Θά ἀλλάξουμε χώρα ἤ θά ἀλλάξουμε τήν χώρα;

Τὶς προηγούμενες ἡμέρες, συζητῶντας μὲ πολλοὺς καὶ διαφορετικοὺς φίλους, τὸ ἐρώτημα τοῦ τίτλου, καταλήγαμε, ἅπαντες, σὲ ἕνα καὶ μόνον συμπέρασμα: δὲν μποροῦμε νὰ ἀλλάξουμε χώρα, διότι αὐτὸς ἐδῶ εἶναι ὁ τόπος μας καί, κατ’ ἐπέκτασιν, ὅπου κι ἐὰν εὑρεθοῦμε, ἐκτὸς τοῦ ὅτι θὰ τὸν κουβαλᾶμε διαρκῶς μέσα μας, θὰ πονᾶμε σαφῶς πολὺ περισσότερο ἀπὸ τὴν ἀπουσία μας παρὰ ἀπὸ τὴν ὑπομένουσα δυσβάστακτο παραμονή μας, ὑπὸ τὶς ὑπάρχουσες συνθῆκες. Κι ἀκριβῶς αὐτὸς ὁ πόνος ποὺ μᾶς πνίγει εἶναι τόσο βαθύς, ποὺ ἐξ Ἀνάγκης ἀρχίζουμε ὅλοι μας νὰ σκεπτόμεθα, δειλά-δειλά, πὼς ἔφθασε ἡ στιγμὴ νὰ ἀλλάξουμε τὴν ἰδίαν τὴν χώρα, ἐκ βάθρων καὶ διὰ παντός.

Μά πῶς ὅμως ἀλλάζει μία χώρα; Καί, ἐπὶ τῆς οὐσίας, πῶς ἀπαλλασσόμεθα ἀπό τούς γνωστούς ὡς βενιζελικούς ἀπογόνους σήμερα, πού ἁπλῶς εἶναι οἱ ἴδιοι προαιώνιοι δυνάστες μας μέ ἄλλα ὀνοματάκια;

Τὰ δεδομένα μας λοιπόν…
Λογικῶς καὶ μόνον γιὰ νὰ ἀλλάξῃ αὐτὴ ἡ χώρα, ὁ χαρακτήρ της καὶ νὰ παύσῃ ὁριστικῶς ἡ ἀνήθικος καὶ μισάνθρωπος παραλογία, βάσει τῆς ὁποίας ἀσκεῖται ἡ -καταχρηστικῶς καὶ δολίως ὑφαρπαγείσα- ἐξουσία, ὀφείλουμε νὰ ἐκτοπίσουμε, γιὰ ἀρχή, ὅλους αὐτοὺς ποὺ ἀσκοῦν φανερῶς ἢ κρυφίως αὐτὴν τὴν ἐξουσία. Κι ὅλοι αὐτοὶ εἶναι μία συμπαγὴς μάζα, κάποιων χιλιάδων καλο-ἐκπαιδευμένων τυράννων, ποὺ ἄλλοτε μὲ ψέμματα, ἄλλοτε μὲ μεγαλοστομίες καὶ ἄλλοτε μὲ ἀκραία βία, ἐπιτυγχάνουν νὰ διατηρήσουν τὴν ἐξουσία στὰ χέρια τους, αἰῶνες τώρα, γιὰ νὰ τὴν κληροδοτήσουν στοὺς …«περιουσίους» ἀπογόνους τους.

