Ὅταν ἡ Λιάνα δὲν ἦταν ἀκόμη ..Σουλτάνα!!!

Ὅταν ἡ Λιάνα δὲν ἦταν ἀκόμη ..Σουλτάνα!!!6Ποῦ τό εἶχα πετύχῃ αὐτό τό κείμενον;
Ἤ δέν ἦταν κείμενον καί ἦταν διήγησις;
Θὰ σᾶς γελάσω…
Πάντως ἡ παρακάτω ἱστορία μοῦ εἶναι πολὺ γνωστή…
Νά μοῦ τήν μετέφερε κάποιος;
Δὲν θυμᾶμαι…
Σημασία ἔχει πὼς τότε, ποὺ ἡ Λιάνα δὲν ἦταν ἀκόμη …Σουλτάνα, τότε ποὺ ὁ λόγος ἦταν πιὸ καθαρός, πιὸ ἔντιμος… Τότε ποὺ δὲν εἶχε ἀνάγκη ἀπὸ προβολεῖς ἀλλὰ ἀπο φίλους, ποὺ θὰ τὴν ἐσέβοντο, ἦταν διαφορετικὰ τὰ πράγματα…
Πράγματι…

Τώρα;
Τώρα ἔχουμε κάποιο ἄτομο ποὺ μετὰ μανίας πασχίζει νὰ ξεκινήσῃ τὸν ἐμφύλιο…

Αντιμάμαλα

Λιάνα, η “επιταγή” σου έληξε και είναι ακάλυπτη…

Θυμάται και αποκαλύπτει ο Ιωσήφ Παπαδόπουλος.

Ὅταν ἡ Λιάνα δὲν ἦταν ἀκόμη ..Σουλτάνα!!!1Ηχούν ακόμη στ’ αυτιά μου τα λόγια της τότε εργοδότριάς μου, και άρτι εκλεγείσας βουλευτού, όταν της ζήτησα να δημοσιεύσει στο “Νέμεσις” μια  “επιταγή γνώμης” : “Θέλεις να δημοσιευτεί η επιστολή σου εν θερμώ;”, με ρώτησε. Και συνέχισε: “Αν επιμείνεις, εγώ θα την δημοσιεύσω. Έχω πολύ μεγαλύτερη γενναιότητα από όσο φαντάζεσαι. Δώσε μου όμως λίγο χρόνο να δεις ότι δεν μπήκα στην πολιτική γιατί έχω κάτι να κερδίσω. Να χάσω έχω μόνο. Δεν θέλω να σου ζητήσω τίποτε παραπάνω από το να μου δώσεις μια ευκαιρία!”. Αν και ένοιωθα να πυρπολούμαι τότε, από την συμπεριφορά τής εργοδότριάς μου και βουλευτού του Κ.Κ.Ε., της έδωσα την πίστωση χρόνου που μου ζήτησε, και με το παραπάνω. Εκείνη ήθελε να της δώσω, ενδεχομένως, πίστωση ενός, άντε δύο ετών. Της έδωσα πίστωση δεκατεσσάρων. Έτσι, για να μην πει ότι δεν είμαι “large”…

Αν με ρωτήσετε πάντως γιατί αποκαλύπτω τώρα εκείνη την “ασήμαντη” ιστορία, θα σας απαντήσω ότι, αφ’ ενός μεν δεν θέλω να την πάρω μαζί μου, αφ’ ετέρου δεν θέλω να πιστέψει η Λιάνα ότι με έπεισε ή, ακόμη χειρότερα, ότι με κορόϊδεψε. Ούτε όμως και να γίνω στα στερνά μου “ιστορικός” θέλω, όπως ο Χαρδαβέλλας, που έγραψε και βιβλίο, ο αθεόφοβος, με τίτλο “όσα δεν είπα και όσα δεν έγραψα”. Εμένα – το έχω ξαναπεί αυτό – με κτύπησε με το ραβδί της μια περίεργη μάγισσα, την ώρα που γεννήθηκα, και με καταράστηκε να μιλώ πάντα και να γράφω, όταν κατάλαβε πως θα  γινόμουν δημοσιογράφος. Ευτυχώς, γιατί παρέμεινα Δημοσιογράφος και, δυστυχώς, γιατί μπήκα στην απομόνωση και έμεινα χωρίς βήμα και απένταρος. Ακούστε όμως την μικρή και “ασήμαντη” ιστορία μου με την Λιάνα Κανέλλη…

Ο φίλος μου ο Αργύρης εργαζόταν στην “Αδράστεια“, εκείνη την εποχή, σαν παραγωγός διαφήμισης. Η “Αδράστεια” ήταν η εκδοτική εταιρεία που εξέδιδε το μηνιαίο περιοδικό της Λιάνας Κανέλλη. Άχαρη και δύσκολη η δουλειά του Αργύρη στο “Νέμεσις”, μα την αλήθεια. Είναι σαν να διορίζεσαι δασοφύλακας σε άδενδρο νησί των Κυκλάδων! Ποιος δηλαδή να διαφημιστεί σε ένα περιοδικό που διατηρεί την σοβαρότητα της ύλης του, δεν δημοσιεύει ένα γυμνό γυναικείο στήθος ή, έστω, κάποια οπίσθια, και δεν έχει και μια δόση κουτσομπολιού ή ένα στοιχειώδες life style; Ήταν κρίμα λοιπόν για τον Αργύρη, ο οποίος διέθετε το ταλέντο του πωλητή. Δεν άργησε βέβαια να μαζέψει τα κουβαδάκια του και να ψάξει για άλλη παραλία…

Ρε συ, μου λέει μια μέρα ο Αργύρης. Εσύ γράφεις καλά. Δεν στέλνεις ένα δείγμα γραφής στην Κανέλλη μπας και αρχίσεις να γράφεις στο περιοδικό; Νομίζω πως θα σου ταιριάζει και θα βγάλεις και ένα χαρτζηλίκι“.

