Πρὸς μειράκια ἐπιστολή. «Ἐθνικὸν εἶναι ὅ,τι εἶναι ἀληθές».

 

Γράφει ὁ Σωτήριος Καλαμίτσης.

Γράφω, επειδή διάβασα και άκουσα ετούτες τις ημέρες ξανά και ξανά τις δηλώσεις του Κ. Μητσοτάκη περί υπερδανεισμού της χώρας που θα μας οδηγούσε στο ΔΝΤ, ότι αν τον άφηναν να κάνει τις μεταρρυθμίσεις που ήθελε την περίοδο 1990-1993, δεν θα είχαμε το σημερινό χάλι κ.λπ. Το πρώτο ερώτημα που κατέβηκε στην γκλάβα μου είναι: «Ποιός δεν τον άφησε; Και ήταν πιο δυνατός από την λαϊκή βούληση αυτός που δεν τον άφησε; Κι’ αν κάποιος δεν σ’ αφήνει να κάνεις το σωστό, συνεχίζεις να κάνεις το λάθος ενσυνειδήτως; Γιατί;»              

Διάβασα και όλες τις δηλώσεις των πολιτικών για την προσωπικότητα του εκλιπόντος. Αντελήφθην ότι κοινή συνισταμένη όλων ήταν πως ο νεκρός άφησε το «αποτύπωμά» του στον πολιτικό βίο της χώρας και ότι ων υπέρμαχος του κοινοβουλευτισμού συνέβαλε τα μέγιστα στην «εμπέδωση της Δημοκρατίας» μετά το 1974. Δεν προσδιόρισε κάποιος, όμως, ούτε το αποτύπωμα ούτε το είδος και το μέγεθος της συμβολής.

Εσείς, λοιπόν, που γεννηθήκατε από το 1990 και μετά ασφαλώς και δεν γνωρίζετε τί συνέβη πριν γεννηθείτε. Ίσως κάτι να διαβάσατε και να σχηματίσατε άποψη αναλόγως του ποιός έγραψε αυτό που διαβάσατε ή είπε αυτό που ακούσατε. Τα γεγονότα, όμως, είναι γεγονότα και  δεν χρειάζεται να τα ερμηνεύσει κάποιος για να αντιληφθεί τί κρυβόταν από πίσω  τους.

Για το αν ο Κ. Μητσοτάκης ίδρυσε το Κόμμα των Νεοφιλελευθέρων και καθύβριζε τον Κ. Καραμανλή μέχρι που ο τελευταίος τον περιμάζεψε στην ΝΔ, δεν χρειάζεται να κάνουμε ερμηνείες. Στεκόμαστε στο γεγονός και αφήνουμε την φαντασία μας ελεύθερη. Δεν χρειάζεται να καλπάσει.

Το ότι ο «έντιμος» απεχώρησε από την ΝΔ, όταν εξελέγη Πρόεδρός  της ο «επίτιμος», είναι άλλο ένα γεγονός. Αφήστε την φαντασία σας να βρει, χωρίς καλπασμό, τους λόγους που τα χνώτα  του «εντίμου» δεν ταίριαζαν με του «επιτίμου».

Αφού σημειώσω ότι ο Τσώρτσιλ φέρεται πως είπε «Democracy is the worst form of government, except for all the others», θα παραθέσω στοιχεία από αυτή την Δημοκρατία, στην εμπέδωση της οποίας συνέβαλε ο αποθανών, και από τον κοινοβουλευτισμό, του οποίου υπήρξε φανατικός θιασώτης. Ο νεκρός δεδικαίωται, αλλά η μνήμη δεν πρέπει να αποσβέννυται, προ πάντων δε δεν πρέπει να διαγράφουμε το στερητικό «α» από την λέξη «αλήθεια».  Ας δούμε, λοιπόν, με ποιους πολιτικούς ασχολήθηκε η Βουλή, το ανώτατο κοινοβουλευτικό όργανο της εμπεδωμένης και τεθωρακισμένης [κάτι σαν το όχημα του Λουκά] πλέον Δημοκρατίας μας, στα πλαίσια της διαδικασίας παραπομπής τους στο Ειδικό Δικαστήριο  του νυν άρθρου 86 του Συντάγματος.

  1. Έξι Υπουργοί της Κυβερνήσεως  Κ. Καραμανλή (Καραμανλής, Ν. Μάρτης, Α. Πρωτοπαπαδάκης, Π. Παπαληγούρας, Δ. Χέλμης, Λ. Μπουρνιάς) ελέγχονται το 1965 για εκ προθέσεως βλάβη των συμφερόντων του κράτους, αλλά δεν παραπέμπονται.
  2. Ένας ακόμη Υπουργός και δύο Υφυπουργοί της Κυβερνήσεως Κ. Καραμανλή ελέγχονται το 1965 (Ε. Αβέρωφ, Α. Γεροκωστόπουλος και Δ. Δαβάκης) για παράνομη διαχείριση και διάθεση μυστικών κονδυλίων, αλλά δεν παραπέμπονται.
  3. Ο Αναπληρωτής Υπουργός Οικονομικών Ν. Αθανασόπουλος παραπέμφθηκε το 1989, δικάσθηκε το 1990 για έκδοση ψευδών βεβαιώσεων, απλή συνέργεια σε νόθευση βιβλίων απόπλου-κατάπλου λιμεναρχείου Καβάλας και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως τριών ετών και έξι μηνών. Η Βουλή, όμως, την 17.01.1994 συγκατετέθη στην άρση της καταδίκης. Πρόκειται για την «υπόθεση του καλαμποκιού». Βάπτιζαν ελληνικό το γιουγκοσλαυικό καλαμπόκι και το εξήγαγαν στην ΕΟΚ αδασμολόγητο και με την είσπραξη επιδοτήσεων.  [ΣΗΜ: τότε δεν είχαν ακόμη διαλύσει οι ευρωπαίοι εταίροι μας την Γιουγκοσλαυία. Η διάλυση επήλθε μετά την πτώση του «Τείχους» το 1989].  Ο εν λόγω περιφέρεται σήμερα στις αίθουσες των δικαστηρίων δικηγορών. Πριν ασχοληθεί με την πολιτική ήταν Εισαγγελέας.
  4. Ο Πρωθυπουργός Α. Παπανδρέου και οι Υπουργοί Εθνικής Οικονομίας Π. Ρουμελιώτης, Οικονομικών Δ. Τσοβόλας, Δικαιοσύνης Μ. Κουτσόγιωργας, ο Υφυπουργός Βιομηχανίας, Έρευνας, Τεχνολογίας Γ. Πέτσος, παραπέμφθηκαν το 1989 και η δίκη έγινε το 1992. Ο Α. Παπανδρέου για ηθική αυτουργία σε απιστία, δωροληψία και  αποδοχή προϊόντων εγκλήματος και αθωώθηκε. Ο Π. Ρουμελιώτης  για παράβαση του άρθρου 2  ν.δ. 802/71, επειδή δεν έλαβε μέτρα ελέγχου της Τράπεζας Κρήτης, αλλά  τελικώς δεν κάθισε στο εδώλιο λόγω μη άρσεως της ασυλίας του από το Ευρωκοινοβούλιο. Ο Δ. Τσοβόλας παραπέμφθηκε για απιστία περί την υπηρεσία, καταδικάσθηκε σε φυλάκιση 2,5 ετών και 3ετή στέρηση  πολιτικών δικαιωμάτων, αλλά η Βουλή  συγκατετέθη την 26.11.1993 στην απονομή χάριτος και στην άρση των εννόμων συνεπειών της καταδίκης.* 
  5. Ο Μ. Κουτσόγιωργας παραπέμφθηκε για παράβαση του άρθρου 2 ν.δ.  802/71, επειδή δεν έλαβε μέτρα ελέγχου της Τράπεζας Κρήτης, για υπόθαλψη εγκληματία, για παθητική δωροδοκία και για αποδοχή προϊόντων εγκλήματος από ιδιοτέλεια, απεβίωσε όμως κατά την διάρκεια της δίκης. Τέλος ο Γ. Πέτσος παραπέμφθηκε για απιστία περί την υπηρεσία και δωροληψία, καταδικάσθηκε σε φυλάκιση δέκα μηνών με τριετή αναστολή και σε διετή στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων για το πρώτο αδίκημα, ενώ αθωώθηκε για το δεύτερο.
  6. Ο Πρωθυπουργός Α. Παπανδρέου παραπέμφθηκε το  1989 για υποκλοπές τηλεφωνικών συνδιαλέξεων. Η  δίωξη ανεστάλη με απόφαση της Βουλής την 15.05.1992.
  7. . Ο Πρωθυπουργός Κ. Μητσοτάκης παραπέμφθηκε το 1994 για υποκλοπές τηλεφωνικών συνδιαλέξεων. Η  δίωξη ανεστάλη με απόφαση της Βουλής την 16.01.1995. Για την ίδια υπόθεση υπεβλήθη πρόταση κατηγορίας και κατά της Υπουργού Πολιτισμού  Ντόρας Μπακογιάννη, αλλά η Βουλή δεν την παρέπεμψε.
  8. Ο Πρωθυπουργός Κ. Μητσοτάκης και οι Υπουργοί Οικονομικών Ι. Παλαιοκρασάς και Βιομηχανίας, Εμπορίου, Τεχνολογίας Α. Ανδριανόπουλος παραπέμφθηκαν το 1994 για την υπόθεση της πωλώσεως της ΑΓΕΤ, προβληματικής εταιρείας του Δημοσίου (ο πρώτος για ηθική αυτουργία σε απιστία, για παθητική δωροδοκία και για παράβαση καθήκοντος και οι άλλοι δύο για απιστία και για παράβαση καθήκοντος). Η  δίωξη ανεστάλη με απόφαση της Βουλής την 16.01.1995.  Ψάξτε να βρείτε τις ειδήσεις της εποχής για τις συναντήσεις  του «επιτίμου» με τον Παντσαβόλτα. 
  9. Το 2009 ο Υπουργός Ναυτιλίας της ΝΔ Αριστείδης Παυλίδης ελέγχθηκε για παθητική δωροδοκία, αλλά η Βουλή δεν τον παρέπεμψε.
  10. Ο Υπουργός Οικονομικών της κυβερνήσεως Γ. Παπανδρέου, Γιώργος Παπακωνσταντίνου παραπέμφθηκε το 2014 για την υπόθεση της λίστας Lagarde  (νόθευση εγγράφου, απόπειρα απιστίας). Καταδικάσθηκε σε φυλάκιση 1 έτους με αναστολή. 
  11. Και ο Άκης ελέγχθηκε και παραπέμφθηκε, αλλά για  παραγεγραμμένο αδίκημα.   