Ἐπὶ πλέον κάθε φορὰ ποὺ μία ἀνατροπὴ ἐπιβάλλει τὸ νὰ ἐξαφανισθῇ κάποιο ὄνομα, ἢ ἀκόμη καὶ νὰ …τιμωρηθῇ κάποιος παραδειγματικῶς, γιὰ νὰ ἐκτονωθῇ ἡ σωρευμένη λαϊκὴ ὀργή, οὐδόλως διστάζουν νὰ ἀφήσουν καὶ τὴν θυσία μέλους τους νὰ πραγματοποιηθῇ, πρὸ κειμένου νὰ κερδίσουν χρόνο. Ἔτσι κι ἀλλοιῶς αὐτὰ τὰ καθάρματα γνωρίζουν θαυμάσια νὰ ἀλλάξουν ταὐτότητες κι γιὰ αὐτὸν τὸν λόγο καταλήξαμε σήμερα νὰ συζητᾶμε γιὰ ἀμέτρητα ὀνόματα, τῶν ἰδίων οἰκογενειῶν, ποὺ ἀπὸ αἰῶνες τώρα γνωρίζουν μόνον ἕνα: νὰ μᾶς διατηροῦν, μὲ ὅλα τὰ μέσα, ἐν πλήρῃ καταστολῇ καὶ ἐν ἀπολύτῳ ὑπνώσει.
Ἀφῆστε τὸ ὀξύμωρον ποὺ φθάνουμε, συχνὰ πυκνά, νὰ λατρεύουμε τοὺς δημίους μας ὡς …«ἐθνάρχες» μας καὶ «ἐθνοσωτῆρες»  καὶ «εὐεργέτες» μας, διότι πολὺ ἁπλᾶ ὁ φόβος, συνδυαστικῶς μὲ μίαν γενναία ἧττα, διαγράφει ἀκόμη καὶ τὴν συλλογική  μας μνήμη, ἐνᾦ παραλλήλως καταλήξαμε νὰ ἀποδεχόμεθα τὶς διαστρεβλωμένες ἱστορικὲς ἀλλοιώσεις ὡς …ἀληθεῖς καὶ ἀδιαπραγμάτευτες. 

Ἡ λεπτομέρεια λοιπὸν ποὺ ὀφείλουμε νὰ ἐπεξεργασθοῦμε μέσα μας, γιὰ ἀρχή, τιθασεύοντας τὴν ὀργή μας, εἶναι τὸ πῶς θὰ μπορέσουμε, ξεκινῶντας, νὰ ἀπαλλαγοῦμε ὁριστικῶς καὶ ἀμετακλήτως ἀπὸ κάθε σαπρόφυτο αὐτοῦ τοῦ μηχανισμοῦ, ποὺ διαιωνίζει τὴν ἀνομία ὑπέρ τῆς συμμορίας τῶν «δικῶν της» μελῶν, ποὺ περιφρουρεῖ τὴν ἀσυλία της καὶ ποὺ παραγράφει, ἐτσι-θελικά, ἐγκλήματα κατὰ τῆς Ἀνθρωπότητος, τὰ ὁποία καὶ ἔπρεπε νὰ τιμωρῶνται παραδειγματικῶς, ἐνᾦ φυσικὰ οὐδέποτε θὰ παραγράφονται.

Κατὰ τὴν αὐτὴν λογικὴ ὀφείλουμε νὰ διαχωρίσουμε μέσα μας Ὅρια καὶ ἀπαγορευτικὲς γραμμές, καθὼς ἐπίσης καὶ τὸ νὰ ἀποσαφηνίσουμε τὸ ποίας μορφῆς θὰ θέλαμε νὰ εἶναι ἡ Ἀρχὴ αὐτοῦ τοῦ τόπου. Διότι, ὡς γνωστόν, γιὰ νὰ ξεκινήσῃς νὰ πᾷς κάπου, πρέπει πρῶτα κι ἐπάνω ἀπὸ ὅλα νὰ ξέρῃς τὸ ποῦ θέλεις νὰ φθάσῃς καὶ ἐν συνεχείᾳ τὸ ἀπὸ ποῦ θὰ κατευθυνθῇς γιὰ νὰ φθάσῃς στὸν σκοπό σου.
Ἔχουμε λοιπόν ἐμεῖς καταλήξη μέσα μας γιά τό ποιόν χαρακτῆρα θά ἔχη αὐτή ἡ Ἀρχή ἤ παπαγαλίζουμε τό κομματογενές: «νὰ φύγουν αὐτοὶ καὶ βλέπουμε»; Τί βλέπουμε; Δέν ἔχουμε δῆ ἔως σήμερα τό πῶς καταλήγουν τά δίχως σχέδια καί πρόγραμμα καί δεσμεύσεις κινήματα; Ἤ μήπως ἐλπίζουμε πώς ἐμεῖς θά διαφύγουμε τῆς πεπατημένης;