Ὅταν ἡ Λιάνα δὲν ἦταν ἀκόμη ..Σουλτάνα!!!2Και έδωσα, πράγματι, ένα μικρό δείγμα γραφής στην “Αδράστεια”, γιατί πολύ κολακευόμουν στην ιδέα ότι θα μπορούσα να αρθρογραφώ στο έντυπο του δημοσιογραφικού μου ινδάλματος. Τα χρήματα τα είχα (τότε) σε δεύτερη μοίρα γιατί εξοικονομούσα τα προς το ζην από την ενασχόλησή μου με το εμπόριο. Γιατί έμπορος; θα ρωτήσετε, και δικαίως. Και επειδή “apres un pourquoi il y a toujours un parceque”, όπως λένε οι Γάλλοι, θα σας πω ότι αναγκάστηκα να ασχοληθώ με το εμπόριο (παρ’ όλο που δεν ήμουν γεννημένος γι’ αυτό) όταν διαπίστωσα πως το κλίμα στον χώρο των αναγνωρισμένων δημοσιογράφων-εντύπων-τηλεοπτικών σταθμών δεν με σήκωνε. Είχα, βλέπετε, ήδη αποκτήσει την πρώτη μου τραυματική εμπειρία από την σύντομη (ευτυχώς) συνεργασία μου με την εφημερίδα “Αυριανή”, όταν διευθυντής της ήταν ο Ντίνος Κουτσούμης (το 1981, επί πρωθυπουργίας Ράλλη ο Κουρής δεν είχε ακόμη επιστρέψει από την εξορία), τον ανεκδιήγητο τηλεοπτικό “Ταρζάν” (την εποχή που τα είχε βάλει με τους γιατρούς, κάπου γύρω στα 1993) και το εκδοτικό μπάχαλο των περιοδικών του ειδικού Τύπου. Τέλος πάντων, αρκετά για την ώρα. Νομίζω ότι απάντησα στην απορία σας γιατί ασχολήθηκα επαγγελματικά με το εμπόριο και όχι με την Δημοσιογραφία. Για μένα, άλλωστε, η Δημοσιογραφία ήταν ανέκαθεν λειτούργημα, και λειτούργημα θα παραμείνει, ανεξαρτήτως κόστους.

Το δείγμα γραφής μου έγινε αποδεκτό από την Λιάνα Κανέλλη, η οποία με κάλεσε στα γραφεία του περιοδικού για να με γνωρίσει. Από τότε άρχισε η συνεργασία μου μαζί της και η τακτική αρθρογραφία μου, σαν free lance δημοσιογράφος, στο περιοδικό “Νέμεσις”. Στη Λιάνα άρεσε, θυμάμαι, όχι μόνο ο τρόπος γραφής μου, αλλά και η ιδιαίτερη αγάπη που έτρεφα για το Αιγαίο και τα νησιά του. Κατέληξα, ως εκ τούτου, να είμαι ο “εντεταλμένος”, τρόπον τινά, δημοσιογράφος του περιοδικού στα ακριτικά και ξεχασμένα νησιά του ελληνικού Αρχιπελάγους.

Τα άρθρα μου άρχισαν να διαδέχονται το ένα το άλλο, με κυρίαρχα – για μένα τουλάχιστον – το ταξίδι μου και το ρεπορτάζ στη Γαυδοπούλα, το αίτημα να παραπεμφθούν σε δίκη όλοι οι πολιτικοί, από το ’74 και μετά, με την κατηγορία της εσχάτης νομισματικής, δημοσιονομικής και στρατιωτικής εσχάτης προδοσίας http://www.ribandsea.com/waves/286-2010-03-07-06-45-00.html το άρθρο με τίτλο “οικονομίας ονείρου ανάβασις” http://www.ribandsea.com/articles/314-2010-04-11-16-06-52.html το ταξιδιωτικό στην Ίμβρο, “ο συνδικαλισμός της εξουσίας”, “η Νέμεσις, η δικαίωση και η Δικαιοσύνη” και άλλα πολλά.

Μια από τις στήλες που εγκαινίασα ήταν και αυτή που έφερε τον τίτλο “το κλικ της Νεμέσεως”. Επρόκειτο για την δημοσίευση μιας ιδιαίτερης φωτογραφίας, από αυτές που τραβούσα κατά την διάρκεια των περιπλανήσεών μου, η οποία συνοδευόταν κάθε φορά από τις σκέψεις που μου γεννούσε το θέμα της. Μία μάλιστα από εκείνες τις φωτογραφίες – το κυνήγι του ήλιου από τον γλάρο Ιωνάθαν – άρεσε τόσο πολύ στη Λιάνα ώστε, μόλις την είδε,  αποφάσισε να την κάνει εξώφυλλο στο ημερολόγιο του 1998 και εξώφυλλο στο “Νέμεσις”, όταν αυτό έκλεισε τον πρώτο χρόνο κυκλοφορίας του.Ὅταν ἡ Λιάνα δὲν ἦταν ἀκόμη ..Σουλτάνα!!!3

Χωρίς να το επιδιώξω είχα κερδίσει την συμπάθεια της Λιάνας, ιδίως μάλιστα από τότε που ο δήμαρχος της Κάσου Γιώργος Κακομανώλης εστράφη και εναντίον της, με αφορμή ένα άρθρο μου στο οποίο κατήγγειλα τις παράνομες πράξεις του. Ο Κακομανώλης είχε υποβάλει τότε μήνυση (για συκοφαντική του τάχα δυσφήμιση) εναντίον μου και εναντίον της Λιάνας Κανέλλη. Με φώναξε τότε η Λιάνα στο γραφείο της και μου είπε : Φέρε μου σε παρακαλώ τα στοιχεία, που μου είπες ότι έχεις, ώστε να τα δώσω στην δικηγόρο μου και να υποβάλλω το σχετικό υπόμνημα“. Έτσι και έγινε. Όταν πήρε ο εισαγγελέας το υπόμνημα στα χέρια του, μαζί με όλο το αποδεικτικό υλικό ενοχής του δημάρχου (καταδικαστικά πορίσματα τριών ενόρκων διοικητικών ερευνών από ανώτερους υπαλλήλους του υπουργείου Εσωτερικών) μας απάλλαξε αμφότερους με βούλευμα και έβαλε την υπόθεση στο αρχείο.

