Περὶ βρυκολάκων στὴν Ἑλλάδα…

Περὶ βρυκολάκων στὴν Ἑλλάδα...

Τίποτε δὲν ἔδωσε ποτὲ τόση χαρὰ καὶ ἀνακούφιση στοὺς κατοίκους τοῦ χωριοῦ ὅσο τὸ πρῶτο φῶς τοῦ πρωινοῦ, ἐκείνη τὴν ἡμέρα τοῦ 1768. Ὅλοι ἦταν στὸ πόδι, κανένας ὅμως δὲν βγῆκε ἔξω μέχρι νὰ φανῆ ἡ πρώτη ἀχτίδα τοῦ ἡλίου. Περίπου τὴν ἴδια στιγμὴ ἀκούστηκε ἡ καμπάνα τῆς ἐκκλησίας ποὺ καλοῦσε τοὺς ἀνθρώπους ἔξω γιὰ νὰ μετρήσουν τὶς καταστροφὲς καὶ τὶς ἀπώλειες τῆς νύχτας. Ὁ καθένας ποὺ ἐρχόταν ἔλεγε τὴν δική του ἱστορία γιὰ τὰ χθεσινοβραδινά. Τελικὰ κάποια ζῶα βρέθηκαν μὲ ἀνοιγμένες τὶς κοιλιές, καταστροφὲς ἔγιναν στὰ σπίτια, στὰ παράθυρα καὶ στὶς στέγες, ἀλλὰ τίποτε ἄλλο συνταρακτικό, τουλάχιστον μέχρι τὴν στιγμὴ ποὺ τὰ νέα ἦρθαν ἀπὸ τὸ ἂλλο χωριό!
Ἐκεῖ δυστυχῶς, ἐκτὸς ἀπὸ τὶς καταστροφὲς στὰ σπίτια καὶ τὶς ἀπώλειες ὁρισμένων ζώων, ὑπῆρχε ἀνθρώπινο θῦμα. Ὁ ἄτυχος νεκρὸς ἦταν ὁ ἴδιος ὁ παπάς! Ποιός ξέρει πῶς κατόρθωσε νὰ μπῇ μέσα στὸ σπιτάκι του ὁ βρυκόλακας.
Ὁ μισὸς λαιμὸς τοῦ φτωχικοῦ ἱερέα ἔλειπε καὶ τὸ πρόσωπό του ἔδειχνε τρομερὴ ἀγωνία, τρόμο καὶ πόνο. Τὸ ἐσωτερικὸ τοῦ σπιτιοῦ του ἦταν ἄνω-κάτω· ὅλα σχισμένα καὶ σπασμένα, ροῦχα, κουβέρτες, πιάτα, καρέκλες τὰ πάντα. Ἴχνη αἳματος παντοῦ καὶ οἱ τροφές, τὸ νερό, τὸ ψωμί, μαγαρισμένα καὶ πεταμένα καταγῆς.

Ἔτσι ἦταν τὰ πράγματα ἐκεῖνο τὸ πρωί. Ὅλοι καταλάβαιναν ὅτι κάτι ἔπρεπε νὰ κάνουν ἐκτὸς ἀπὸ τὸ νὰ περιμένουν πάλι τὴ νύχτα προσπαθῶντας νὰ ἀμυνθοῦν. Ἔτσι ὅταν ὁ παπάς τοὺς κάλεσε στὸ χάνι, πῆγαν ὅλοι οἱ ἄντρες. Ἐκεῖ ὁ ἱερέας τοὺς ἐξήγησε ὅτι δὲν μποροῦσαν νὰ κάνουν τίποτε ἄλλο, παρὰ ὅσο διαρκοῦσε ἡ ἡμέρα νὰ ψάξουν νὰ βροῦν τὸ βρυκόλακα καὶ νὰ κάνουν ὅ,τι ἔπρεπε. Θὰ ‘πρεπε ν’ ἀρχίσουν ἀπὸ τὸ νεκροταφεῖο τοῦ δικοῦ τους χωριοῦ. Θὰ ἄνοιγαν τοὺς τάφους αὐτῶν ποὺ εἶχαν πεθάνει τελευταῖα γιὰ νὰ διαπιστώσουν ἄν τὰ σώματα ἦταν ὅπως τὰ εἶχαν θάψει ἢ εἶχε ἀρχίσει πλέον ἡ ἀποσύνθεση. Αὐτό τὸ πτῶμα ποὺ θὰ εἶχε τὰ γνωρίσματα τῶν βρυκολάκων – πρησμένο σῶμα, ὀρθάνοιχτο στόμα, τεντωμένα χέρια – καὶ ποὺ δὲν εἶχε ἴχνη σήψης, αὐτὸς θὰ ἦταν καὶ ὁ βρυκόλακας.
Βέβαια κανεῖς δὲν ἦθελε νὰ πάρῃ μέρος. Τελικὰ μαζὶ μὲ τὸν ἱερέα ποὺ ἦταν ἀπαραίτητος γιὰ νὰ πῇ τὰ λόγια τὰ χρειαζούμενα γι’ αὐτὲς τὶς περιστάσεις, ἄλλοι ἕξι χωριανοὶ τὸ πῆραν ἀπόφαση καὶ ἐτοιμάστηκαν. Αὐτὸς ποὺ θά ‘πρεπε νὰ παίξῃ τὸν κύριο ρόλο σ’ αὐτὴ τὴ μακάβρια ἱεροτελεστία ἔπρεπε νὰ ἦταν σαββατογεννημένος, ἀλλιῶς τὰ πάντα θὰ ἔληγαν σὲ ἀποτυχία – ἔτσι εἶπαν οἱ πιὸ παλιοί.