Ἔχουμε πολλὰ ζητήματα νὰ ἀντιμετωπίσουμε καὶ ὁπωσδήποτε τὸ κορυφαῖον αὐτῶν εἶναι τὸ εἶδος τῆς Ἀρχῆς. Συνεπακόλουθα εἶναι ὅλα τὰ ὑπόλοιπα, ὅπως ὁ Νόμος, ἡ Δικαιοσύνη, ἡ Ἰσονομία, ἡ Ἐλευθερία, τὰ Ἀνθρώπινα Δικαιώματα καὶ ὅλα αὐτὰ ποὺ χαρακτηρίζουν μίαν καλῶς διοικουμένη Πολιτεία. Παραλλήλως ὅμως ἔχουμε νὰ κάνουμε καὶ μὲ ἐμᾶς, τὸν λαό, τὴν μάζα, ποὺ οὔτως ἢ ἄλλως, ἄλλος περισσότερο κι ἄλλος λιγότερο, εἴτε ἀνεχόμεθα εἴτε ἀκόμη καὶ συμβάλλουμε, μὲ τὸν τρόπο μας, στὸ νὰ διατηρεῖται ἡ ὑπάρχουσα κατάστασις καὶ νὰ μᾶς ἐξουθενώνῃ τόσο, ὅσο νὰ τὴν …ἀντέχουμε. (Μά, ἀκόμη κι ἐὰν δὲν τὴν ἀντέχουμε, σκύβουμε λίγο περισσότερο καὶ …χωρᾶμε σὲ νέες ἀσφυκτικὲς συνθῆκες…!!!)
Κι αὐτὸ διότι εἴτε κάποτε συμβιβασθήκαμε, θεωρῶντας πὼς δὲν θὰ ἀλλάξη κάτι στὴν Ἱστορία τοῦ κόσμου μας, εἴτε, ἀκόμη χειρότερα, βολευθήκαμε ἀρκούντως γιὰ νὰ ἀδυνατοῦμε σήμερα νὰ θυσιάσουμε τὴν βολή μας σὲ κάτι ἄγνωστον καὶ ἀσαφές.

Τὸ πρόβλημα φίλοι μου δὲν εἶναι τὸ νὰ καταληφθῇ ἡ ἐξουσία. Ἐξ ἀρχῆς λοιπὸν πρέπει νὰ συνειδητοποιήσουμε πὼς τὸ πρόβλημα εἶναι τ ποίας μορφῆς θὰ εἶναι ἡ Ἀρχὴ ποὺ θὰ ἀναλάβη τὴν ἐξουσία. Γνωρίζουμε ἐμεῖς ἀπολύτως καί σαφῶς τόν χαρακτῆρα της; Θέλουμε νά πατᾷ ἐπάνω στήν Ἀριστεία ἤ θέλουμε ἀπλῶς νά τήν μετουσιώσουμε στό γελοιότατον: «νά γίνω χαλίφης στὴν θέσιν τοῦ χαλίφου»;

Κι ἀπὸ τὴν ἄλλην…
Μήπως τελικῶς μεγάλο μέρος ἀπό τά προβλήματα πού ἔχουμε νά ἀντιμετωπίσουμε δέν εἶναι τόσο στό ποιός, περιστασιακῶς, κρατᾶ τήν Ἀρχή, ἀλλά στό ἴδιο τό πολίτευμα; Μήπως τελικῶς τό πρόβλημά μας εἶναι βαθύτερο κι ὄχι ἐπιδερμικό; Μήπως κατ’ ἐπέκτασιν τό πρόβλημά μας μετουσιώνεται, πλασματικῶς, σέ ζήτημα κοινωνικῆς συμπεριφορᾶς κι ὄχι σέ ζήτημα τρόπου ἀσκήσεως τῆς ἐξουσίας;