Και ο καιρός περνούσε, μέχρι που έφθασαν τα Χριστούγεννα του 1997. Η Λιάνα συνήθιζε να κόβει κάθε χρόνο την πρωτοχρονιάτικη πίτα, παρουσία των συνεργατών του περιοδικού, και να εκφωνεί τον καθιερωμένο λόγο της. Έτσι έκανε κι’ εκείνη την χρονιά. Ανάμεσα στα άλλα αναφέρθηκε στην πολιτική κατάσταση και τους πολιτικούς, ολοκληρώνοντας την ομιλία της με τον εξής αφορισμό και δήλωση συγχρόνως : Όλα τα γουρούνια την ίδια φάτσα έχουν. Αν λὍταν ἡ Λιάνα δὲν ἦταν ἀκόμη ..Σουλτάνα!!!4οιπόν με δείτε ποτέ να κατεβαίνω στην πολιτική σας δίνω το δικαίωμα να με φτύσετε“. Μεγάλη κουβέντα, που με ενθουσίασε δεόντως, γι’ αυτό και την φύλαξα σαν κόρη οφθαλμού…

Δεν είχαν περάσει παρά ελάχιστοι μήνες, από εκείνη την βαρύγδουπη δήλωση και υπόσχεση, όταν είδα τη Λιάνα στο μπαλκόνι. Τα έχασα, δεν μπορούσα να πιστέψω στα μάτια μου. Η Λιάνα υποψήφια Ευρωβουλευτής, στην αρχή, υποψήφια βουλευτής του Κ.Κ.Ε. στη συνέχεια! Το ίνδαλμά μου είχε καταρρεύσει σαν χάρτινος πύργος. Από εκείνη την ημέρα όλα άλλαξαν. Κάθισα λοιπόν και συνέταξα, εν θερμώ, μια “επιταγή γνώμης”. Έτσι συνήθιζε να αποκαλεί η Λιάνα τα σχόλια που έστελναν οι αναγνώστες στο περιοδικό.

“Ο εχθρός είναι εντός.”

7 Μαίου 1999

Επιταγή γνώμης.

Προς “συμπολεμιστές”. (Θέλω να ελπίζω ότι θα δημοσιευτεί).

Αγαπημένη,

Θυμάμαι εκείνη την γεμάτη παλμό και επαναστατική αγωνιστικότητα συνάντησή μας στον “συνωμοτικό” χώρο της Πινδάρου, ένα πρωϊνό του 1998. Κάποια από τα λόγια σου, εκείνης της ημέρας, ηχούν ακόμη στ’αυτιά μου. Αν ποτέ, για οποιονδήποτε λόγο, με δείτε να κατεβαίνω στην Πολιτική, σας δίνω το δικαίωμα να με φτύσετε”, είχες πει. Σε είδα, όμως, στο μπαλκόνι χθες βράδυ και τρόμαξα. Εφιάλτης, κακό όνειρο θα είναι, δεν μπορεί. Αδύνατον να είναι η Λιάνα η δική μας αυτή…

Εγώ όμως δεν θα σε φτύσω γιατί ποτέ δεν έφτυσα φίλο, συμπολεμιστή, συνεπαναστάτη, έστω και αν, εκ των υστέρων, η στάση του πρόδιδε κοινές Αρχές και όρκους. Δεν θα σε φτύσω, γιατί δεν μπορώ να φτύσω τη Λιάνα που πίστεψα, θαύμασα και ερωτεύτηκα, για τη φλόγα της σκέψης και των λόγων της, το καθαρό μυαλό και το σπινθηροβόλο πνεύμα. Δεν θα σε φτύσω, σ’αφήνω όμως στην κοινωνική μοναξιά που επέλεξες. Επιλέγω τη μοναχική κοινωνία των εκτός των τειχών πολεμιστών, έστω και αν αυτή η επιλογή μου μπορεί να μου στερήσει την Νέμεσιν (αν και η Νέμεσις, μολονότι είναι δική σου κυοφορία, δεν ανήκει πια σε σένα. Ανήκει σε όλους μας. Είναι και δικό μας παιδί, υιοθετημένο έστω…)

Μέχρι σήμερα κατάφερες πολλά, ούσα εκτός κομματικών σχηματισμών. Συσπείρωσες, ξύπνησες, έκανες πολλούς να αρχίσουν και πάλι να ονειρεύονται μέσα από τις σελίδες ενός περιοδικού-βιβλίου. Τι άραγε περισσότερο επιδιώκεις αθετώντας την υπόσχεση που αβίαστα έδωσες στους συμπολεμιστές σου, προσχωρώντας και φιλώντας εκεί που μαζί φτύνατε; Ψήφους και ψίγματα ίσως εξουσίας; Ανθρωποι σαν εμάς δεν τα χρειάζονται για να είναι δυνατοί, να εμπνέουν, να παρασύρουν, να ονειρεύονται. Ανθρωποι σαν εμάς δεν μπορούν, δεν έχουν το δικαίωμα να μεταλάσσονται. Δεν έχουν το δικαίωμα να πουλάνε τα όνειρα και τις ελπίδες που κάποιοι στήριξαν πάνω τους σε τιμή ευκαιρίας.  Δεν έχουν το δικαίωμα να γλύφουν εκεί που έφτυναν. Δεν έχουν το δικαίωμα να προσχωρούν σε τάξεις ατάκτων, ευκαιριακών, ανεπάγγελτων, καρεκλολάγνων, προδοτών εν πολλοίς. Γιατί εσύ ήσουν που έλεγες ότι είναι όλοι ίδιοι. Κι’εγώ συμφωνούσα τότε μαζί σου. Τώρα δεν συμφωνούμε φαίνεται πια. Εμεινα μόνος. Μείναμε μόνοι.

 

Δεν ξέρω αν θα σε φτύσουν οι υπόλοιποι συμπολεμιστές. Αδιαφορώ, αν δεν το κάνουν. Ποιος θα μου στερήσει όμως την επιλογή να μείνω δεμένος με το απόλυτο; Ποιος θα μου στερήσει το δικαίωμα να μείνω εκτός, να μείνω αλώβητος, χωρίς εξουσία και άδηλους πόρους; Ποιος θα μου στερήσει την επιλογή να μην αλλάξω την γλώσσα μου με άλλη ξένη, ξύλινη που δεν πείθει;

Τα οχυρά πέφτουν το ένα μετά το άλλο. Θλίψη, απογοήτευση, πικρία, μοναξιά. Βάστα καρδιά μου γιατί ο εχθρός είναι εντός! Δικά σου λόγια, αγαπημένα, που είναι δικά μας πια. Μόνο δικά μας…

Ιωσήφ.