Ἡ συνοδεία προχωροῦσε σιωπηλὰ μὲ τὸν παπὰ νὰ κρατῇ τὸν σταυρὸ ἐμπρὸς καὶ τοὺς ἄλλους νὰ ἔχουν τὰ ἀπαραίτητα ἐφόδια. Εἶχαν ἐτοιμάσει δύο κουβᾶδες μὲ ξύδι, πύρωσαν ἕνα αἰχμηρὸ σίδερο στὴν φωτιὰ καὶ μετὰ τὸ ἔφτιαξαν σὰν ἀκόντιο τοποθετῶντας το στὴν ἄκρη ἑνὸς ξύλου, πῆραν δύο κασμᾶδες, ἕνα φτυάρι καὶ ἕνα τσεκοῦρι καὶ ὁ σιδηρουργὸς τοὺς ἔφτιαξε τέσσερα μεγάλα καρφιά, περίπου 25 ἑκατοστὰ τὸ κάθε ἕνα.
Ἀφοῦ πῆραν καὶ μιὰ κάπα ποὺ φοροῦσαν οἱ τσοπάνηδες ξεκίνησαν γιὰ τὸ κοιμητήριο ποὺ ἦταν σὲ ἕνα λόφο μετὰ τὴν ἔξοδο τοῦ χωριοῦ.
Ἔφτασαν γύρω στὶς τέσσερεις τὸ ἀπόγευμα κοντὰ στὸν τάφο τοῦ πιὸ πρόσφατα πεθαμένου. Ἦταν λογικὸ νὰ ἀρχίσουν τὸ ψάξιμο ἀπ’ αὐτόν. Ἄναψαν μιὰ φωτιὰ ἐκεῖ δίπλα καὶ ἔβαλαν τοὺς κουβᾶδες μὲ τὸ ξύδι νὰ βράζῃ, ἐνῶ δύο ἄλλοι μὲ τοὺς κασμᾶδες καὶ ἕνας τρίτος μὲ τὸ φτυάρι ἄνοιγαν τὸν λάκκο. Ἀκολούθως, ὁ σαββατογεννημένος ἔπλυνε τὸ πρόσωπο καὶ τὰ χέρια του μὲ τὸ ὑπόλοιπο ξύδι.
Μετὰ πῆρε τῆν κάπα καὶ τὴν ἔστησε σ’ ἕνα δένδρο ἀπέναντι ἀπὸ τὸν τάφο, νὰ φαίνεται σὰν ἄνθρωπος. Σὲ λίγο οἱ σκαφτιᾶδες εἶχαν βγάλει τὸ χῶμα καὶ ἄρχισε νὰ φαίνεται τὸ ξύλινο φέρετρο.Περὶ βρυκολάκων στὴν Ἑλλάδα... 2Ὅταν φάνηκε τελείως, τὸ ξέχωσαν καὶ ὁ σαββατογεννημένος ἄρχισε νὰ βγάζῃ μὲ τὸ τσεκοῦρι τὰ καρφιὰ ποὺ ἦταν πρόχειρα κλεισμένο τὸ καπάκι. Ἐπικρατοῦσε σιγὴ ἀπόλυτη. Μόνο ὁ παπὰς ἀκουγόταν ποὺ ἔψελνε. Ξαφνικὰ ἀκούστηκαν μουγκρίσματα καὶ οὐρλιαχτά! Ὁ βρυκόλακας μέσα στὴν κάσα βογκοῦσε καὶ ἀπειλοῦσε μὲ ἀκατονόμαστες βρισιές. Ὅλοι πάγωσαν! Ἡ φωνὴ τοῦ παπᾶ «ἔσπασε» γιὰ λίγο, ἀλλὰ συνέχισε πάλι. Ὁ σαββατογεννημένος κοίταξε τοὺς ὑπόλοιπους. Αὐτοὶ παρ’ ὅλο τὸν τρόμο, τοῦ ἔγνεψαν ὅτι ἦταν ἔτοιμοι κι ἀποφασισμένοι. Μὲ μία τελευταία προσπάθεια σήκωσε τὸ σκέπασμα καὶ τὸ πέταξε δίπλα.