Ἑκ πρώτης ὄψεως (καὶ μόνον) σαφῶς τὸ πρόβλημα δὲν εἶναι ἡ ἰδία ἡ ἐξουσία ἀλλὰ τὸ ποιὸς τὴν κρατᾶ στὰ χέρια του, τὸ ποιὸ εἶναι τὸ ἦθος του καὶ ποιὲς εἶναι οἱ ἀπαγορευτικές του γραμμές. Ἐάν, γιὰ παράδειγμα, ἔνας ὁποιοσδήποτε νόμος (βλέπε καὶ «Σύνταγμα τῆς Ἑλλάδος») ἀναφέρεται σὲ ἰσονομία τῶν πολιτῶν, αὐτὴ ἡ ἰσονομία θὰ πρέπη νὰ εἶναι καθολικὴ καὶ ὄχι περιστασιακή. Δὲν μποροῦν λοιπὸν νὰ ἰσχύουν δύο  μέτρα καὶ δύο σταθμὰ στὸν τομέα τῆς ἰσονομίας, διότι δὲν ὑπάρχει ὀλίγον κλέπτης ἢ ὀλίγον ἀπατεὼν ἢ ὀλίγον καταχραστὴς ἢ ὀλίγον δολοφόνος ἢ ὀλίγον παραχαράκτης ἤ, τέλος πάντων, ὀλίγον ἐγκληματίας. Ὅστις ἐγκληματεῖ πρέπει νὰ δικάζεται, μὲ κανόνες ἰσονομίας καὶ νὰ πληρώνῃ τὸ τίμημα τοῦ ἐγκλήματός του κι ὄχι νὰ κρύβεται πίσω ἀπὸ ἀσυλίες καὶ παραγραφές. Ὁ νόμος λοιπὸν δὲν εἶναι καλὸς ἢ κακός. Καλὴ ἢ κακὴ εἶναι ἡ διαχείρισίς του καὶ ἡ ἐφαρμογή του. Κατ’ ἐπέκτασιν καλὴ ἢ κακὴ εἶναι ἡ κρατούσα τὴν ἐξουσία τάξις καὶ κατ’ ἐπέκτασιν ἡ ὑποχρέωσις-δικαίωμα ἐφαρμογῆς, ἢ μή, τοῦ νόμου καθολικῶς. Συνεπῶς, ἐὰν δοῦμε τὰ δεδομένα ποὺ ἔχουμε ἀπολύτως ψύχραιμα, θὰ συνειδητοποιήσουμε πὼς ναὶ μὲ οἱ κρατῶντες τὴν Ἀρχὴ εἶναι φαῦλοι, ἀλλὰ ἐπὶ προσθέτως εἶναι ἀμέτρητοι ἀκόμη οἱ ὅσοι θέλουν νὰ τὴν ἀντικαταστήσουν πρὸς ἴδιόν τους ὄφελος. Εἴμαστε λοιπόν ἐμεῖς διατεθειμένοι νά συμβάλουμε μέ ὅλες μας τίς δυνάμεις γιά νά ἀνατραπῇ αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἡ Ἀρχή, πρὸς ὄφελος τοῦ συνόλου, ἤ χρησιμοποιοῦμε ὅλες αὐτες τίς ἀνηθικότητες γιά νά ἀντικαταστήσουμε τήν Ἀρχή μέ …ἐμᾶς, πού ὅμως δέν εἴμαστε ἀκόμη αὐτό πού μᾶς πρέπει καί πού ὀφείλουμε νά εἴμαστε;

Κατὰ τὴν παραπάνω λοιπὸν λογικὴ θὰ πρέπη ἐμεῖς, πρῶτα καὶ κύρια, μέσα μας νὰ ἀποσαφηνίσουμε πλήρως καὶ τὸν χαρακτῆρα καὶ τὸ εἶδος τῆς Ἀρχῆς, μὰ κυρίως τὴν Ἀριστεία, ὡς βασικόν της χαρακτηριστικόν καὶ κριτήριον. Τό ἔχουμε κατανοήση ἤ, ἐὰν κι ἐφ΄ ὅσον ἐπιτύχουμε τήν ἀνατροπή τῶν ὑπαρχόντων θά καταλήξουμε μέ τά ἀπόνερα τῶν δικῶν τους τακτικῶν καί …ἀπογόνων γιά ἀκόμη μίαν φορά;