Δύο ημέρες μετά, μού τηλεφώνησε η γραμματεύς της Κανέλλη : “Ιωσήφ, δεν ξέρω γιατί, αλλά πρώτη φορά είδα την Λιάνα να ενοχλείται τόσο πολύ από μια επιστολή. Τι στο καλό της έγραψες;”. Πόσο ενοχλήθηκε η Λιάνα είχα την ευκαιρία να το αντιληφθώ ο ίδιος, όταν την αμέσως επόμενη ημέρα κτύπησε το τηλέφωνο στο γραφείο μου.

Γεια σου Ιωσήφ. Η Λιάνα είμαι”.

“Γεια σου Λιάνα. Μισό λεπτό σε παρακαλώ”.

Άφησα το ακουστικό και υποκλίθηκα στον τηλεοπτικό… Ταρζάν. Αυτός, άλλωστε, υπήρξε ο πρώτος διδάξας. Κάτι μου έλεγε ότι έπρεπε να κρατήσω τη συνδιάλεξη αυτή στο αρχείο μου.

“Ελα Λιάνα, σε ακούω”.

Σε πήρα για την επιστολή που μου έστειλες Ιωσήφ. Φαντάστηκες ποτέ ότι έχεις να κάνεις με έναν άνθρωπο ο οποίος συστρατεύεται αυτή την στιγμή σε ένα συγκεκριμένο χώρο, ότι εγώ, όπως λες στην προτελευταία σου παράγραφο, και αυτό είναι που με πλήγωσε πιο πολύ απ’όλα, όλα τα άλλα τα βρίσκω απολύτως συναισθηματικά, ξέρεις τι εννοώ, εγώ είμαι άνθρωπος της ψυχής και δεν με πειράζει. Γυρίζεις και μου λες, χωρίς εξουσία και άδηλους πόρους. Φαντάζεσαι ότι εγώ θα αποκτήσω εξουσία ή θα βγάλω άδηλους πόρους; Θα είχα πάει μέχρι τη Ν.Δ. και θα είχα βγάλει με το ΠΑΣΟΚ ένα υπουργείο εδώ και δέκα χρόνια. Το βλέπεις πολιτική αυτό ή πολιτική πράξη και στάση σε συγκεκριμένη στιγμή όπως είναι όλη μου η ζωή; Για περίμενε...”

Κάποιος καλούσε την Λιάνα στο άλλο τηλέφωνο. Ομολογώ ότι είχα τρακ. Δεν είναι εύκολο να αντιμετωπίσεις αυτό το τέρας ρητορικής στον προφορικό λόγο. Γι’αυτό, άλλωστε, είχα επιλέξει να της γράψω. Δεν με άφηνε να πάρω ανάσα! Ήταν καταιγιστική. Προσπαθούσε, θαρρείς, να πείσει και τον ίδιο της τον εαυτό ότι είχε δίκιο! Πέρασαν λίγα δευτερόλεπτα σιωπής. Η φωνή της ακούστηκε και πάλι.

Δεν το καταλαβαίνεις και μόνος σου Ιωσήφ; Τι κάνω εγώ αυτή την στιγμή;

“Εεε…”

Τι κάνω εγώ αυτή την στιγμή; Ψάχνω καμμιά καρέκλα; Δεν έχω; Θα βγάλω λεφτά; Εδώ κινδυνεύω να χάσω τα αυγά και τα πασχάλια, σε προσωπικό επίπεδο”.

“Ε, δεν ξέρω, εγώ…”

Κυνηγητό και ανηφόρα έχω μπροστά μου”.

“Ναι, το φαντάζομαι αυτό, αλλά…”

Το σύστημα πρέπει να το πολεμήσω από μέσα. Εχεις καταλάβει τι πάει να πει νέα τάξη πραγμάτων και δήθεν; Ή δεν το βλέπεις, δεν το διαβάζεις…

“Λιάνα, δεν ξέρω αν η λύση είναι να μπούμε όλοι σε κόμματα όμως για να τα πολεμήσουμε”.

Και τι θα κάνουμε, θα φτιάξουμε καινούρια;

“Οχι…”

Θα αλλάξουμε τα κόμματα. Μεγαλύτερη αλλαγή από το ΚΚΕ της κονσέρβας του εμφυλίου, μπορούσες ποτέ να φανταστείς; Δημοκρατικό και με μένα μέσα σε αντιπολεμικό μέτωπο; Ή με άκουσες εμένα να χρησιμοποιώ κομμουνιστικό λεξιλόγιο ή άλλαξα αυτά που λέω;

“Δεν με βρίσκεις προετοιμασμένο να σου απαντήσω”.

Ήμουν αξιολύπητος! Το ένοιωθα. Ήθελα χρόνο. Δεν υπήρξα ποτέ καλός στα προφορικά. Πώς να τα βγάλω πέρα με ένα τόσο δεινό ρήτορα σοφιστή;

Να σου πω κάτι, συνέχισε το πάλαι ποτέ ίνδαλμά μου, αφήνοντας ξεκάθαρα να φανεί πόσο είχε ενοχληθεί από την επιστολή μου και την απώλεια του ίματζ της, πολύ περισσότερο από κάποιον «άσημο» που δεν τον πείραζε και πολύ να εκφράσει σε πρώτο πρόσωπο την γνώμη του γι’αυτήν, χωρίς κολακείες και γλοιώδεις επικύψεις.

Σε πολύ μεγάλη, αγάπη μου, σε πολύ μεγάλη αγάπη, οι αγάπες αντέχουνε στον χρόνο. Δεν έχω να σου ζητήσω τίποτε παραπάνω από το να μου δώσεις μια ευκαιρία!

“Λιάνα κοίταξε…” πρόλαβα να πω, προτού πάρει ετσιθελικά και πάλι τον λόγο. Ήμουν απελπισμένος! Ήταν αδύνατον να ολοκληρώσω έστω και μία σκέψη μου!

Οχι ψηφίζοντάς με. Μη καταδικάζοντάς με! Γιατί ο εν θερμώ φθόνος του φίλου μπορεί να σε αδικήσει και δεν θά’θελα να μετανοιώσεις κάποτε!