Και τέλος, διαβάστε τον Παπαδόπουλo-Τετράδη, που τα έχει ζήσει τα  πράγματα  πολύ περισσότερο και πολύ πιο κοντά τους από όσο εγώ Το κομματικό σύστημα γέννησε τη βόμβα στον Παπαδήμο  για να αντιληφθείτε για ποια Δημοκρατία και ποιόν κοινοβουλευτισμό μιλάμε.

Ακολούθως αναρωτηθείτε γιατί  στην κηδεία του Αριστείδη Αλαφούζου ήταν παρούσα όλη  η πολιτική και πολιτειακή ηγεσία. Ο αποθανών είχε αγοράσει την «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» και τον ραδιοσταθμό «ΣΚΑΙ» μπιρ παρά σε πλειστηριασμό, όταν το εργολαβοσυνδικαλιστικοπολιτικό σύμπλεγμα διεμοίραζε τα ιμάτια της «ΓΡΑΜΜΗ ΑΕ» που είχε στήσει ο Κοσκωτάς με λεφτά της Τράπεζας Κρήτης [ναι αυτής που φιγουράρει ακόμη και σήμερα στην λίστα των ….. οφειλετών του Δημοσίου].

Ζητήστε να μάθετε γιατί ο «ΣΚΑΙ» έβαλε καθημερινώς – με πολιορκητικούς κριούς τους Τράγκα  και Κακαουνάκη –  κατά του Κ. Μητσοτάκη, όσο ο τελευταίος ήταν πρωθυπουργός, με αποτέλεσμα να αποκαλέσει ο Μητσοτάκης τον εν λόγω ραδιοσταθμό «χαμαιτυπείο», όπως μας θύμισε προχθές ο Καραμέρος.

Ψάξτε να μάθετε τί ήταν η εταιρεία ΜΑΥΟ και πόσα λεφτά είχε δώσει ο  Αλαφούζος στον Μητσοτάκη, αλλά στην συνέχεια τον κατακεραύνωνε, προφανώς επειδή ο Μητσοτάκης δεν του έκανε τα χατίρια. Ψάξτε γιατί ο Μητσοτάκης, ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολιτεύσεως, επισκεπτόταν τον Χρήστο Λαμπράκη στα γραφεία του ΔΟΛ  στην Χρήστου Λαδά.     

Διαβάστε και την είδηση του Δεκεμβρίου 2001:

«Την ύπαρξη τραπεζικού λογαριασμού στο Λονδίνο, της λιβεριανής εταιρείας Mayo, παραδέχθηκε εχθές το βράδυ σε συνέντευξή του στο τηλεοπτικό κανάλι Mega, ο επίτιμος πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, ο οποίος πρόσθεσε ότι ο λογαριασμός υπήρχε πριν αναλάβει εκείνος την ηγεσία του κόμματος. Ο κ. Μητσοτάκης δεν αρνήθηκε ότι μπορεί να έγιναν υποκλοπές κατά την διάρκεια της πρωθυπουργίας του, λέγοντας χαρακτηριστικά: «Εάν με ρωτήσετε τι πιστεύω, δεν ξέρω τίποτα, δεν παίρνω όρκο». Επίσης, χαρακτήρισε γελοία τα επιχειρήματα του στρατηγού Γρυλλάκη περί εμπλοκής της CIA στην εκλογική μάχη του 1989.»

Διαβάστε και ετούτο Ο «άγνωστος πόλεμος» της οικογένειας Μητσοτάκη  και τότε θα καταλάβετε σε ποια Δημοκρατία ζήτε, στην εμπέδωση της οποίας συνέβαλε και ο εκλιπών. Και φροντίστε να  πορευθείτε στην αντίθετη κατεύθυνση. Πάση δυνάμει!

[Πρέπει να σημειώσω ότι είναι χαραγμένη στην μνήμη μου η ξεφτίλα με την εικόνα των ανδρών ασφαλείας του Προέδρου Μπους του πρεσβυτέρου, οι οποίοι έκαναν σωματική έρευνα στους ναύτες που ήταν παρατεταγμένοι επάνω σε ελληνικό πολεμικό στην Σούδα, πριν επιβιβασθεί σ’ αυτό  ο Πρόεδρος των πΗΠΑ. Πρωθυπουργός ήταν ο Κ. Μητσοτάκης].

Ο Μεγάθυμος Θεός ας συγχωρήσει τις αμαρτίες και του Κ. Μητσοτάκη!