Ὁ Βρυκόλακας ἦταν πρησμένος στὸ σῶμα καὶ τὰ χέρια του ἦταν τεντωμένα. Τὸ δέρμα του εἶχε χρῶμα μαῦρο καὶ μπλὲ καὶ ἦταν τεντωμένο σὰ τύμπανο. Τὰ μάτια του κόκκινα καὶ ἀνοιχτὰ καὶ τὸ στόμα του ὀρθάνοιχτο. Μιὰ ἀπαίσια μυρωδιὰ ἀναδυόταν. Ἢδη ἔκανε προσπάθεια νὰ σηκωθῆ, βγάζοντας κόκκινους ἀφρούς ἀπὸ τὸ τρομερό του στόμα. Ἕνας ἀπὸ τοὺς χωριανούς σήκωσε τὸ «ἀκόντιο» καὶ μὲ πρωτόγονη δύναμη καὶ φόβο τὸ κατέβασε μπήγοντάς το στὸ κέντρο τοῦ στήθους. Δὲν τὸ τράβηξε, τὸ κράτησε ἐκεῖ καθηλώνοντας ταυτόχρονα τὸ βρυκόλακα καρφωμένο κάτω, ἐμποδίζοντάς τον νὰ σηκωθῇ.

Ὁ σαββατογεννημένος ἐτοίμασε τὸ μαχαῖρι του. Ἐκείνη τὴν στιγμὴ ὁ βρυκόλακας ρώτησε ποιός τὸν εἶχε προδώσει. Οἱ χωριανοὶ μὲ μἰα κίνηση τοῦ ἔδειξαν τὴν κάπα ποὺ ἔμοιαζε μὲ ἄνθρωπο. Δὲν εἶχαν τελειώσει τὴν κίνησή τους καὶ ἡ κάπα καιγόταν σὰν χαρτί.
Τὸ μαχαῖρι τοῦ σαββατογεννημένου τρύπησε τῆν ἀριστερὴ πλευρὰ τοῦ στήθους, τὸ ἄνοιξε καὶ μὲ γρήγορες κινήσεις βρῆκε τὴν ἀνέπαφη καρδιὰ καὶ τὴν ἔκοψε. Γρήγορα τὴν πῆρε καὶ τὴν πέταξε στὸν ἕνα κουβά ποὺ ἔβραζε τὸ ξύδι, μετὰ πῆρε τὸ ἕνα καρφὶ καὶ μὲ τὴν ἀνάποδη τοῦ τσεκουριοῦ ἄρχισε νὰ τὸ καρφώνῃ στὸ λαιμὸ τοῦ πλάσματος. Ἀκολούθως τὰ ἄλλα καρφιὰ τὰ κάρφωσε ἕνα-ἕνα στὴν λεκάνη καὶ στοὺς ἀστραγάλους τῶν ποδιῶν τοῦ βρυκόλακα. Πῆρε τὸν ἄλλο κουβά μὲ τὸ βραστὸ ξύδι καὶ περιέλουσε ὅλο τὸ πτῶμα. Πέταξε μετὰ τὸ ξύδι μὲ τὴν καρδιὰ μέσα καὶ γρήγορα-γρήγορα οἱ ὑπόλοιποι ἔκλεισαν, κάρφωσαν τὸ σκέπασμα στὸ φέρετρο καὶ τὸ ξανάχωσαν μέσα στὴ γῆ.
Τὸ τσεκοῦρι καὶ τὸ μαχαῖρι τὰ πέταξαν μέσα στὴ φωτιά. Ὁ Σαββατογεννημένος πλύθηκε πάλι προσεκτικὰ μὲ τὸ ξύδι ποὺ εἶχε περισσέψει, στὸ πρόσωπο καὶ στὰ χέρια καὶ ἀφοῦ ὁ ἱερέας ζήτησε συγχώρεση γιὰ ὅλους, ἔφυγαν τὸ ἴδιο σιωπηλοὶ ὅπως ἦρθαν. Ἀπό τότε ὁ βρυκόλακας δὲν ξαναφάνηκε καὶ τὰ δὐο χωριὰ βρῆκαν τῆν προηγουμένη γαλήνη τους…