Μου είχε ήδη ρίξει το μπαλλάκι, η αθεόφοβη, το υπέροχο αυτό μυαλό που θα μεγαλουργούσε ακόμη και ως θηλυκός σοφιστής στο βήμα της Πνύκας! Με έκανε να νοιώθω και ένοχος από πάνω! Κι’εγώ, ο ανόητος, που ήμουν πεπεισμένος ότι είχα απόλυτο δίκηο! Μου χρώσταγε τον γάϊδαρο, μου πήρε και την σέλλα! Και η Λιάνα συνέχισε απτόητη, προτού προλάβω καν να απαντήσω.

Δεν μπορείς σε μια μέρα και σε μια στιγμή να διαγράψεις έναν άνθρωπο”.

“Οχι, δεν σε διαγράφω…”

Οχι. Λες βάστα καρδιά μου γιατί ο εχθρός είναι εντός, δικά σου λόγια αγαπημένα που είναι δικά μας πια, μόνο δικά μας. Δεν μπορείς να μου πάρεις τα λόγια μου απ’το στόμα μου όταν είναι ταυτισμένα με τις πράξεις μου”.

“Δεν στα παίρνω. Λέω ότι είναι δικά σου”.

Αν επιμείνεις, εγώ θα το δημοσιεύσω! Εχω πολύ μεγαλύτερη γενναιότητα από όσο φαντάζεσαι!

Ήταν φανερό πως είχαμε φτάσει στην ταμπακέρα. Ήταν επίσης φανερό πως η τυχόν δημοσίευση της συγκεκριμένης επιστολής μου δεν ήταν ό,τι το καλύτερο για το προσεκτικά μακιγιαρισμένο προφίλ της, ακόμη και αν είχε όλη την ευχέρεια να με “ισοπεδώσει” με μια δική της απάντηση στο Νέμεσις. Γιατί άλλο είναι να σε φτύνει π.χ. ο Καψής ή ο Πρετεντέρης, οι οποίοι έχουν χάσει προ πολλού την προς τα έξω καλή μαρτυρία, και άλλο να σε φτύνει ένας, άγνωστος έστω στο ευρύ κοινό, αγαπημένος όμως μη οσφυοκάμπτης συνεργάτης σου, που είναι εκτός κυκλωμάτων και δεν περιμένει να ζήσει από την άσκηση μιας εκπορνευθείσης δημοσιογραφίας. Τόλμησα λοιπόν να πω με ύφος αξιολύπητο.

“Το ξέρω. Το ξέρω ότι είσαι γενναία, και γι’ αυτό στενοχωρήθηκα μ’αυτή σου την απόφαση”.

Γιατί στενοχωρήθηκες αγόρι μου γλυκό; Γιατί νομίζεις ότι ο καθένας με την αυθαιρεσία του ατομικού του τουρλουμπουκιού μπορεί να τα βγάλει πέρα με πόλεμο;

“Τότε δεν πρέπει λοιπόν να κάνεις δηλώσεις ενώπιον συνεργατών και φίλων σου που σ’αγαπάνε, του τύπου αν μπω ποτέ στην πολιτική να με φτύσετε!”

Γιατί να μην τις κάνω αγάπη μου αφού είναι φίλοι μου;

“Δεν ξέρω…”

Με τους φίλους μου δεν θα κουβεντιάσω την αλλαγή; Αυτές είναι κουβέντες εν καιρώ ειρήνης και συναλλαγής, δεν είναι κουβέντες εν καιρώ πολέμου ψυχή μου!

“Ο λόγος που ενοχλήθηκα είναι γιατί σ’αγαπώ πολύ”.

Να σε ρωτήσω κάτι. Το ξέρω και το δέχομαι, γι’ αυτό και σε παίρνω τηλέφωνο. Με είδες εμένα να αντιδρώ, όπως αντέδρασες εσύ; Να το πάρω αυτό, να πικραθώ και να σε διαγράψω; Και μόνο η στάση μου που σε παίρνω πίσω τηλέφωνο είναι δείγμα τού ποια είμαι και πώς είμαι”.

Προσπαθούσε να με πείσει, με άλλα λόγια, ότι το κίνητρο του τηλεφωνήματός της ήταν μόνο η αγάπη της για μένα όταν, από εκείνη την ημέρα και μετά, τα άρθρα μου άρχισαν να λογοκρίνονται ή να μπαίνουν στο αρχείο. Ένα τόσο διαβολικά σπινθηροβόλο πνεύμα δεν αντιλαμβανόταν, ή έκανε πως δεν  αντιλαμβάνεται, ότι είχε πράγματι κάτι να χάσει αν αδιαφορούσε για την ύπαρξη της επιστολής μου; Δεν της πέρασε άραγε απ’το μυαλό ότι θα μπορούσα, πάνω στη φούρια της πίκρας και της απογοήτευσής μου για την αδιαφορία της, να το δώσω προς δημοσίευση σε κάποιον ανταγωνιστή της; Που πολύ θα τον βόλευε, άλλωστε. Μα, γι’αυτή και μόνο την σκέψη της είχα πλέον χάσει αυτό το κάτι που με έδενε μαζί της. Σ’αυτό που, χωρίς αμφιβολία, αποσκοπούσε η Λιάνα, γνωρίζοντας βεβαίως τη “μπέσα” του συνεργάτη της, ήταν να της μείνει η ικανοποίηση ότι τον “μετέπεισε” και τον “αφόπλισε” οριστικά και αμετάκλητα….

Έχω διαφωνήσει με το σύμπαν. Δεν με έχει αγοράσει κανένας! Δεν μ’εμπιστεύεσαι και τώρα ότι αν χρεαστεί να διαφωνήσω, θα διαφωνήσω;

“Εεε..”