Και εσείς παιδάκια να διαβάζετε κάτι σαν και ετούτο που παραθέτω ως Υ.Γ. που δεν σας διδάσκουν στα εκμαυλισμένα σχολειά μας οι στρατιές των μονίμων και αναπληρωτών καθηγητών που μόνον τα «ιδιαίτερα» σκέφτονται. Διαβάστε αφήνοντας κατά μέρος τα πλεονάσματα, τα ελλείμματα, τα PSI, τα QE,  τους οίκους αξιολογήσεως και εν γένει τους οίκους ανοχής. Για να παίρνετε κουράγιο, μήπως και φέρετε, έστω κι’ αργά,  την πραγματική αλλαγή και το ήθος σε ετούτον τον τόπο. Και ποτέ να μην ξεχνάτε ότι ο εθνικός ύμνος ψάλλεται, δεν τραγουδιέται. Και ότι το εθνικό σύμβολο είναι για να σκεπάζει τους αξίους και δεν νογάει από  πρωτόκολλα. Διαβάστε για τους ήρωες που πεθαίνουν ανιδιοτελώς μη πειθόμενοι τοις ρήμασι των «Μεγάλων Ηγετών».    
 
*προσωπική μου άποψη: ο Τσοβόλας απλώς πλήρωσε την νύφη.  Υπήρξε έντιμος πολιτικός. Δεν είναι τυχαίο ότι δεν έχει κάνει περιουσία  και ότι ακόμη και σήμερα βιοπορίζεται δικηγορών.     

Υ.Γ.

Α Π Ο Χ Α Ι  Ρ Ε Τ Ι Σ Μ Ο Σ

(Ο Γρηγόρης ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ  αποκλεισμένος στην σπηλιά της Μονής Μαχαιρά).

Τέλειωσαν πια τα ψέμματα – δικά μας και ξένα
Η φωτιά η παντάνασσα πλησιάζει. Δεν μπορείς πια
Να ξεχωρίσεις αν καίγεται σκοίνος ή φτέρη ή θυμάρι. Η φωτιά πλησιάζει.
Κι  όμως πρέπει να προφθάσω να ξεχωρίσω,
Να δω, να υπολογίσω, να σκεφτώ – (για ποιόν; Για εμένα;
Για τους άλλους;) Πρέπει.
Μου χρειάζεται πριν απ’ το θάνατό μου μια υστάτη γνώση, η γνώση του θανάτου μου, για να μπορέσω να πεθάνω.

Οι  άλλοι τέσσερις έφυγαν. Στο καλό. Τι ησυχία – σα νάναι εδώ να γεννηθεί ένα παιδί  ή να πεθάνει ένας μάρτυρας, και περιμένεις ν’ ακουσθεί μια πελώρια  κραυγή (του παιδιού ή του Θεού), μια κραυγή πιο τρανή απ’ την σιωπή
Που θα ρίξει τα τείχη του πριν, του μετά και του τώρα, να μπορέσεις να θυμηθείς, να μαντέψεις, να ζήσεις μαζί, μες σε μια άχρονη στιγμή, τα πάντα. Όμως τίποτα.
Μαρμαρωμένη ησυχία, – μ’ όλο που  ακούγονται
Οι ντουφεκιές κ’ οι φωνές – πόσο ξένα, δεν ακούγονται, χαράζονται
Στεγνά σα σύρματα κομμένα ή σα νερά που κρυστάλλωσαν πριν πέσουν
Και μένουν σ’ έναν ξένο χώρο, σταματημένα κ’ αιχμηρά.

Τι ησυχία, –
Μ’ όλο που ακούγεται η έλευση της φωτιάς. Δεν είναι ώρα πια για πίσω. –
Πίσω  και πλάι και πάνω, το φράγμα της πέτρας, μπροστά ένας μικρός ή ο ατελείωτος θάνατος, στην μέση
(στην μέση;) εγώ. – Τι είναι ένας άνθρωπος κλεισμένος στην φωτιά και στην πέτρα, που η μόνη του διέξοδος;
Ένας τμηματικός θάνατο; Πρέπει να τον γνωρίσω.
Δεν προφταίνω.

Ίσως και να μπορούσα να γλυτώσω. Ίσως μπορούσα
ν’ αντέξω την καταφρόνια ή την συγγνώμη ή την λησμονιά των άλλων. Όμως εγώ θα μπορούσα να λησμονήσω το φως που ονειρευθήκαμε μαζί; Εκείνο το μέγα καρδιοκτύπι της σημαίας μας; Θα μπορούσα να βολευθώ στον ίσκιο μιας γωνιάς με σταυρωμένα τα χέρια γύρω στα σταυρωμένα γόνατα
σα μνησίκακη, μεμψίμοιρη ή αμέτοχη αράχνη
που πλέκει μόνο με το σάλιο της τα δίκτυα της;

Ίσως  μπορούσε, κ’ έτσι ακόμη, νάταν όμορφα –
Μια πεταλούδα παραπλανημένη ίσως θαρχόταν κάποτε να καθίσει στα κάγκελα του παραθύρου
Παίζοντας αόριστα, όχι για εμένα, (μα ίσως και για εμένα), την δίδυμη, λεπτή σημαιούλα της,
Μια γραμμή φως ίσως περνούσε απ’ την χαραματιά της πόρτας σαν το μικρό δακτυλάκι μιας φίλης
Που τραβάει επιτιμητικά μια γραμμή στην σκόνη του τραπεζιού σου με τα τεφτέρια σου.

Η φωνή ενός παιδιού – δεν μπορεί – θ’ ακουγόταν στα χωράφια ένα απόγευμα κ’ η ματιά μιας γυναίκας που ονειρεύεται χαμογελώντας – η ματιά της, χαμένη στο βράδυ, θα σ’ άγγιζε,
Η ματιά μιας γυναίκας που δε σ’ είδε και την είδες.
Ίσως  και νάταν καλά. Ένας γλόμπος που  θ’ άναβε νωρίς  μπροστά στην καγκελόπορτα της φυλακής σου
μες στο ρόδινο ανοιξιάτικο δείλι, θάταν ίσως
τούτος ο γλόμπος η απαλή καμπύλη ολόκληρης ακρογιαλιάς, θα μαζεύονταν επάνω του τα έντομα
σαν τα μικρά καΐκια σ’ ένα λιμανάκι του νησιού μας.

Παντού  μπορείς να ταξιδέψεις κι ασάλευτος.
Μονάχα η τελευταία ακινησία: αταξίδευτη. Δε μπόρεσα να φύγω.
Δεν χωρούσα. Ήταν η έξοδος στενή. Μούλειψε και το θάρρος
μήπως και δε μπορέσω να πεθάνω. Συχωράτε με.

Ίσως οι τέσσερις συντρόφοι μου νάταν πιο δυνατοί από εμένα – δηλαδή πιο ειλικρινείς.
Εγώ ήμουν αδύναμος: Ντράπηκα.
Εσείς πηγαίνετε. (Φύγανε.) Δεν σας κρατώ. (Φύγανε κιόλας.) Στο καλό.
Η φωτιά πλησιάζει. Συγχωράτε με, φίλοι που δεν μπόρεσα να σας ακολουθήσω, που σας άφησα μόνους σε ετούτη την έξοδο. Είναι η πρώτη φορά. Δεν μπορούσα. Συγχωρέστε με.

Κι  όμως, το νοιώθω ακόμη, θα μπορούσα να ζήσω οπουδήποτε, στην ερημιά σαν κουρασμένος  πεισματάρης βράχος, ξεχασμένος, ή ν’ αδικιέμαι, ν’ αδικώ, να βλέπω ν’ αδικούνται οι φίλοι μου και να σωπαίνω, ή σαν δαρμένος, μαδημένος σκύλος που κυττά καχύποπτα την σκιά ενός σπουργιτιού και την σκιά του,
Ή (το μελέτησα κι αυτό) ασκητεύοντας, να λειάνω με τις
ρώγες των δακτύλων μου
(μαλακωμένες πια απ’ την αχρηστία) να λειάνω μια πέτρα κι ώρες ν’ αποξεχνιέμαι κυττάζοντας τις ασάλευτες φλέβες της, κι έτσι σκυφτός
να κλαίω αμίλητα απ’ την ευτυχία να υπάρχω.

