη «όμ», «όμ», κάποιον ἀσαφῆ ρηματικὸ τύπο.
Πέρασε ἀπὸ τὸ μυαλό μου ἁμαρτωλὸς ὁ ὑποτοπασμὸς (ὑπόνοια): «Βρὲ μπάς: Καὶ σ’ αὐτὴ τὴν ἡλικίαν;». Ἀλλὰ κατὰ τὸ παροιμιακόν. «ὁ ἔρως χρόνια δὲν κυττᾶ». Συνέχεια