Αλλά όταν αυτοί είναι στον δρόμο και σταματάνε τα τανκς, τι θέλεις να κάνω; Με ποιους θέλεις να πάω Ιωσήφ; Με ποιους να πάω παλληκάρι μου, με ποιους; Μ’αυτούς που ετοιμάζουν την εργολαβία τώρα στα Βαλκάνια; Πού να τους βρω παλληκάρι μου; Πώς να πετάξω την ζωή των άλλων από το παράθυρο αγόρι μου γλυκό; Μοναχική κοινωνία, αυτό πετύχανε. Ο καθένας μόνος του. Ξέρεις τι γύριζαν και μου λέγανε όλοι; Ο Γιάννης ο Μαύρος, ο Κόντος, που μαζευτήκαμε; Κάνε ένα κόμμα! Με τι μωρέ να κάνω κόμμα; Με τι να κάνω κόμμα καινούργιο; Δεν το έχετε καταλάβει ότι αυτό είναι το παιγνιδάκι; Να κάνω κι’εγώ ένα κόμμα με αβαντάζ την τηλεόραση; Ξέρεις τι με ρωτάνε κυνικά; Διαπραγματεύτηκες θέση; Καμία θέση δεν διαπραγματεύτηκα! Ξέρεις ότι όλος αυτός ο συμβολισμός αυτής της πράξης είναι να αποφύγω τον εμφύλιο, τον οποίο πάνε να ξεκινήσουνε; Νομίζεις ότι γίνεται αντίσταση αυτή την στιγμή χωρίς πολιτικό σχηματισμό; Καταλάβατε πόσο άλλαξαν τα πράγματα σε ένα μήνα; Νομίζεις ότι θα μπορεί να λέει κανείς τις ιδέες του σε λίγο;

“Κι’εμείς, τι κάνουμε…”

Έχουν φόβο και σκοτώνουν τους ανθρώπους”.

“Κι’εμείς, τι κάνουμε…”, συνέχισα απελπισμένος, μη μπορώντας να ολοκληρώσω μια πρόταση της προκοπής!

Ποιος έχει το κουράγιο να καταθέτει αυτά που έχει και να μην βγάζει από την πολιτική;, συνέχισε απτόητη εκείνη.

“Κι’ εμείς τι θα κάνουμε που έχουμε δύναμη και φωνή και δεν μπορούμε να την βγάλουμε γιατί δεν είμαστε στα μέσα;”, κατόρθωσα, επιτέλους, να πω.

Στα σαρανταπέντε μωρέ εμένα δεν με βρήκες; Δεν έβγαλα την φωνή σου; Θα επιζήσει νομίζεις η Νέμεσις αν δεν σταθούμε στα πόδια μας; Αν δεν υπάρξει κοινή γνώμη; Οπως έπεσε η βόμβα και τους έκλεισε το στόμα των αλλωνών, κι’ έχει σαράντα πτώματα, πενήντα η Γιουγκοσλάβικη τηλεόραση. Κοτζάμ Κίνα φτύσανε μωρέ, την Κίνα την φτύσανε, το ξέρεις;

“Καλά, βέβαια, δεν έγινε τυχαία…”

Σκοτώσανε τόσους ανθρώπους. Εσύ θα περιμένεις αύριο το πρωί να βρεις ένα χαρτί να βγάλεις; Ούτε χαρτί δεν θά’χουμε να βγούμε αύριο το πρωί! Ξέρεις ότι ρώτησα την Αλέκα, ανεβαίνοντας επάνω, θέλεις να πω τίποτα, ξέρεις τι εννοώ, κάτι πιο συγκεκριμένο...”

“Ναι…”

“… έξω από αυτά που λέω εγώ; Ξέρεις τι απάντησε η πείρα και βάρυνε στην απόφασή μου; Εγώ θα σου πω τι θα πεις; Αυτό που λες θα πεις κορίτσι μου, μου είπε”.

“Ναι, γιατί της ταιριάζουνε τώρα”.

Πρώτη φορά στη ζωή μου δεν μου έδωσε κάποιος γραμμή! Με δουλεύεις;

“Μα γιατί να σου δώσει; Τώρα της ταιριάζουνε. Αργότερα, δεν ξέρω τι θα γίνει”.

Αμα δεν της ταιριάζουνε θα φύγω, όπως έφυγα από όλα τα μέρη του κόσμου!

“Αυτό είναι υπόσχεση;”

Θα συγκρουστώ. Μα το ξέρουνε, το δήλωσα! Σε μέτωπο κατεβαίνω. Το ξέρουνε. Δεν θα γίνω εγώ απολογητής του Στάλιν και του Μάλιν και του Σκατάλιν! Οπως δεν θα γίνω και υπερασπιστής του Μπομπ Ντίλαν! Γιατί τότε ήταν Μπομπ Ντίλαν. Τώρα επενδύει σε πολεμικές βιομηχανίες! Εκανε την αντίθετη διαδρομή, και την έκανε για να πλουτίσει! Εγώ τώρα που πλούτισα κάνω την αντίθετη ρε φίλε!

“Δεν μου λες, πιστεύεις ότι υπάρχει πάντως ένα…”

Δεν πάω με τους γέρους το ξέρεις; Με τους γέρους που μου λένε έζησα για να το δω κι’ αυτό. Ενας άνθρωπος καθαρός και ωραίος που δεν έχει να βγάλει τίποτα. Που δεν θέλει ούτε καρέκλες ούτε τίποτα. Αγώνα πρέπει να κάνω αν τα καταφέρω και τα δύο και εκλεγώ. Και να προασπίσω και το περιοδικό. Γι’αυτό σε πήρα να σου πω. Το θέλεις εν θερμώ δημοσιευμένο;

”Οχι, δεν το θέλω!”

Μόνο γι’αυτό σε πήρα! Γιατί η Δημοκρατία είναι στην πράξη!

“Δεν το θέλω. Δεν θεωρώ τον εαυτό μου τώρα να το παίξω μεγάλος και να πω σου δίνω ευκαιρία, αλλά, έτσι όπως μου τα λες τα πράγματα, θέλω να σε πιστέψω. Και τό’στειλα σε σένα, δεν τό’δωσα σε όλο τον κόσμο…”

Θέλεις να σου δώσω μια συμβουλή;

“Θα μπορούσα να το στείλω π.χ. σε εφημερίδα. Αμέσως θα το δημοσίευαν!”

Και τι θα έκανες;

“Τίποτα, βλακεία!”

Ό,τι κάνουν όλοι οι υπόλοιποι…

“Ναι, αυτό λέω.”

Παίζουνε το παιγνιδάκι της θεαματικότητας. Ό,τι κάνουν οι άλλοι που με παίρνουν τηλέφωνο και μου λένε ξέρουμε πληροφορίες για τον Κ….. να τον σκοτώσουμε δεν μπορούμε, βγες εσύ να τον σκοτώσεις στον αέρα!