Δεν μπόρεσα.
Αν  έβγαινα παραδίδοντας τα κλειδιά μου, μπουσουλώντας  με χέρια και με πόδια (κάθε έξοδος είναι  στενή, συντρόφια μου), αν κινούσα να παραδώσω σα σκισμένη σημαία την ψυχή μου – Ποια ψυχή μου ;
Δεν πρόφτασα όλη να την δοκιμάσω, να την γνωρίσω ολόκληρη. Μου χρειάζεται ετούτη η στιγμή, να μάθω πού και τι θα παραδώσω ή δε θα παραδώσω. Ξέρω πως θα μπορούσε νάμαι στην θέση σας, αδέρφια μου που φύγατε, γιατί ξέρω, όπως κι εσείς, τι θα πει πόνος και φόβος,
μα εγώ είχα ένα φόβο πιο μεγάλο απ’ τον πόνο μου κι απ’ το φόβο σας, όχι μονάχα τον φόβο του κορμιού μου, μα και τον φόβο της ψυχής μου, που δεν την ξέρω – ο ίσκιος της κάθε κινήσεώς μου μεγάλωνε απέραντα επάνω σ’ έναν τρομακτικά κάτασπρο τοίχο,
και κάθε σφυγμό μου τον άκουγα να πέφτει μες στο πάντοτε γράφοντας στέρεους κ’ υδάτινους κύκλους ατελείωτους. Έτσι με ςτούτο τοβ φόβο της ψυχής μου γλύτωσα απ’ τον φόβο του κορμιού μου. Ωστόσο ξέρω όλο τον φόβο, και μπορείτε να με πιστέψετε, γιατί κανένας μας δεν είναι που να θέλει να πονάμε ή να φοβόμαστε.
Εδώ τουλάχιστο, μπορείτε να με πιστέψετε.
Εδώ δεν είναι δύσκολο ν’ αγαπηθούμε. Όλα είναι τόσο δύσκολα, κ’ ίσως για ετούτο και ν’ αξίζουν. Όμως δε θα μπορούσα να περπατήσω με κομμένα τα γόνατα της ψυχής μου. Με του κορμιού μου, τα πόδια και τα χέρια κομμένα, θα το μπορούσα. Συγχωράτε με. Γεια σας.

Έφυγαν. Ησυχία. Τι μοναξιά πυκνοκατοικημένη. Τα πάντα πυκνά και διαλυμένα. Το απέραντο δίχως βάρος μάρτυρες. Σε ποιόν να μιλήσω και γιατί; Αν είχαν τουλάχιστο μείνει. –
Δεν πρέπει να βουλιάξω μέσα μου. Ας κρατηθώ  έστω απ’ την φωνή μου, απ’ τον ήχο του  δικού μου ντουφεκιού, να μείνει το κεφάλι μου έξω ή μοναχά το μέτωπό μου και  τα μάτια μου. Θέλω να βλέπω.
Θέλω  να φαντασθώ τα δένδρα, τα παράθυρα, τα πράγματα, να νοιώσω την σπιτίσια ζεστασιά τους, ν’ αντιμετωπίσω αυτήν την μεγάλη παγωνιά  της φωτιάς που  πλησιάζει. Μια καρέκλα  ακουμπισμένη στην  γωνιά μιας κάμαρας  μπορεί και νάναι, λέω, σαν εσωτερικό καμπαναριού, όπου ο ήχος της καμπάνας στρογγυλός κατεβαίνει γεμίζοντας με κυριακάτικη ησυχία το σπίτι. Δε μπορώ να συνεχίσω.
Μοιάζει ανέφικτη η νίκη δίχως  μάρτυρες που να την διαλαλήσουν.
Θέλω  να φαντασθώ το πτώμα  μου τριγυρισμένο από κλαμένους  φίλους και μεσίστιες σημαίες για να μπορέσω να παραιτηθώ απ’ το σώμα μου. Κανείς τριγύρω μου. Μάρτυρας μόνος η φωνή μου – κι αυτή πώς να περάσει την φωτιά και την πέτρα;
Πρέπει μοναχός να τα βγάλω πέρα. Τι ησυχία ! – σαν μόνιμη. Ρητή. Το παγούρι μου θυμίζει πως κιόλας δεν διψώ. Δεν θα διψάσω πια. Κι όμως το γυλιό μου εκεί στο καρφί κρέμεται ακόμη με την έκφραση του πρώτου άστρου της βραδιάς επάνω απ’ την παραλία της Λεμεσός την ώρα που τα γκαρσόνια καταβρέχουν με λαστιχένιους σωλήνες το πεζοδρόμιο ύστερα από την τρομερή ζέστη μιας ημέρας του Ιουλίου, την ώρα που βγάζουν τα πρώτα τραπεζάκια στην προκυμαία για τους βραδινούς πελάτες, την ώρα που κι ο πιο μικρός θόρυβος του πιο μικρού ψαριού, εκεί δίπλα, στα ρηχά, φωνάζει :
«αύριο, αύριο, αύριο».

Ναι, θα μπορούσα να ζήσω οπουδήποτε, στην μοναξιά, στην λησμονιά, οπουδήποτε, απόστρατος κι ανεύθυνος, δίχως φθόνο, να χαίρουμαι τα κατορθώματα των άλλων, ένδοξες πράξεις, που δεν έκανα εγώ – να κυττώ την διαδρομή ενός αργοπορημένου μερμηγκιού που κουβαλάει μες στο ολοπόρφυρο λιόγερμα ένα σπυρί καλαμπόκι πιο μεγάλο απ’ το μπόι του και να νοιώθω όλης της γης το κάλεσμα και του καλοκαιριού την ζέστα με τα πόδια αυτού του μερμηγκιού, κι όλου του κόσμου η ευγνωμοσύνη αμίλητη να στέκει μες στα μάτια μου καθώς θ’ ακούω αιώνια κείνο το ψαράκι να φωνάζει :
«αύριο, αύριο». Ποιο αύριο σήμερα ;

Τρομερή παγωνιά ετούτη η ζέστη. Δεν προφταίνω. Ο αέρας χάνεται. Και πρέπει να εξαντλήσω την προθεσμία μου. Ν’ αφήσω και κάποια διαθήκη. Τι χρειάζεται ;
Θα την κάψει κι αυτήν η φωτιά. Δε θα την κάψει.
Τι δύσκολα, λοιπόν που τελειώνει η ζωή. Και πρέπει να προλάβω να ζήσω αυτή την τελευταία μου δυσκολία, να την κερδίσω, κ’ ίσως να την δώσω σαν μια χαρά στους άλλους. Πώς; Με τι; «Μα πρέπει».
Τι  πρέπει; Ποιος μιλάει; Τι λέει; Γιατί; «Μα πρέπει».

Εδώ ούτε καθήκοντα, ούτε ανάγκες πια. Ποιος προστάζει; Τι ζητούν από εμένα; και ποιοι; Κ’ οι φτωχοί, κ’ οι αδικημένοι, κ’ η πατρίδα, κι ο κόσμος, κι ο εαυτός μου ; Καθήκοντα κι ανάγκες. Ναι. Καθήκοντα κι ανάγκες.
Ένα κόκκινο φως μέσα κ’ έξω. Το αίμα κι ο αγέρας.
Υπάρχουν. Υπάρχω. Να υπάρξουμε.
Θα υπάρξουμε. Ένα κόκκινο φως η στιγμή μου. Και πρέπει να δέσω τις σκέψεις με τα πράγματα – να υπάρξουν χειροπιαστά. Και δεν έχω καιρό. Και τα πράγματα έφυγαν. Δεν τα βλέπω.
Οι άπιαστες σκέψεις απομένουν μόνο και πρέπει αυτές, τουλάχιστον, να τις κρατήσω – νάβρω κάποιον τρόπο να τις δώσω.-
Και τούτο δω το σαλιγκάρι  που ανηφοράει  ανέμελο στην πέτρα, αυτό και το εκκλησάκι  του μαζί, – που  πάει ; Δεν προσέχει. Να του μιλήσω; να του εμπιστευτώ; Είναι κουφό. Σα να μην έχει πάρει  δανεικά από κάποιον, – τραβάει αυτό και το εκκλησάκι του μαζί. – Πρέπει λοιπόν να προφθάσω ολομόναχος, – τι να προφθάσω ;
Δεν είναι η πιο κατάλληλη στιγμή για να σκεφθείς η στιγμή του θανάτου, κ’ είναι η μόνη που την έχεις ακέρια, γιατί είναι το τέλος, και δω δε χωρούν διαψεύσεις κι απάτες – ποιος ο λόγος άλλωστε;

