Δίδυμος μάχη Κιλκὶς-Λαχανᾶ

19-21 Ἰουνίου 1913.
Ἡ Μεγάλη Νίκη στὴν Δίδυμο Μάχη τοῦ Κιλκὶς – Λαχανᾶ!!!

Ὑπὸ τὴν διοίκηση τοῦ ἀρχιστρατήγου καὶ βασιλέως Κωνσταντίνου.

Ἦταν ἡ σημαντικοτέρα μάχη τοῦ Β΄ Βαλκανικοῦ Πολέμου, ἐναντίον τῶν Βουλγάρων, ἀλλὰ καὶ ἡ φονικοτέρα μάχη τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ, στὴν νεωτέρα Ἱστορία μας!

  • Συμμετεῖχαν ὀκτὼ (8) μεραρχίες πεζικοῦ, μία ταξιαρχία ἱππικοῦ, 180 πυροβόλα, σύνολο 110.000 ἀνδρῶν, μὲ ἕνα ποσοστὸ ἔως 40% νεοσυλλέκτων στὴν πρώτη τους μάχη!!! 
  • 8.800 νεκροὶ καὶ τραυματίες Ἕλληνες, 6.950 Βούλγαροι σὺν 2.500 Βούλγαροι αἰχμάλωτοι! 
  • Στὶς δύο αὐτὲς μάχες ἔγιναν Νυκτερινὲς ἐπιθέσεις. Ἀξιωματικοί, χωρὶς γαλόνια, πολεμοῦσαν στὴν Πρώτη Γραμμή. Ἔγιναν πολλὲς συμπλοκὲς μὲ ἐφ’ ὅπλου λόγχῃ, σὲ μάχες σῶμα μὲ σῶμα.
  • Ἔπεσαν στὸ Μέτωπο τοὐλάχιστον δέκα (10) διοικητὲς μονάδων, ἀπὸ τάγματος ἔως μεραρχίας.

Στίχοι τοῦ ποιητοῦ μας Κωστῆ Παλαμᾶ, στὸ ποιήμα του: «ἡ Πατρὶς εἰς τοὺς νεκρούς της».
Τὸ ποίημά του ἀπήγγειλε ὁ ἴδιος τὸ 1928, στὰ ἀποκαλυπτήρια τοῦ μνημείου τοῦ Ἡρώου τῆς μάχης.

« – Παιδιά μου, ὅσοι, προφῆτες μου, στρατιῶτες, ἀρχηγοί,
σὰ τὰ λεοντάρια στήσατε κορμιὰ καὶ σὰν τὰ κάστρα,
καὶ μεσ’ στὴν Μακεδονικὴ ματοθρεμμένη γῆ
βάλατε τὴν εἰκόνα μου φερτὴ σὰν ἀπὸ τ΄ ἄστρα
στοῦ Λαχανᾶ καὶ στοῦ Κιλκὶς τὴν ἐκκλησιὰ τὴν πλάστρα,
πνοὲς κι ἄν πλανᾶσθε σ’ ἄλλημ ζωή, λείψανα κι ἄν κοιμᾶσθε»

Ὁ μετέπειτα στρατιωτικὸς ἰατρὸς Σ. Λίβας, ἔγραψε τὶς ἀναμνήσεις του, μὲ τίτλο: «Ἡ παλαιά, μικρά μας πόλις».
Σὲ κείμενο μὲ τίτλο «οἱ Μαχητὲς τοῦ Κιλκίς», γράφει τὰ ἑξῆς συγκινητικὰ γιὰ τὰ γεγονότα ποὺ ἔλαβαν χώρα στὰ πεδία τῶν μαχῶν:

«Ἕνα ἀπέραντο «Ἐθνικὸ Νεκροταφεῖο», ποὺ κρύβει στὰ σπλάχνα του τὰ κορμιὰ χιλιάδων παλληκαριῶν, εἶναι ὁ τόπος μας. Κι ἐπάνω στὰ κορμιὰ αὐτὰ ἐστήθησαν τὰ θεμέλια αὐτῆς τῆς πόλεως. Καὶ τὸ σιτάρι ποὺ φτιάχνει τὸ ψωμί μας, θεριεύει καὶ μεστώνει ρουφώντας ἀπὸ τὴν γῆ αἷμα ἀντὶ γιὰ νερό. Κάθε λόφος γύρω μας κι ἕνας «κρανίου τόπος». Κάθε χωράφι κι ἕνας «ἀγρὸς αἵματος», γιὰ νὰ χρησιμοποιήσω τοὺς χαρακτηρισμοὺς τοῦ Εὐαγγελίου, ποὺ τόσο ταιριάζουν στὴν περίπτωση».

Τὰ πρῶτα χρόνια, τ΄ ἀλέτρια ποὺ ὄργωναν τὴν γῆ, ἔφεραν στὴν ἐπιφάνεια λευκὰ κόκκαλα, «κόκκαλα Ἑλλήνων ἱερά», ἀντάμα μὲ σκουριασμένες ξιφολόγχες καὶ δερμάτινες παλάσκες, περασμένες σὲ ζωστῆρες ποὺ ἔζωναν, κάποτε λυγερὰ σώματα παλληκαριῶν. Κι ὅλοι μας, λίγο – πολύ, ἔχουμε νὰ θυμόμαστε πὼς κάποτε, σκάβοντας τὶς αὐλὲς τῶν σπιτιῶν μας εἴχαμε βρῇ σκουριασμένα ὄπλα κι ἀνθρώπινα κρανία. Σὲν στοιχειωμένος ἔμοιαζε ὁ τόπος μας καὶ τὰ παιδιὰ ἐφοβοῦντο νὰ βγοῦν τὸ βράδυ ἀπὸ τὰ σπίτια τους.
Θυμᾶμαι τοὺς πρώτους περιπάτους ποὺ κάναμε μὲ τὸ νηπιαγωγεῖο, ἐκεῖ κοντὰ στοὺς πρόποδες τοῦ Ἀη- Γιώργη. «Ἡ δασκάλα μᾶς ἔλεγε ὅτι οἱ παπαροῦνες στὸν τόπο μας, εἶναι πιὸ κόκκινες ἀπὸ ἀλλοῦ, γιατὶ παίρνουν τὸ χρῶμα τους ἀπὸ τὸ αἷμα τῶν σκοτωμένων παλληκαριῶν. Κι ἐμεῖς διστάζαμε νὰ τὶς κόψουμε, ἀπὸ φόβο, μήπως καὶ ματώσουμε τὰ χέρια μας…» (σελ. 179).

Μπουγᾶς Ἰωάννης

(Visited 51 times, 1 visits today)




Leave a Reply