“Ναι, αλλά δεν έχουμε…”

Σκέφτηκες εσύ ποτέ ότι εγώ θα’μαι στο Κομμουνιστικό κόμμα και θα κάνω τον σταυρό μου; Και θα κυκλοφορώ με τον σταυρό; Δεν το καταλαβαίνεις ότι είναι συ-μπα-ρά-τα-ξη και είναι μέ-τω-πο, και χρειάζεται κι’ο καθένας αυτή την στιγμή που δεν μπορεί να σταματήσει τα πράγματα; Θέλεις να ξέρεις ποιο είναι το κέρδος μου απ’ αυτή την ιστορία; Το βάρος στην πλάτη  μου είναι! Που δεν κοιμάμαι τις νύχτες! Δεν είναι έκανε εκδοτική επιτυχία ή έκανε αυτό...”

“Καλά, κοίταξε…”

Αυτοί που θα σ’εμπιστευτούνε και δεν πρέπει να τους προδώσεις με τίποτα!

“Αυτό, μη μου το λες. Το ξέρω και από την δική μου τη ζωή. Είναι επιλογή. Με την διαφορά ότι εγώ δεν έχω δυνατότητα να μπω στα μέσα. Δηλαδή, δεν μπορώ. Είμαι αποκλεισμένος! Μην κοιτάς εσύ που μου’ δωσες μια φωνή. Στο Νέμεσις μού’ δωσες φωνη. Δεν μπορώ πιο έξω, Δεν μ’ακούει κανείς! Αυτό είναι όλο κι’όλο…”

Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία έχουμε! Οσο θεωρείς ότι εγώ λέω αυτά που εσύ θά’θελες να πεις, το κάνουμε καλά! Και γιατί να το λέμε μόνο στα media; Για να κάνουνε δουλειά τα παράθυρα;

Μάλλον για αντιπροσωπευτική… δημοσιογραφία μιλούσε, δηλαδή, το μέχρι χθες ίνδαλμά μου, βιάζοντας ασύστολα τη νοημοσύνη μου.

“Οχι, δεν μιλάω για τα παράθυρα…”, συνέχισα, ανήμπορος για άλλη μια φορά να ολοκληρώσω την σκέψη μου.

Μην πάμε να τα πούμε και παρα έξω; Αυτό σκέφτηκα, τίποτα άλλο. Αν δεν πάω εγώ έξω να τα πω, ποιος θα τα πει;

“Εντάξει. Εξετέθης βέβαια στα παράθυρα αρκετά, τελευταία, και υπάρχει και μια αντίδραση απ’ τον κόσμο, απ’ τους φίλους, απ’ τους αναγνώστες αν θέλεις, νομίζω. Έχω πιάσει δηλαδή κάποια μηνύματα και από ανθρώπους που διαβάζουν το περιοδικό.”

Ότι;

“Ε, γενικώς, δεν τό’ χει παρακάνει λίγο η Λιάνα; Δεν εκτίθεται λίγο παραπάνω; Δεν λέει περισσότερα από όσα πρέπει και χάνουν εκείνη τη σοβαρότητα και τη βαρύτητα που είχαν οι λόγοι της; Αυτό εννοώ. Προσπαθώ να σου περάσω πράγματα που τα ακούω εγώ. Δεν μ’αρέσει να σε κολακεύω ρε Λιάνα χωρίς λόγο. Όταν πρέπει, σε κολακεύω και στο λέω…”

Ρίσκο είναι όταν εκτίθεσαι! Είναι σαν να λες σε κάποιον. Ήταν ανάγκη να ρίξεις πολλές σφαίρες στον πόλεμο; Δεν έχουν καταλάβει τη διαφορά του πολέμου. Μόνο όταν θα τους κάψει το σπίτι θα την καταλάβουν!

“Εντάξει. Το καταλαβαίνω αυτό που λες”.

Υπερεκτίθεται η Λιάνα, κατάλαβες; Όταν η Λιάνα αναγκαζόταν να υπερεκτίθεται για το κάθε τσόλι που έλεγε το μακρύ του και το κοντό του, σε οποιοδήποτε αστερίσκο τηλεοπτικού περιοδικού, ήταν καλό γιατί ήταν χαβαλές! Τώρα που είναι τα σοβαρά και η Λιάνα λέει γρηγορείτε, γρηγορείτε γιατί δεν πάμε καλά, και βγαίνει η λέξη γρηγορείτε πρωτοσέλιδη στον Ριζοσπάστη, γρηγορείτε καθαρευσουσιάνικα, γρηγορείτε. Ξέρεις τι γύρισα και είπα στα παιδιά της ΚΝΕ; Μπορεί να χρειαστεί να ξαναμάθετε τόνους και πνεύματα απ’την αρχή! Γιατί χωρίς τόνους και πνεύματα δεν θα μπορείτε να λέτε Κομμουνιστικό κόμμα Ελλάδας. Ξέρεις τι εννοώ. Το μόνο κόμμα που έχει την Ελλάδα μέσα! Μια ζωή μας λέγαν ότι κινδυνεύαμε απ’τους Βούλγαρους. Εγώ δεν είδα να κινδυνεύσαμε απ’ τους Βούλγαρους μέχρι στιγμής! Τώρα θα κινδυνεύσουμε που θα μπουν στο ΝΑΤΟ! Θέλουν την Αλεξανδρούπολη δια του ΝΑΤΟ! Ο εμφύλιος έγινε για την Θεσσαλονίκη και την πήρανε νοικιασμένη από τον Σημίτη! Ξέρεις ποια ήταν η κατάπληξή μου; Η κατάπληξή μου δεν ήταν ότι τους είπα εγώ τόνους και πνεύματα, έτσι δεν είναι; Ξέρεις ποια ήταν η αντίδραση; Αν χρειαστεί θα τα μάθουμε κι’ αυτά! Αλλαξε ο κόσμος μωρό μου. Αλλαξε.

“Ναι, άλλαξε, μάλλον.”

Εδώ είμαστε. Σε περνάω μέσα στα κορίτσια να σου δώσουν το τηλέφωνο του Γεώργιου Αλέξανδρου Μαγκάκη για κείνο το θέμα που έλεγες. Εχει κι’ αυτός κάποιες ιδέες. Του έδωσα το κείμενό σου και το διάβασε. Μίλησε μαζί του εκ μέρους μου. Έχεις πλήρη εξουσιοδότηση”.