Είμαι 29 μόλις χρονών και το μόνο που ξέρω είναι πως θέλω να ζήσω. Δεν πρόφθασα ακόμη να σκεφθώ, μια και δεν πρόφθασα να ζήσω. Μες στην μάχη τι να σκεφθείς;
Δεν πρόφθασα. Μου χρειάζεται, τουλάχιστον, ρτούτη η ολόκληρη στιγμή μου για να ζήσω ολόκληρος. Θυμάμαι-.
Ήταν  άνοιξη τότες. Καθόμασταν άκρη – άκρη στο λιμάνι της Αμμόχωστος,
Και ξέρω τώρα-δεν τόξερα – τότες – ήταν όμορφη η ζωή, (κ’ είναι, κ’ ίσως πιο όμορφη πάντα – όλο πιο όμορφη γίνεται – την φτιάχνουμε)
ήταν όμορφα τα στάχυα, τα κίτρα, τ’ αμπέλια, τα σπίτια, οι γυναίκες, τα καΐκια –
όμορφα πού ‘παιζαν οι ανταύγειες του νερού στα πλευρά των καραβιών – όμορφες κ’ οι σκιές των καραβιών μες στο νερό. Σκιές γλάρων περνούσαν επάνω απ’ την προκυμαία, επάνω απ’ τα στρογγυλά τραπεζάκια του υπαίθριου καφενείου με τα φλυτζάνια του καφέ, κ’ έτσι όπως κουβεντιάζαμε, τρεις παλιόφιλοι,
δίχως ν’ ανασηκώνουμε καθόλου το κεφάλι
νοιώθαμε πως οι γλάροι ήταν απάνω μας και πίναμε μαζί με τον καφέ κάτι απ’ τη φευγαλέα σκιά των γλάρων,
μια γέψη απλοχωριάς, φιλίας κ’ ελευθερίας.
Ε, ναι, είναι όμορφη η ζωή, κ’ εγώ ήμουν  όμορφος,
(γιατί ήμουν; Είμαι.)

Κι όλα μπορούμε να τα φτιάξουμε όμορφα χέρι με χέρι.
Συχνά τα καλοκαίρια μες στην κάψα του μεσημεριού – και στο χιόνι – ένοιωσα να στεριώνει η ζωή μ’ εμπιστοσύνη την σημαία της μες στα σκέλια μου,
Κι όταν ακόμα με κύκλωνε ο φόβος μ’ όλους τους κυκλώπειους ίσκιους του
Κι όταν μου τράνταζε τα φυλλοκάρδια η σημαία της πατρίδας που κρατούσα στα χέρια
Καθώς την πλαταγίζαν οι νευρώδεις άνεμοι, εκείνη η άλλη σημαία δεν ξεχνιόταν. Ήταν όμορφα. Τώρα δε χωράει κάτι τέτοιο. Διάλεξα την φωτιά.
Η απόφασή μου πάρθηκε. Είμαι έτοιμος.

Λέτε  νάναι πιο φαρδιά η πύλη του θανάτου; Εδώ τελειώνω. Δεν  ξέρω πάρα κάτω.
Τ’ άλλα φτιάχτε τα, πείτε τα, εσείς. Κέρδισα ακόμη μια στιγμή μεγάλη σαν ολόκληρο τον πόνο. Δεν ήξερα πως μια στιγμή μπορούσε νάχει τόση διάρκεια.
Δεν είχα φαντασθεί πως ο πόνος μπορούσε να σκέφτεται. Κι όλα έχουν το βαθύ νόημά τους και προσμένουν να το βρούμε. Κι ο κόσμος θα φτώχαινε
αν έλειπε ένα χαλικάκι, ένα τζιτζίκι, ή κ’ η φωνή του γαλατά μες στο χάραμα. Τόμαθα.
Μήπως αυτό είναι τάχα κείνο που λένε ηρωισμός;
Και που ωστόσο δεν τόξερε εκείνος που τον έλεγαν ήρωα; Και μήπως τάχα η σκέψη νικάει την σιωπή, την φωτιά και τον χρόνο κι αυτό το λέμε μοίρα ;
Δεν τόξερα. Τόμαθα. Γεια σας.

Αυτή την πιο όμορφη στιγμή μου σας την αφήνω, αδέρφια. Αυτό είναι το ντουφέκι μου – ολοκαίνουργιο τ’ όπλο του ανθρώπου. Και ετούτο το ντουφέκι, που μου καίει τα χέρια, το αγαπάω, αυτό το ντουφέκι το δροσίζω με – Δεν είναι κακό να με δείτε να κλαίω – είμαι πολύ συγκινημένος απ’ όλα κι απ’ τον εαυτό μου και πιο συγκινημένος απ’ την ανακάλυψη αυτής της συγκινήσεως.
Αν  με γνωρίζατε αυτή την στιγμή θ’ άξιζε  και να με αγαπήσετε, όπως κ’ εγώ σας αγαπάω χωρίς ταπεινοσύνη ή υπερηφάνεια. Μα ποιος θα σας μεταδώσει τούτη την στιγμή; Δεν την χωρούν τα λόγια, τα χέρια, τα μάτια, ούτε η πράξη, ούτε η σκέψη – είναι μεγάλη σαν εκείνο που λέμε πατρίδα μεγάλη σαν αυτό που λέμε γη μεγάλη σαν όλο τον κόσμο. (Τι αλλιώτικη που είναι η φωνή μου.) Σαν όταν δουλεύεις, με δικιά σου θέληση, στο χωραφάκι του φτωχού και δίψασες το μεσημέρι
Και παρατάς την τσάπα σου γερτή όλο εμπιστοσύνη στον κορμό της μονάκριβης συκιάς
Και σκύβεις στο ρυάκι να πιεις κι αντικρίζεις στο γάργαρο ρυάκι το πρόσωπό σου ωραίο, ξαναμμένο απ’ την δουλειά, τον αγέρα, την νιότη, τον ήλιο,
Κι αποθαυμάζεις στο νερό τα αστραποβόλα μάτια σου,
και ετούτο δεν σε σταματάει
μα πίνεις το νερό μαζί με τον εαυτό σου. Ξεδιψάς κι αναγέρνεις κατόπιν το κεφάλι στον ουρανό σάμπως να ψάχνεις κάποιον νάβρεις στα ψηλά για να του πεις ευχαριστώ κ’ είναι ο ουρανός κ’ η γη μέσα σου
κι όξω απέραντα κι ολόφωτα κ’ είναι όλος ο κόσμος
δικός σου και μπορείς να τον δώσεις.
Αυτή  η στιγμή είναι  ανεπανάληπτη, γιατί είναι η αιωνιότητα, κ’ η αιωνιότητα υπάρχει και την δημιουργούμε – δεν επαναλαμβάνεται σαν κάτι που έρχεται και φεύγει και ξανάρχεται. Λοιπόν μην κλαίτε.
Όμως εμένα αφήστε με να κλάψω, γιατί σε λίγο, το μαντεύω, δε θα μπορώ πια να κλάψω μες στην αναγνώριση της ευτυχίας πως μπορώ να πεθάνω.
Συχωρέστε με.