Διακόσια δέκα τρία χρόνια πέρασαν ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ θλιβερὸ ἀπόγευμα. Ἦταν τὸ 1981ποὺ ἀνακαλύφθηκε ὁ τάφος τοῦ βρυκόλακα ὅταν σκάβαν γιὰ τὰ θεμέλια οἱκοδομῆς. Οἱ ἐργασίες σταμάτησαν προσωρινῶς ἀλλὰ συνεχίστηκαν λίγο ἀργότερα. Τὰ καρφιὰ βρίσκονταν καρφωμένα ἀκόμα στὴν θέση τους. Ἐκεῖ ἀκριβῶς ποὺ βρέθηκε ὁ τάφος εἶναι χτισμένο τώρα ἕνα ὄμορφο σπιτάκι. Ἐκεῖ, στὴν ἀνατολικὴ πλευρὰ τοῦ Ὑμηττοῦ…

~~~

Ἀναφορὲς γιὰ παράξενα πλάσματα στὴν Ἑλλάδα ὑπὰρχουν ἀπὸ τὰ ἀρχαῖα χρόνια. Οἱ συνοδοὶ τῆς βασίλισσας τῆς νύχτας, Ἐκάτης, ὑπῆρξαν φοβερὰ ὄντα ποὺ παραμόνευαν τὴν νύχτα. Οἱ Ἔμπουσες πάλι, ἦταν ἀποτρόπαιοι δαίμονες ποὺ εἶχαν τὴν ἰκανότητα νὰ παίρνουν διάφορες μορφές καὶ σὲ ὀρισμένες περιπτώσεις ἔπιναν τὸ αἶμα τῶν ἀνθρώπων ποὺ τελικὰ πὲθαιναν.
Οἱ πρῶτοι χριστιανικοὶ αἰῶνες ἀναφέρουν περιπτώσεις βρυκολάκων μὲ τὸ ὄνομα «δαιμόνια» καὶ μὲ τὴν ἐξήγηση ὅτι εἶναι ὰποτελέσματα μαγείας τῶν Ἐθνικῶν προκειμένου νὰ κάνουν κακὸ στοὺς Χριστιανούς. Ἡ Μορμῶ καὶ ἡ Λάμια ἦταν δύο τρομερὰ πλάσματα τῆς νύχτας. Οἱ Στρίγγλες οἱ ὁποῖες ἔπαιρναν τὴν μορφὴ μαύρων πουλιὼν, ἐπιτίθονταν καὶ ρούφαγαν τὸ αἶμα τῶν μωρῶν στὴν κούνια τους.

Ὁ Παυσανίας στὰ Κορινθιακά του ἀναφέρει ὅτι τὰ παιδιὰ τῆς Μήδειας μετὰ τὸν θάνατὸ τους ἔγιναν ἀπαίσια δαιμονικὰ πλάσματα ποὺ σκότωναν τὰ βρέφη. Ὁ χρησμὸς ποὺ πῆραν οἱ Κορίνθιοι ἀπὸ τὸ Μαντεῖο τῶν Δελφῶν τοὺς συμβούλευε νὰ τὰ κατευνάσουν γιατὶ ἦταν δύσκολο νὰ τὰ καταστρέψουν.
Ὁ Ὁδυσσέας γιὰ νὰ συναντήσῃ καὶ νὰ συνομιλήσῃ μὲ τὸν μάντη Τειρεσία ποὺ ἦταν νεκρὸς, ἀναγκάζεται νὰ κατέβῃ στὸ βασίλειο τῶν Κιμμερίων, ποὺ ἦταν ἡ χώρα ποὺ χώριζε τὸ βασίλειο τῶν ζωντανῶν μὲ τῶν νεκρῶν. Ὁ Ὁδυσσέας ἐπικαλεῖται τὶς ψυχὲς τῶν νεκρῶν καὶ γιὰ νὰ τοὺς δώσῃ ἐνέργεια καὶ ζωτικότητα σὲ ἕνα βαθὺ λάκκο χύνει τὸ αἶμα ἀρκετῶν προβάτων. Ὁ Τειρεσίας πίνει καὶ τοῦ ἀποκαλύπτει τὸ χρησμό του.

Εἶναι ἐπίσης χαρακτηριστικὸ ὅτι ἐξέχουσα θέση κατέχει ἡ σκιὰ τοῦ Ἀχιλλέα, ὁ ὁποῖος στὴν «Ἐκάβη» τοῦ Εὐριπίδη ἀπαιτεῖ νὰ θυσιαστῇ ἡ Πολυξένη ἐπάνω στὸν τάφο του. Ἐξάλλου στὸν «Οἰδίποδα ἐπί Κολωνῷ», ὁ μυστηριώδης Οἰδίπους προβλέπει μία τρομακτικὴ ἦττα τῶν Θηβαίων σὲ μία μάχη ποὺ γινόταν κοντὰ στὸν τάφο του καὶ περιγράφει πῶς τὸ «παγωμένο πτῶμα του, ρουφᾶ ἀχόρταγα τὸ ζεστὸ αἶμα ποὺ κυλᾶ στὴ γῆ ἀπὸ τοὺς νεκροὺς καὶ πληγωμένους τῆς μάχης».

