
Ἡ θέα τῆς παραπάνω εἰκόνας μὲ …ἀπηλευθέρωσε!
Μὲ ἐμάγευσε!
Μὲ ἔκανε νὰ αἰσθανθῶ γιὰ μίαν ἀκόμη φορὰ πλήρης, ὡς ἄνθρωπος κι ὡς μέλος αὐτοῦ τοῦ πλανήτου!
Τὰ ἔχουμε ὅλα!
Εἴμαστε τὸ Ὅλον!
Εἴμαστε πανέτοιμοι!
Συνέχεια

Ἡ θέα τῆς παραπάνω εἰκόνας μὲ …ἀπηλευθέρωσε!
Μὲ ἐμάγευσε!
Μὲ ἔκανε νὰ αἰσθανθῶ γιὰ μίαν ἀκόμη φορὰ πλήρης, ὡς ἄνθρωπος κι ὡς μέλος αὐτοῦ τοῦ πλανήτου!
Τὰ ἔχουμε ὅλα!
Εἴμαστε τὸ Ὅλον!
Εἴμαστε πανέτοιμοι!
Συνέχεια
Το 1976, σε μια φυλακή της Ουρουγουάης οι πολιτικοί κρατούμενοι δεν μπορούν να μιλούν χωρίς άδεια, να σφυρίζουν, να χαμογελούν, να τραγουδούν, να βαδίζουν γρήγορα ή να χαιρετούν άλλον κρατούμενο.
Ούτε μπορούν να ζωγραφίζουν ή να λαμβάνουν ζωγραφιές με εγκύους γυναίκες, ζευγάρια, πεταλούδες, αστέρια ή πουλιά.
Ο Ντιντοσκό Πέρες, δάσκαλος, που βασανίστηκε και φυλακίστηκε επειδή είχε “ιδεολογικές ιδέες”, δέχεται μια Κυριακή επίσκεψη της κόρης του Μιλάι, πέντε ετών.
Το κορίτσι του φέρνει μια ζωγραφιά με πουλιά. Οι λογοκριτές τη σχίζουν στην είσοδο της φυλακής.
Την επόμενη Κυριακή, η Μιλάι του φέρνει μια ζωγραφιά με δέντρα. Τα δέντρα δεν απαγορεύονται και η Συνέχεια
Ἐδῶ καὶ μερικὲς ἡμέρες διαβάζω εὐχές, δέχομαι εὐχές, ἀκούω εὐχές. Ἀλλὰ δὲν ἀπαντῶ.
Φέρομαι ἀγενῶς… Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἔτσι…
Κουράστηκα. Δὲν ἔχουν νόημα ὅλα αὐτά. Δὲν ἐμπεριέχουν τὴν ἀλήθεια. Δὲν ἐκφράζουν αὐτὸ ποὺ αἰσθάνομαι, ἀλλὰ οὔτε αὐτὸ ποὺ πράγματι αἰσθάνονται οἱ γύρω μου. Λέμε ψέμματα ὁ ἕνας στὸν ἄλλον, μόνον καὶ μόνον γιὰ νὰ πείσουμε τοὺς ἑαυτούς μας, γιὰ κάτι ποὺ πρὸ πολλοῦ ἔχει τελειώσει.
Τί ἔχει τελειώσει;
Δὲν ἀναφέρομαι στὴν πίστι τοῦ κάθε ἑνὸς ἀπὸ ἐμᾶς.
Συνέχεια

Ὅλα τὰ εἴδη τῶν ἀνθρωπίνων συμπεριφορῶν εἶναι ἀπαραίτητα πρὸ κειμένου νὰ μὴ διαταράσσεται ἡ οἰκολογία τοῦ πνεύματος καὶ νὰ μπορῇ τὸ πνεῦμα νὰ ἐξελίσσεται.
Πῶς θὰ μπορούσαμε νὰ μάθουμε τὴν ἀγάπη ἂν δὲν ὑπῆρχαν ἐκεῖνοι ποὺ μᾶς κάνουν νὰ θυμώνουμε;
Πῶς θὰ μπορούσαμε νὰ μάθουμε νὰ συγχωροῦμε ἂν δὲν ὑπῆρχαν αὐτοί μας ἔχουν προδώσει;
Πῶς θὰ μπορούσαμε νὰ ἀνακαλύψουμε τήν δύναμί μας ἂν δὲν ὑπῆρχαν ἐκεῖνοι ποὺ μᾶς ὑποτιμοῦν; Συνέχεια
Οἱ εὐχὲς ποὺ δίδουν ἀναμεταξύ τους τὰ μέλη μιᾶς κοινωνίας, ἀπεικονίζουν καὶ τὶς Ἀξίες της.
Σὲ μιὰ μαλθακὴ κοινωνία μαλθακῶν ὑποκριτῶν, οἱ εὐχὲς περνοῦν κατ’ εὐθεῖαν στὸ «Καλὴ Ἀνάστασι»… ὅταν μιὰ κοινωνία Ἡρώων θὰ εὔχετο «Καλὴ Σταύρωσι». Συνέχεια