Κι  αλήθεια, ξέχασα να σας  πω το κυριότερo
-που μόλις τώρα τόμαθα-
δεν είναι τόσο δύσκολος ο θάνατος. Το αντίθετο μάλιστα.
Και σας βεβαιώνω τώρα με το αίμα μου:
ποτέ δεν ήταν τόσο ευτυχισμένος ο Χριστός
όσο την ώρα που το τελευταίο καρφί τον άφησε ακίνητο,
χωρίς να τον σκοτώσει,
για να κυττάξει κατάματα τον ουρανό και την θυσία του,
ποτέ ο Προμηθέας δεν αντίκρισε τόσο γαλήνια κι ολόφωτα τον κόσμο όσο την ώρα που
το ράμφος του όρνεου βρήκε τα μάτια του ξέροντας,
τότε μόνο, πως είχε αξιωθεί να δώσει το φως και την φωτιά στον άνθρωπο,
κι ακόμα, ναι, ποτέ τόσο όμορφος δεν ήταν ο μικρός
Γρηγόρης Αυξεντίου 29 χρονών.
Λέω τον αριθμό των χρόνων μου και κλαίω ξέροντας
πως θα τον προσθέσετε στην δόξα του έθνους μας
(ας μου συχωρεθεί κι αυτή μου η τελευταία αδυναμία).
Ακούω αυτόν τον αριθμό στα χείλη σας
και θάθελα να τον φιλήσω επάνω στα χείλη σας.
Ήμουν ίσως μικρός για την δόξα – ίσως μικρός για  μια τέτοια ευτυχία. Μια πράξη σωστή  είναι το πήδημα του  ανθρώπου έξω απ’ την μοναξιά.
Είναι το σφίξιμο χιλιάδων χεριών κι ο όρκος όλων.
Είμαι έτοιμος.

Δε  δέχομαι, όχι, την θυσία  για τον θάνατο. Την δέχομαι
Μονάχα για την ζωή – για μια ζωή που πια δεν θα
Απαιτεί καμμιά θυσία. Είμαι έτοιμος.
Ποτέ δε θα μπορούσα να πιστέψω πως η στενότητα
μιας σπηλιάς μπορούσε να έχει τόση ευρυχωρία, μπορούσε να χωρέσει την πατρίδα με τις ελιές της,
τ’ ακρογιάλια της, τα βάσανά της, με τα καΐκια της
μ’ ολάνοικτα πανιά στον ανδρίκιον αγέρα της,
τον κόσμο με τα φλάμπουρά του, τα όνειρά του, τις καμπάνες του, και τα μικρά αγριόχορτα. Ανασαίνω,
μέσα σ’ αυτό το πέτρινο τούνελ που η έξοδός του
είναι το ίδιο το στόμιο του ήλιου. Το ξέρω:
από εδώ, κατευθείαν, θα περάσω νεκρός μες στον κόσμο.

Μην κλαίτε. Και ξέρω τώρα, όσο ποτέ,
Πως είναι δυνατή η ελευθερία. Γεια σας.
Ετούτη την ώρα δεν τρομάζω τα μικρά ή μεγάλα λόγια –
Μπορώ να σκουπίσω τα μάτια μου στην σημαία μας
Μια και το ξέρω: στην απόλυτη στιγμή μου
μες απ’ το στόμιο του θανάτου οι συναγωνιστές μου
θα παραλάβουν απ’ τα χέρια μου φλεγομένη
την σημαία του ανένδοτου αγώνα, φλεγομένη σαν πύρινο άλογο ικανό να διασχίσει το άπειρο και τον θάνατο σαν άσβηστη δάδα μέσα σ’ όλες τις νύκτες των σκλάβων,
φλεγομένη η σημαία μας σαν μέγα αστραφτερό δισκοπότηρο για την Αγίια Μετάληψη του Κόσμου.
Μπορώ να επαναλάβω :
«Λάβετε, φάγετε, τούτο εστί το σώμα μου και το αίμα μου – το σώμα και το αίμα του Γρηγόρη Αυξεντίου
ενός φτωχόπαιδου, 29 χρονώ, απ’ το χωριό Λύση,
οδηγού ταξί το επάγγελμα,
πούμαθε στη Μεγάλη Σχολή του Αγώνα τόσα μόνο γράμματα όσα να φτιάχνουν την λέξη
»Ε Λ Ε Υ Θ Ε Ρ Ι Α «
και που σήμερα, 2 του Μαρτίου 1957, κάηκε ζωντανός στην σπηλιά της Μονής Μαχαιρά και σήμερα ακριβώς, 2 του Μαρτίου, ημέρα Σάββατο – μην το ξεχάστε, σύντροφοι –
Στις 2 η ώρα μετά τα μεσάνυκτα, και 3 πρώτα λεπτά,
γεννήθηκε ο μικρός Γρηγόρης ανάμεσα στα
ματωμένα γόνατα της πλάσεως.
Δέκα ώρες είναι πάρα πολλές για όλα όταν έχεις ένα ντουφέκι, κάμποσες σφαίρες και το δίκιο με το μέρος σου
Όταν έχεις δικά σου 29 χρόνια και μπορείς
να τα διαθέσεις μόνος σου
όταν έχεις τον θάνατο σου δικό σου. Γεια σας.
Όλο σας αποχαιρετώ κι ακόμα μένω. Ναι, η πιο μεγάλη πράξη της ζωής μας είναι η απόφαση του θανάτου μας,
Όταν υπάρχει κάποια διέξοδος όταν μπορείς και να τον αποφύγεις, και συ τον διαλέγεις
σαν τιμή και σαν χρέος για τους άλλους,
πιο πέρα απ’ τις ανάγκες σου.
Όποιος μπορεί να νικήσει μια στιγμή την ζωή του
Νικάει και το θάνατο. Τόμαθα.
(Αλλιώτικα που  ακούγεται η φωνή  μου σήμερα. Μην  είναι αυτή που  μου ζητάτε; αυτή  που θάθελα ν’  ακούσετε; Μην είναι  μονάχα αυτή η  σωστή φωνή μου;
ή η φωνή σας; η φωνή όλων μας;)
Τα  πάντα είναι ανύπαρχτα  πριν τα σκεφθείς και  πριν τα πράξεις. Όχι  μονάχα να τα σκεφθείς, ή μονάχα να τα πράξεις, μα να τα πράξεις  και να τα σκεφθείς μαζί.
Και σεις, αδέρφια μου, πολύ με βοηθήσατε.
(Κανένας δεν υπάρχει μόνος χωρίς την βοήθεια του άλλου.)
Εσύ που θα κλάψεις  για τον θάνατό μου  με βοήθησες να πεθάνω με το κεφάλι ψηλά εσύ  που θα πάρεις το ντουφέκι μου να εκδικηθείς τον θάνατό μου
Με βοήθησες να πεθάνω ευτυχισμένος για εσένα και για εμένα. Με βοήθησαν κι αυτοί που έπεσαν πριν από εμένα.
Όπως και γω θα σας βοηθήσω.
Ετούτη η ώρα δεν είναι  για καυχησιές  και ηρωισμούς,
όταν ευρίσκεσαι κατάφατσα με τον θάνατο,
και σας το λέω απλά, σα να στρίβω το τιμόνι του αμαξιού μου μιαν ανοιξιάτικη ημέρα για ν’ αποφύγω μια σύγκρουση μ΄ ένα κάρο που το οδηγάει ένας ατζαμής χωριάτης ή για να μη κτυπήσω ένα παιδί που παίζει ανύποπτο στην λιακάδα ή ακόμα, ναι,
(και ετούτη η τρυφερότητα δεν είναι αταίριαστη
σ’ έναν άνδρα που πρόκειται να πεθάνει)
για να μη λειώσω ένα αγριολούλουδο που πήγε το μπαστάρδικο και φύτρωσε καταμεσίς στην δημοσιά
αθώο-αθώο και γαλανό σαν το μισόκλειστο ματάκι της πλάσεως – ναι, τόσο απλά μπορώ να σας το πω, σαν να στρίβω το τιμόνι του αμαξιού μου :
«Τ’ αληθινό μπόι του ανθρώπου μετριέται πάντα με το μέτρο της λευτεριάς». Τίποτ’ άλλο. Γεια σας.
Αν  λυπάμαι για κάτι είναι που πια δε θα μπορέσω να κάνω τίποτα για εσας (όχι σαμ φήμη ή σαν ιδέα ή σαμ θρύλος, μα με ετούτα τα ίδια μου τα χέρια),
Έτσι να πούμε, να, να ρίξω και γω μια ντουφεκιά στον αέρα στην γιορτή της απελευθερώσεως
ή να φορτώσω σ’ ένα μεγάλο φορτηγό εκατό τσουβάλια ψωμί, διακόσια τσουβάλια πατάτες,
να σηκώσω εκείνης της γριούλας την ζαλιά τα ξύλα μες στο δάσος, να σηκώσω το άλογο του γέρου αγωγιάτη πούπεσε μες στη, λάσπη κάποιο βροχερό πρωινό
να δώσω μια κλωτσιά και γω στη, μπάλα που παίζουν τα πατριωτάκια το δείλι στο γήπεδο ή να δώσω μια σβερκιά στο, φίλο ένα βραδάκι που θα λέει ένα άνοστο αστείο
ή να μοιράσω, μιαν εμέρα που η δουλειά πήγε καλά, μια χαρτοσακούλα καραμέλες στα πιτσιρίκια της γειτονιάς μου ή ν’ ακουμπήσω αυτά τα δυνατά μου χέρια, που σήμερα τα αγάπησα, σ’ ένα τραπεζάκι της Αμμόχωστος και, δίχως να κυττάω τα εργατικά μου χέρια, να τα νοώθω πως ξεκουράζονται επάνω στα πέτρινα γόνατα
του φιλικού μας κόσμου.
Σήμερα νοιώθω μια τρυφερότητα για τον εαυτό μου ξέροντας πως θα μ’ αγαπήσετε
Σήμερα αγαπώ κ’ εκτιμώ τον εαυτό μου
σήμερα χαμογελώ στον εαυτό μου κυττάζοντάς τον
με τ’ αδερφικά σας μάτια.
Μια στιγμή άφησα τ’ όπλο μου να κρυώσει  μια στάλα στην πέτρα, άνοιξα τον γυλιό  μου κ’ έβγαλα το καθρεπτάκι της τσέπης, – ναι, είμαι όμορφος, – όταν μ’ αγαπάτε – τι θα μπορούσα να κάνω για εσάς, – όταν μ’ αγαπάτε -τι θα μπορούσα , μόνο τώρα το καταλαβαίνω-
(κ’ ίσως είναι αργά, μόνο με τον θάνατό μου έχω να σας χαρίσω πια.) λ.χ. θα μπορούσα να τινάξω ένα τανκ με μια γροθιά, να πελεκήσω ένα άγαλμα σ’ ‘ένα βουνό, μονομερίς – όταν μ’ αγαπάτε – ή να κτίσω σε μίαν ώρα ένα πανύψηλο σχολειό. Δεν αστειεύουμαι. Δεν είναι ώρα, αδέρφια μου, για αστεία. Θάθελα νάμαι ωραίος μέσα κι όξω για ν’ αξίζω την αγάπη σας, ναι, (κι ας το πω κι αυτό:) για να με σκέφτονται σαν άνδρα τους όλα τα ωραία κορίτσια, για να με σκέφτονται σαν φίλο τους όλοι οι ελληνικοί μας έφηβοι και τα παιδιά του κόσμου.