Herbert James Draper (1863 – 1920) Λάμια

Herbert James Draper (1863 – 1920) Λάμια

Στὴν μεσαιωνικὴ Ἑλλάδα οἱ ἱστορίες καὶ οἱ θρύλοι γιὰ βρυκόλακες εἶναι ἄφθονοι. Ὁ βρυκόλακας τοῦ ἑλληνικοῦ μεσαίωνα καὶ τῶν κατοπινῶν αἰώνων εἶναι ἕνα πλάσμα ἄγριο ποὺ ἀφανίζει κοπάδια, ἀπομυζᾶ αἶμα ἀπὸ ἀνθρώπους καὶ ζῶα καὶ πνίγει τὰ μωρά στὴν κούνια τους. Βρωμίζει καὶ μαγαρίζει τὰ πάντα, χρειάζεται ἡ ἐπίσκεψη τοῦ ἱερέα νὰ ἀγιάσῃ καὶ νὰ ἐξαγνίσῃ τὸν τόπο. Στὸν φόνο τῶν ἀνθρώπων χαρακτηριστική εἶναι ἡ κατασπάραξη τῶν σπλάχνων καὶ ἡ μεγάλη προτίμηση στὰ συκώτια.
Οἱ σαββατογεννημένοι καὶ οἱ εὐαίσθητοι αὐτοὶ ποὺ ὁ λαός μας ὀνομάζει ἀλαφροΐσκιωτους εἶναι αὐτοὶ ποὺ καταλαβαίνουν τὴν παρουσία του ἀκόμη καὶ πρὶν νὰ ἐμφανιστῇ. Αὐτοὶ ἐπίσης εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ μαζὶ μὲ τὸν ἱερέα θὰ δώσουν τὶς ὁδηγίες τῆς «ἀμύνης» τοῦ τόπου, τοῦ χωριοῦ ἢ τοῦ σπιτιοῦ. Προσοχή ἐδῶ δίνεται μεγάλη στὸ κλείσιμο ὅλων τῶν ρωγμῶν στοὺς τοίχους, τὶς πόρτες καὶ στὶς στέγες τῶν σπιτιῶν.

Τὸ «δέσιμο» τοῦ βρικόλακα γίνεται μὲ τὴν μεταφορὰ τῆς κάσας του σὲ ἕνα μέρος ποὺ χωρίζεται ἀπ’ τὸ χωριό μ’ ἕνα ποτάμι, ρυάκι ἢ μεγάλο αὐλάκι μὲ νερό. Τὸ νερὸ εἶναι κάτι ποὺ ὁ βρυκόλακας δὲν μπορεῖ νὰ περάσῃ. Πολλὰ ξερονήσια γύρω ἀπὸ τὴν Ἀττική εἶναι τόποι ποὺ φιλοξενοῦσαν τοὺς τάφους τέτοιων πλασμάτων καὶ ἀκόμη καὶ σήμερα δὲν πηγαίνει κανεῖς. Ἡ ὀριστικὴ λύση βεβαίως – τὸ κάψιμο δῆλα δὴ τοῦ πτώματος άφοῦ πρῶτα εἶχε ἀφαιρεθεῖ ἡ καρδιὰ καὶ κομματιαστεῖ – ἦταν ἀποτελεσματικὴ ἀλλὰ ἡ ἀποτέφρωση ἔβρισκε ἐμπόδιο τὴν ἐκκλησία ποὺ τὴν ἀπαγορεύει αὐστηρὰ κατὰ τὸ ὁρθόδοξο δόγμα, καὶ ἀργότερα ἀπαγορευόταν ἀπὸ τοὺς Τούρκους ἐπίσης.

Ἔτσι λοιπὸν ἔμεινε μόνο ἕνας ἀσφαλῆς τρόπος ἐξουδετέρωσης τοῦ βρυκόλακα ποὺ δὲν θὰ εὔρισκε ἐμπόδιο τὴν ἐκκλησία ἢ τὶς ἀρχές· τὸ κάρφωμα τοῦ πτώματος μὲ μεγάλα καρφιὰ ποὺ θὰ τὸν κρατοῦσαν στὸν τάφο του γιὰ πάντα, ἀφοῦ βέβαια ἡ καρδιὰ εἶχε ἀποσχισθεῖ.
Τὸ πλῆθος τῶν ὀνομάτων τῶν βρυκολάκων, ὅπως βαρβάλακας, βουλκούλακας, καταχανάς, λάμπασμα, φάντακας, ἀνακαθούμενος, σαρκωμένος, κατσίκας, κ.λ.π., ποὺ ἀναφέρονται ἀπὸ τοὺς περιηγητὲς καὶ τοὺς πολλοὺς λαογράφους μας (Ν. Πολίτης, Καμπούρογλου κ.ἂ.), ἀκόμη καὶ ἀπὸ παλαιοὺς ἱστορικούς, δείχνει πόσο συχνὲς ἦταν οἱ περιπτώσεις καὶ πόσο συζητιόνταν αὐτές οἱ ἱστορίες…