Μιλούσε βέβαια η Λιάνα για μια ιδέα μου για την εθελοντική προστασία του Αιγαίου με φουσκωτά σκάφη, την οποία είχα ανακοινώσει, με εμπιστευτική επιστολή, στον τότε υπουργό Εθν. Αμύνης Άκη Τσοχατζόπουλο, χωρίς όμως εκείνος να δώσει συνέχεια. Για να είμαι πιο ακριβής, ούτε καν απάντησε δηλαδή. Αρνητικά έστω. Ισως γιατί, σαν εμπιστευτική, δεν την είχα πρωτοκολλήσει ή γιατί δεν του άφηναν ελεύθερο χρόνο οι προμήθειες των οπλικών συστημάτων…

Όσο για τον Γεώργιο Αλέξανδρο Μαγκάκη; Του τηλεφώνησα, αλλά ίδια γεύση. Δεν θέλουν οι άνθρωποι να τους χαλάς τη ραστώνη τους. Αδυνατούν να δεχθούν ότι εσύ που διαφέρεις, που σκέφτεσαι, που νοιάζεσαι για το Αιγαίο και την Πατρίδα, χωρίς να εισπράττεις τις παχυλές βουλευτικές αποζημιώσεις τους, είσαι καλύτερος από αυτούς και ας μην κάθεσαι σε ψηλή καρέκλα. Και ας σου έχουν κρεμάσει οι μέτριοι, οι άχρηστοι και οι καρεκλολάγνοι, την ταμπέλα του persona non grata…Ὅταν ἡ Λιάνα δὲν ἦταν ἀκόμη ..Σουλτάνα!!!5

Έπεσα πάντως σε δυσμένεια, μετά από εκείνη την “σύγκρουσή” μου με την Λιάνα, ενώ τα άρθρα μου άρχισαν να λογοκρίνονται. Αποκορύφωμα η άρνησή της να δημοσιεύσει ένα πολύ ενδιαφέρον ρεπορτάζ που είχα κάνει τότε στην Αλεπότρυπα της Κυψέλης, μετά από σχετική πρόσκληση και καταγγελία των κατοίκων της περιοχής, οι οποίοι έβλεπαν να βιάζεται και να καταπατείται η χαρακτηρισμένη από το Δασαρχείο δασική έκταση της Αλεπότρυπας, από τον τότε δήμαρχο Αθηναίων Δημήτρη Αβραμόπουλο, και να μετατρέπεται σε γήπεδο ποδοσφαίρου. “Τι θέλεις και ανακατεύεσαι με την Κυψέλη Ιωσήφ;“, ήταν η αντίδραση της Λιάνας. “Εσύ ειδικεύεσαι στα θέματα του Αιγαίου. Περιορίσου λοιπόν σ’ αυτό…”. Ο διάολος με έβαλε να συσχετίσω την στάση της εκείνη με τη μία από τις δύο ή τρεις, συνολικώς, διαφημιστικές καταχωρήσεις που είχε το “Νέμεσις”, και που δεν ήταν άλλη από την διαφήμιση του Δημοτικού Ραδιοφωνικού Σταθμού “Αθήνα 9,84″…

Όσο για το πάλαι ποτε ίνδαλμά μου; Μετά από 14 συναπτά έτη ενασχόλησής της με τα υπόλοιπα “γουρούνια” (δικά της λόγια) του ελληνικού Κυνοβουλίου, η γεύση παρέμεινε η ίδια, για να μην πω ότι έγινε χειρότερη έως αηδιαστική. Δεν κατάφερε δυστυχώς η Λιάνα να αντιστρέψει το κλίμα, μολονότι, σύμφωνα με τους δικούς της ισχυρισμούς, γι’ αυτό ακριβώς μπήκε στο ΚΚΕ και στο… “χοιροστάσιο”.

Μπήκε πάντως η Λιάνα στο ΚΚΕ και… βγήκε ο Κωστόπουλος. Παλιό και αξιόλογο στέλεχος της αριστερής παράταξης. Τυχαίο; Δεν νομίζω. Δεν μπόρεσε, προφανώς, ο άνθρωπος να δεχθεί ότι ένα φανατικό παιδί της Δεξιάς προσχώρησε στις τάξεις της Αριστεράς για να την “ενισχύσει”.

Όταν προσχώρησε η Λιάνα στο ΚΚΕ, τα ποσοστά του κυμαίνονταν σε νούμερα πάνω απ’ το 12%. Σήμερα τα ποσοστά αυτά κατρακυλούν σε μονοψήφιο αριθμό, περιορισμένο μάλιστα στα δάχτυλα του ενός χεριού. Η “επιταγή” της λοιπόν δεν είχε αντίκρυσμα, συνεπώς το “σφράγισμά” της είναι αναπόφευκτο, έστω και με 15 χρόνια καθυστέρηση. Μοναδικό της “κέρδος” η ασυλία και η προνομιακή βουλευτική αποζημίωση. Ας την έχει να την χαίρεται…

Όσο για μένα; Θα συνεχίσω να παλεύω από το μετερίζι ενός “γραφικού”, “απροσάρμοστου”, ρομαντικού και, γι’ αυτό, άνεργου δημοσιογράφου. Θα συνεχίσω να ασχολούμαι με τα κοινά, εκτός όμως των τειχών, γιατί, όπως είπε ο Θουκυδίδης, «όποιον δεν ασχολείται με τα κοινά δεν τον αποκαλούμε δειλό, αλλά άχρηστο». Αν δε οι λιγοστοί φίλοι και αναγνώστες μου αντιληφθούν ότι θέλω κάποια στιγμή να μπω κι’ εγώ στο “χοιροστάσιο”, που ακούει στο όνομα “Ελληνικό Κυνοβούλιο”, να με φτύσουν. Χωρίς να μου δώσουν καν την ευκαιρία μιας επιστολής…

Και για του λόγου το αληθές, δείτε κι’ αυτό:

πηγή

Νά προσθέσω κι ἐγώ τόν …καλό μου λόγου;

Ἄλλην φορὰ Ἠλία μου σὲ παρακαλῶ νὰ βγάζῃς τὸ δακτυλίδι!

Ἔτσι, γιὰ νὰ καταλάβουν μερικοὶ μερικοί, πὼς ναί, κάποιες ἐπιταγὲς πληρώνονται στὴν ὥρα ους…
Ὄχι διότι ἔφαγε χαστούκι…
Τὸ φτύσιμο εἶναι ποὺ μετρᾶ…

Φιλονόη

 

(Visited 129 times, 1 visits today)




Leave a Reply