Δεν προφταίνω.
Να  πρόφταινα, τουλάχιστον, να ξυριστώ, να ψαλιδίσω λιγάκι το μουστάκι μου. Μα ίσως και να πηγαίνει λίγο γένι στην νεανική μορφή μου. (Βλέπετε πόσο παιδί με κάνει η αγάπη σας; Μου ξαναδίνει την δικιά μου φωνή.)
Για σκέψου, αδερφέ μου, μεθαύριο να διαλέγουν επάνω στα χνάρια μας τα κορίτσια τον άνδρα τους,
τα παιδιά τους φίλους τους, οι άνδρες τις πράξεις τους,
να ξέρεις πως και εσύ πορεύεσαι μαζί τους στ’ αψηλά,
σ’ ένα ψηλό – ψηλό βουνό, όλο κορδέλες άσφαλτο,
για ν’ αγναντέψεις ακέρια την πλάση,
τις πολιτείες γιομάτες καμινάδες κι αστεροσκοπεία και παράθυρα, τους κάμπους και τα δάσα, τα λιμάνια γιομάτα κατάρτια, τα ειρηνικά αεροπλάνα, τους λεβέντες αϊτούς και τους παιδιάστικους χαρταιτούς με εκείνες τις αστείες πολύχρωμες ουρές τους – σ’ ένα ψηλό-
ψηλό βουνό, με μια αυτοκινητάρα τελευταία μάρκα
που ίσως θάχει τ’ όνομά μας -.
Και μόλις τώρα το σκέφθηκα, πως τάχατες η  ζωή δεν πάει μπροστά με σκοτεινές εξομολόγησες και μικρές ειλικρίνειες (η εξομολόγηση – τόχω ακουστά, και τώρα το θυμήθηκα – σώζει, λέει, εκείνον που ξομολογιέται. Μα τον άλλον; Κι ο άλλος τι σου χρωστά να σηκώνει στην ράχη του σαν τσουβάλια άχρηστες πέτρες τα λόγια σου δίχως καν να μπορεί να τις κτίσει;) Το λοιπόν, η ζωή τραβά μπροστά με πράξεις και θυσίες – μ’ αυτό που λένε «γενική ηθική» κι ούτε που ξέρω πως τα λένε αυτά, κι ωστόσο τάπα.
Εγώ το μόνο πούμαθα είναι: σα χουφτώνεις την γωνιά του τραπεζιού είναι η γωνιά του τραπεζιού μ’ όλη της την στερεότητα κι όταν χουφτώνεις ένα στήθος ξέρεις πώς και τα πιο στέρεα χέρια τρέμουν και τότες θέλεις να σπείρεις χιλιάδες παιδιά για να χαρούν τον κόσμο μας που εσύ δεν πρόφτασες να τον χαρείς κ’ ίσως, δεν λέω, ίσως και να το ξέρεις – κάπου αλλού, βαθειά σου να το νοιώθεις – πώς ετούτο το στήθος
«γλυκοβύζαστο ετοιμάζει γάλα ανδρείας και λευτεριάς».
Και, βέβαια, που πρέπει να το ξέρεις. Γεια σας.
Άντε, γριά μάννα, μην αρχίσεις τώρα τις κλάψες. -Όχι;-
Έτσι σε θέλω. Ρωμιά. Σου παίρνω λες την ζωή σου; Σου αφήνω την υπερηφάνεια σου.
Δε θα σεδει ο εχθρός καμπουριασμένη. Το ξέρω. Θα πεις: «Είμαι υπερήφανη για τον γιο μου, – κάλλιο μια φούχτα τιμημένη στάκτη παρά γονατισμένος ο λεβέντης μου».
Έτσι. Γεια σου, μάννα.
Ο πατέρας θα με γνωρίσει στο νεκροτομείο απ’ τις χονδρές ελληνικές κοκκάλες μου, όμοιες με τις δικές του, κι απ’ τον σταυρό της πατρίδας πούχα φυλαχτάρι μες στις τρίχες του κόρφου μου. Μιλάω για εμένα σα νάμαι ερωτευμένος με τα μένα, σα νάναι η Ρωμιοσύνη ερωτευμένη με τα μένα. Συχωράτε με.
Εσείς μου το δώσατε ετούτο το δικαίωμα. Ευχαριστώ.
Εσείς, κ’ η αγάπη μας, κι ο θάνατός μου. Το ξέρω, ως και εκείνος που πήρε τα 5.000 αργύρια θα πιει κάποιο βραδάκι ένα ποτήρι στην υγειά μου σε μια ταβέρνα της Πάφος και θ’ απογείρει να κλάψει μέσα στο ποτήρι του,
Γιατί ήμουν φίλος καλός
κ’ ίσως να γίνει φίλος μας κι αυτός μιαν ημέρα.
Τώρα  λοιπόν, βαθειά και  σίγουρα, μπορώ να σας το πω, σα να οδηγάω, και πάλι, το αμαξάκι  μου σ’ ένα ασφαλτοστρωμένο  δρόμο της Κύπρου ίσα και παστρικά, ένα ολογάλανο  κ’ ήμερο πρωινό, – μπορώ να το πω:
«Η αρετή μας είναι η αμοιβαία μας χρησιμότητα».
Εν τάξει αδέρφια. Εδώ δεν είναι ακατόρθωτη η αδερφοσύνη για εμάς και για όλους. Εδώ οι διαφορές βουλιάζουν σ’ ένα χαμόγελο, – κ’ είναι έτσι όπως ακούς, εκείνες τις νύκτες του καλοκαιριού, – γαλάζιες, αργυρές και ρόδινες – σ’ έναν μονάχα φέγγος ευτυχίας όλα τα ξέχωρα σπιτίσια μουρμουρίσματα και των μικρών και των μεγάλων άστρων και τρέμει η ρίζα της καρδιάς και τρέμει ο κόσμος τόσο που θέλεις να σκουντήσεις τον αγκώνα κάποιου φίλου για ν’ ακούσεις μαζί του,