~~~

«… θέλω εἴπει τινὰ ὑμῖν περὶ τῆς προλήψεως τῶν βρυκολάκων, διότι ἡ τοιαύτη πρόληψις καί τοι ἀρχαιοτάτη, καὶ ἀπὸ τῶν ἡρωϊκῶν χρόνων τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος τὴν καταγωγὴν ἔχουσα, δὲν ἔλειψε νὰ θεωρηθῆ ὑπὸ τινων ὡς ὀθνεία καὶ ἐπείσακτος, ἐκ τῶν Σλαβικῶν φύλων εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐλθοῦσα». (Ὁ Alfred Maury ἀνέφερε στὴν “Encyclopedie modern, art. Vampire” ὅτι οἱ βρυκόλακες ἦταν ἄγνωστοι στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα καὶ ὅτι ἡ πρόληψη αὐτὴ εἰσήχθη ἀπὸ τοὺς Σλάβους, κάτι ποὺ δὲν εὐσταθεῖ. Ἀντίθετα ὁ Βολταῖρος “Dict. Philosoph, art. Vampire” ἀποφαίνεται ὅτι ἡ περὶ αἱματοῤῥόφων ἰδέα προῆλθε ἀπὸ τὸν λαὸ τῆς Ἑλλάδος).

Γιὰ τὴν προέλευση τῆς λέξεως «βρυκόλακας» ὑπάρχουν πολλὲς ἀναφορὲς. Ὁ Κοραῆς γράφοντας «βορβόλακας» τὴν παράγει ἀπὸ τὸ Μορμολύκη καὶ τὴν λέξη βρυκόλακας ἀπὸ τὸ βρίκελα, εἶδος προσωπείου. Ὁ Ἀλλάτιος καὶ ὁ Pouqueville ἀπὸ τὸ βοῦρκα (ἕλος) καὶ λάκκος. Ὁ Tomaseo, ὁ Pashley καὶ ὁ Maury, ἀπὸ τὸ σλαβικὸ vukozlak, ἢ wukodlak, ἢ ἀπὸ τὸ βοημικό wlkodlak, καὶ τέλος ὁ Leake νομίζει τὴν λέξη ἰλλυρική. Τὸ πιὸ πιθανὸ ὅμως εἶναι νὰ προέρχεται ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ λέξη «βρύκομαι» ποὺ σημαίνει ἐσθίομαι (τρώγομαι), καταναλίσκομαι, ἢ τὴν «βρῦξαι» ποὺ ὁ Ἡσύχιος ἑρμηνεύει «δακεῖν κατασφαγεῖν».

Στὴν Κρήτη καὶ στὰ ἄλλα νησιὰ τοῦ Αἰγαίου, ἀντὶ τῆς λέξεως βρυκόλακας, χρησιμοποιοῦν τὴν λέξη «καταχανᾶς». Τὴν λέξη αὐτὴ ὁ Κοραῆς τὴν παράγει ἀπὸ «ἐκ τοῦ καταχάνω, καταχανόω», καὶ ὁ Elissen ἀπὸ τὸ χάνω, χαόνω. Ἡ λέξη αὐτὴ πῆρε τὴν μεταφορικὰ σημασία τοῦ αἱμοβόρου, τοῦ σκληροῦ.

Οἱ βρυκόλακες στὴν φαντασία τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ ἦταν ἄνθρωποι μὲ τόσο ἄσχημο βίο, ἀσεβεῖς καὶ κακοῦργοι, ὥστε ἡ γῆ δὲν τοὺς δέχεται στοὺς κόλπους της ὅταν πεθαίνουν καὶ τοὺς ξερνάει.
Οἱ προλήψεις αὐτὲς πιθανότατα ἔλκουν τὴν καταγωγή τους ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα ὅπου «οἱ μὴ τυχόντες ταφῆς περιπλανῶντο περὶ τὰ ὕδατα τῆς Στυγός».
Ὁ Λουκιανὸς ἀναφέρει «Τὰς τῶν βιαίως ἀποθανόντων μόνας ψυχὰς περινοστεῖν», οἱ ἔχοντες βίαιο καὶ ἀπότομο θάνατο, δὲν ἔχουν τὴν μοῖρα τῶν ἀποθανόντων…
Κατὰ τὸν Ἡλιόδωρον, οἱ ψυχὲς ὅσων πεθάνουν βίαια ἢ τῶν ἄταφων, περιπλανοῦνται στὴν γῆ.

Περὶ βρυκολάκων στὴν Ἑλλάδα... 4

Ἀλλὰ ἡ κυριότερη αἰτία ποὺ καθιστᾷ ἓναν νεκρὸ βρυκόλακα, εἶναι ὁ ἀφορισμός. Οἱ βυζαντινοὶ μοναχοὶ δημιούργησαν τὸν ἀφορισμὸ ἐπωφελούμενοι άπὸ τὶς προλήψεις τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων περὶ βρυκολάκων, καὶ πρόσθεσαν στὸ εὐχολόγιο τὴν εὐχὴ τοῦ ἀφορισμοῦ, κάνοντας ἔτσι τὴν θρησκεία ὑπηρέτριά τους. Καὶ ὅσα πτώματα εἴτε λόγω καταστάσεως τῆς γῆς εἴτε ἄλλων χημικῶν αἰτιῶν δὲν ἀποσυντίθεντο εὔκολα… «βρυκολάκιαζαν»…
Ὅσοι εἶχαν τὸ δυστύχημα νὰ ὑποπέσουν στὴν δυσμένεια ἐπισκόπου ἢ νὰ κλέψουν ζῶα, ἀκέραιοι ἔμεναν στὸν τάφο καὶ τὶς νύχτες περιπλανοῦνταν στὶς πόλεις καὶ τοὺς ἀγρούς, τὸν τρόμο καὶ τὸν θάνατο σκορπῶντας…

Αὐτὴ ἡ πρόληψη διαδόθηκε καὶ στὰ Σλαβικὰ φύλα ἀπὸ τοὺς Μαυροβουνιῶτες (ὅπως ἀναφέρει ὁ περιηγητὴς Vialla de Sommiers) καὶ οἱ ἀφορισμένοι βρυκόλακες σκόρπισαν καὶ σὲ αὐτοὺς τὸν τρόμο. Καὶ μόνο ἡ ἄφεση τοῦ ἐπισκόπου διαβασμένη πάνω ἀπὸ τὸν τάφο, Σάββατο ἡμέρα, χάριζε τὴν ἡρεμία στὸν δυστυχῆ βρυκόλακα…

~~~

Ὁ Ἱταλός περιηγητὴς Scrofani ἐπισκέφτηκε τὴν Ἑλλάδα τὰ ἓτη 1794-1795 καὶ ἦταν αὐτόπτης μάρτυρας μίας τέτοιας τελετῆς:

«Οἱ Ἓλληνες, πιστεύουσιν ὃτι τὰ ἐκκλησιαστικὰ ἀναθέματα καθιστῶσιν ἀδιάλυτον τὸ σῶμα τοῦ ἀφωρισμένου, καὶ ὃτι ἡ ψυχὴ αὐτοῦ περὶ τὸν τάφο πλανώμενη, θανατοῖ τοὺς διαβᾶτες καὶ τρέφεται δι’ἀνθρωπίνου αἳματος. Ἡ παράλογος αὓτη δεισιδαιμονία ἐπολλαπλασίασε τοὺς ἀφορισμοὺς καὶ ἐπλῆθυνε τὰ νεκροταφεῖα ἐκ φασμάτων, ἃτινα «βρικόλακας» οἱ Ἓλληνες καλοῦσιν.
Ἂν τυχὸν κατὰ τὴν νύκτα ἀκούσει τις κραυγὴν ἢ θόρυβο τινα, ἂν Τοῦρκος ἢ κλέπτης προσβάλῃ Ἓλληνα, χωρὶς καμίαν ἀμφιβολίαν αὐτὰ τὰ κάμνει ὁ βρικόλακας νεκροῦ, πρὸ μιᾶς ἢ δύο ἡμερῶν τεθαμμένου.
Ἃμα τοιαύτη εἲδησις διαδοθῇ, ἂνδρες γυναῖκες καὶ παιδία τρέχουσιν εἰς τὸν τάφον του καὶ ἀνορύττουσι (ξεθάβουν) τὸ πτῶμα. Δυστυχία εἰς αὐτὸ ἂν τὸ εὓρωσιν (βροῦν) ἀκόμη ἀκέραιον! Δὲν χρειάζεται ἂλλον τεκμήριο ὃπως φανῇ ὃτι ὁ νεκρὸς εἶναι ἀφωρισμένος· ἀπευθύνονται λοιπὸν πάραυτα πρὸς τὸν ἐπίσκοπον ὃπως τὸν ξορκίσῃ. Ὁ δ’ἐξορκισμὸς τελεῖται κατὰ τὸν ἀκόλουθον τρόπον.
Κατὰ πρῶτον τίθεται εἰς τὸ μέρος ὃπου διαμένει ὁ βρυκόλακας χρηματικὸν ποσὸν ἀφιέμενον εἰς τὸν ἐπίσκοπον· οἱ συγγενεῖς τοῦ νεκροῦ ἒπειτα, εἰσὶν ὑποχρεωμένοι νὰ παραθέσωσι μεγαλοπρεπές συμπόσιον ἐν τῷ νεκροταφεῖῳ, ἂν δ’οὗτοι εἶναι πτωχοί, ἐπειδή οἱ τοιοῦτοι τῦποι εἶναι ἀναγκαιότατοι εἰς τὸν ἐξορκισμόν, τὰ ἒξοδα εἶναι εἰς βάρος τοῦ πλουσιωτέρου τοῦ χωρίου.
Ὁ ἐπίσκοπος ἠμφιεσμένος τὰ ἱερά αὐτοῦ ἃμφια, προστάσσει, ἐν ὀνόματι τοῦ Θεοῦ, τὸν νεκρὸν νὰ φάγῃ ἀπὸ τὰ παρατιθέμενα φαγητά. Ἐκ τῆς ἀρνήσεως, ἣτις φυσικὰ παρακολουθεῖ τὴν τοιαύτην προσταγήν, γίνεται φανερόν ὃτι εἶναι ἀφωρισμένος καὶ διεπράξατο τὰ διάφορα κακουργήματα, δι’ἂ κατηγορεῖτο. Θέτει ἐκολούθως τὴν μίτραν του ἐπὶ κεφαλῆς, σπάζει εἰς μίαν λεκάνην