ή τον αγκώνα έστω μιας πέτρας για ν’ ακούσει και εκείνη,
να μοιράσεις την χαρά σου.
Με  ετούτη την αγάπη, λέω, που μιαν ημέρα, οι ξύλινοι σταυροί  θα μπουμπουκιάσουν  τριαντάφυλλα – ναι, κι ο δικός μου  ο σταυρός, ο καμένος, ο πέτρινος, με ετούτη, λέω, την αγάπη μιαν ημέρα θα λυγίσουμε εκείνους που φέρνουν τ’ άδικο και σπέρνουν το μίσος.
Ετούτη είναι η εντολή μου –
μ’ όλο που αυτή την ώρα δεν το ξέρω το μίσος
σα να μην τόμαθα ποτές ή να το ξέχασα. Γεια σας.
Όλο ετοιμάζουμαι να φύγω. Όλο σας αποχαιρετώ, κι ακόμα στέκω σαν κάτι νάχω να προσθέσω ακόμα στον κόσμο. Σαν νάχω να προσφέρω λίγη ακόμα ευτυχία σε σας
απ’ το μεδούλι μου. Θυμάμαι –
καλοκαιριάτικο  σούρουπο ήταν –
σταμάτησα τ’ αμάξι μπροστά σε μια καλύβα. Διψούσα. Μια μαυροφορεμένη γριά με φίλεψε με το κανάτι δροσερό νερό. «Εὐχαριστώ γιαγιά», της είπα. «Καλή λευτεριά, γιε μου», αποκρίθηκε.
«Καλή λευτεριά, γιαγιά» της ξανάπα – κ’ ένοιωσα πως της την χρωστώ.
Μούβγαλε  το κασκέτο και  μου σφούγγισε  με το χέρι της το κούτελό μου.
(Ξέρετε, κ’ οι γριές μπορούν να χαμογελοούν.) 
Την λευτεριά το λοιπόν ο καθένας μας τήν χρωστάει σ’ όλους. Μια λευτεριά μονάχα για τον ένα δε φελάει σε τίποτα (αν υπάρχει).
Τίποτα δεν είναι μήτε για τον ίδιον.
«Άντε γεια σου γιαγιά. Καλή λευτεριά, το λοιπόν.»
– κι’ έτριψα λίγο τα μάτια μου – έπεφτε κιόλας γαλανό το θάμπος της βραδιάς, δεν καλόβλεπα.
Κι  όπως τράβηξα πάλι με χαμηλωμένα τα δυο  φώτα μου
(γιατί έφεγγε ακόμα) ένοιωθα ν’ ανεβαίνω με τα’ αμάξι μου, μαζί και ο μέγας κάμπος της Μεσαορίας βαθύς και σιωπηλός, αχνισμένος απ’ το αργό φεγγαρόφωτο, ένοιωθα ν’ ανεβαίνω ίσα στον ουρανό κ’ ένοιωθα το φεγγάρι που με κτύπησε κατάστηθα ολόδροσο,
σάμπως χρυσό κωνσταντινάτο το φεγγάρι κρεμασμένο
μ’ έναν σπάγκο απ’ τον λαιμό μου, να με δροσίζει την καρδιά και λίγο – λίγο να ζεσταίνεται και ν’ αχνίζει στον κόρφο μου. Κι έλεγα:
δε φθάνει το τραπέζι, μήτε κάμποσος παράς στην τσέπη, μήτε το ψωμί και το φιλί – ο άνθρωπος είναι πιο τρανός
απ’ την καθημερνή την έγνοια του.
Κ’ έλεγα πάλι που ο άνθρωπος αρχίζει την έγνοια του για το ψωμί κι όλο τραβάει πιο πέρα απ’ την σκλαβιά του, από σκλαβιά σε σκλαβιά, από ξεσκλάβωμα σε ξεσκλάβωμα, απ’ το ξεσκλάβωμα της πατρίδος στο ξεσκλάβωμα του κόσμου ώσπου να νοιώσει, μπαίνοντας ίσα στον ουρανό, ν’ αχνίζει το φεγγάρι στον κόρφο του, ώσπου να κλάψει μια νύκτα από αγάπη για όλο τον κόσμο. Έτσι άφησα σ’ ένα χαντάκι τ’ αμάξι μου.
Πήρα τ’ όπλο. Κι ανέβηκα στο βουνό. Έτσι βρέθηκα σε ετούτη την σπηλιά που το στόμιό της βλέπει ολόισα τον ήλιο. Το στρογγυλό της στόμιο είναι ο ίδιος ο ήλιος
που θα τον νοιώσω πάλι δροσερό, καθώς θα με περνούν,
(όπως εκείνη την νύκτα το φεγγάρι) – θα τον νοιώσω δροσερό κωνσταντινάτο να μου δροσίζει το καμένο στήθος, κ’ έτσι λίγο – λίγο να ζεσταίνεται ο ήλιος
και ν’ αχνίζει στον κόρφο μας.
Γεια σας.
(Όλες οι καμπάνες της Γης σήμαναν μεμιάς. Όλα τα ανθρώπινα μέτωπα ψηλά. Όλες οι καρδιές μεσίστιες. Στο χωριό Λύση, ανάμεσα Λευκωσία κι Αμμόχωστος, η μάνα του έσφιξε το μαύρο της τσεμπέρι κάτου απ’ το δυνατό σαγόνι της κ’ είπε ακριβώς τα λόγια που περίμενε ο γιος της :  «Είμαι υπερήφανη. Κάλλιο μια φούχτα τιμημένη στάκτη, παρά γονατισμένος ο λεβέντης μου». Ο πατέρας του πάλι, σαν πήγε στο στρατιωτικό νοσοκομείο της Λευκωσίας, αναγνώρισε το καμένο παιδί του απ΄ τις χονδρές ελληνικές κοκάλες του κι από κείνο το χρυσό κωνσταντινάτο που άχνιζε στον κόρφο του και στον κόρφο του κόσμου.)
Α Θ Η Ν Α . 5  Ε Ω Σ  2 5 Μ Α Ρ Τ Ι Ο Υ  1 9 5 7
Γ Ι Α Ν Ν Η Σ  Ρ Ι Τ Σ Ο Σ

rib and sea

(Visited 129 times, 1 visits today)




Leave a Reply