τριάκοντα ἓν (31) ὠά, καὶ θέτει ἐντὸς αὐτῆς μίγμα τι ἀνθέων πορτοκαλλέας, ἀλεύρου καὶ ἐξαίρετου οἲνου, καὶ ἀνακατόνων αὐτὰ διὰ δέσμης μύρτων, χρίει ἑπτάκις τὸ πτῶμα καὶ διατάσσει νὰ τὸ θάψωσιν ἒμπροσθέν του, ἀπειλῶν διὰ τρομεροῦ ἀναθέματος τὸν τολμήσαντα νὰ τὸ ἐκθάψῃ. Μετὰ τὸ τέλος τῆς τελετῆς πίνει μετὰ τῶν παπάδων τὸ ἀνωτέρω μίγμα καὶ τρώγει μετ’αὐτῶν τὰ φαγητά, ποὺ ἂτινα ὁ βρυκόλαξ ἠρνήθη.
Ὑπῆρξα μάρτυς αὐτὸπτης τοιαύτης τελετῆς.

Ἑὰν μετά τὴν τελετὴν ποὺ ἤδη οὐδόλως γίνεται δὲν ἡσυχάσῃ ὁ βρυκόλακας «ἀποφασίζουν ἢ νὰ κάψουν τὸ πτῶμα ἢ νὰ τὸ μεταφέρουν εἰς κανὲν ἐρημονῆσι, διὰ νὰ περάσῃ θάλασσαν, ὡς τὸ μόνον ἀντιφάρμακόν του».

Μερικὲς φορὲς οἱ βρυκόλακες περιγράφονται ἀβλαβεῖς καὶ βρυκολάκιασαν γιατὶ δὲν τάφηκαν. Ὁ Σάθας (Χρονικὸν Γαλαξειδίου, 1865, σελ. 163) ἀναφέρει τὴν χαρακτηριστικὴ περίπτωση τοῦ βρυκόλακα Μαραβέλη:

«Ὁ ἀρματωλός Νίκος Μαραβέλης, πληγωθείς ἒν τινι συμπλοκῇ κατὰ τῶν Τούρκων ἀπεσύρθη πρὸς Σάλωνα ἀγούσης βράχων. Ἐκεῖ δε καταβασανιζόμενος ὑπὸ τῶν πληγῶν, παρέδωκε τὸ πνεῦμα. Τὸ σπήλαιον ὠνομάσθη ἔκτοτε «Σπηλιὰ τοῦ Μαραβέλη»· διάφοροι δὲ περὶ τοῦτου δεισιδαιμονικαὶ παραδοξολογίαι ἐπικρατοῦσι παρὰ τῷ λαῷ. Πολλάκις διερχόμενος κάτωθεν τοῦ σπηλαίου ἤκουσα τοὺς νεανίας ἀγωγιάτας ἀνακράζοντας,

«Νίκο Μαραβέλη
Μὴ τρῶς τὸ μέλι».

Πιστεύεται, ὅτι εἰς τὸ σπήλαιον τοῦτο ἀποταμιεύουσι τὰ ἐκεῖ διαιτώμενα σμήνη μελισσῶν πολὺ μέλι, ἀλλ’οὐδεῖς τολμᾷ νὰ εἰσέλθῃ, διότι δαιμόνια φυλάττουσι τὴν εἴσοδον. Ὁ Μαραβέλης μόλις ἀναβᾶς, ἐφονεύθη ὑπὸ τῶν δαιμόνων, καὶ μείνας ἄταφος ἔγινε βρυκόλακας».

Ὁ Μανιάτης ποιητὴς Νικῆτας Νηφάκης (1748-1818), ἔγραψε σὲ ποίημά του γιὰ τοὺς ἀρματωλοὺς:

«Τοὺς βλέπεις μὲ τὰ γένεια καὶ καταλερωμένους
Σὰν βρυκολάκους ἄγριους, καὶ πάντ’ἀρματωμένους…»

Οἱ βρυκόλακες θεωροῦνταν μαῦροι στὸ σῶμα καὶ φοβεροὶ στὴν ὄψη. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸν, ὁ ἀρματωλός τὴς Λοκρίδος, Κατζώνης, λόγω τοὺ μελαχρινοῦ δέρματός του καὶ τῆς ὠμότητας ποὺ ἔδειχνε πρὸς τοὺς Τοὺρκους, ὀναμάσθηκε Βρυκόλακας…

Χλόη
ἀπὸ ἀνιχνευτές

(Visited 67 times, 1 visits today)




Leave a Reply