Ὅμως, ἐπίσης, ὑπάρχουν κι ἄλλα, ἐξ ἴσου σημαντικά, ποὺ ἔχουν νὰ κάνουν μὲ τὸ «ὑλικό», τὸ ὁποῖον θὰ συνιστᾶ μίαν εὐνομουμένη Πολιτεία. Κι αὐτὸ τὸ «ὑλικό», δῆλα δὴ ἐμεῖς, πόσο ἕτοιμοι εἴμαστε γιά τέτοιου εἴδους ἀνατροπές;
Εἴμαστε ἐμεῖς ἔτοιμοι κάθε στιγμή νά ἑστιάζουμε στό πῶς θά γινόμεθα καλλίτεροι ὡς ἄτομα; Εἴμαστε ἕτοιμοι νά ὑπερασπισθοῦμε ἔνα τελείως διαφορετικό σύστημα πολιτειακό, πού θά πατᾶ ἀποκλειστικῶς καί μόνον στό πῶς θά προβάλεται καί θά διασφαλίζεται ἡ Ἀριστεία ὡς συνθήκη; Ἤ μήπως θέλουμε μόνον νά περιορίσουμε τήν φαυλότητα, ἀλλά ἐπί τῆς οὐσίας νά κερδίσουμε λίγο χρόνο …ὑπέρ της;

Στὴν πραγματικότητα ὅμως αὐτὸ ποὺ ὀφείλουμε νὰ ἀναγνωρίσουμε, ὅλοι μας, εἶναι τὸ εἶδος τῆς χώρας ποὺ χάνουμε καὶ  τὸ τί ὑπερασπιζόμεθα. Ὡς Ἕλληνες ὑποφέρουμε καθημερινῶς ἀπὸ τὸν τρόπο καταπτώσεως τῶν Ἠθῶν, ἀκυρώσεως τῶν Ἀξιακῶν γραμμῶν καὶ ἀπόσαθρώσεως τῶν διαρκῶς καταῤῥεόντων Ὁρίων (συνολικῶς κι ὄχι  μόνον σὲ ἐθνικὰ ζητήματα). Στὴν πραγματικότητα ὅμως αὐτὸ ποὺ μᾶς συμβαίνει εἶναι πὼς παραλόγως ταὐτίζουμε μέσα μας τὴν Πατρίδα μὲ τὸ κράτος. Πατρὶς ὅμως εἶναι ἄλλο καὶ κράτος εἶναι ἄλλο. Αὐτὸ ποὺ καταῤῥέει σήμερα εἶναι τὸ κράτος, ἐφ΄ ὅσον τὴν Πατρίδα, ποὺ εἶναι κατάστασις, μόλις τώρα ἀρχίσαμε νὰ τὴν ἀνακαλύπτουμε. Διότι Πατρὶς εἶναι οἱ Ἄνθρωποι, οἱ Ἀξίες, οἱ ἄγραφοι νόμοι… Εἶναι ὅλ αὐτὰ ποὺ μᾶς διετήρησαν ζωνταντούς, αἰῶνες τώρα καὶ τὰ ὁποία, σιγά-σιγὰ μᾶς ὑπέκλεπταν καθημερινῶς ἐνᾦ ἐμεῖς, ἀν τὶ νὰ τὰ ὑπερασπισθοῦμε μὲ σθένος καὶ νὰ τὰ προβάλουμε διαρκῶς, τὰ κρύβαμε μέσα μας ἀπογοητευμένοι, ἔως ποὺ φθάσαμε σήμερα στὸ σημεῖον ἀκόμη καὶ νὰ αἰσθανόμεθα …ἐνοχὲς ὅταν τὰ ἐμφανίζουμε. Τώρα ὅμως, εἰδικῶς μετὰ τὰ ἐγκλήματα στὸ Μάτι καὶ τὴν δολοφονία Κατσίφα, μὰ κυρίως μὲ τὴν παράδοσιν τῆς Μακεδονίας στὰ δίκτυα τῶν τοκογλύφων ἐπισήμως (βλέπε καὶ ΝΑΤΟ-βιτρίνα τους), αὐτὴ ἡ Πατρὶς ἀφυπνίσθη καί, δειλά-δειλά, ἤδη, ξεπροβάλλει καὶ μᾶς ἀφυπνίζει. Αὐτὸ ἀκριβῶς ὅμως εἶναι καὶ τὸ ζητούμενον. Ἐμεῖς ἀγωνιοῦμε γιὰ τὴν Πατρίδα καὶ ὄχι γιὰ τὸ σάπιο καθεστὼς τῶν σαπροφύτων. 

Τὸ σάπιο αὐτὸ καθεστώς, ποὺ καταχρηστικῶς κατέχει τὴν ἐξουσία, ἐνεφανίζετο, αἰῶνες τώρα, ὡς ὁ κύριος ὑπερασπιστὴς τῆς Πατρίδος. Οὐδὲν ψευδέστερον ὅμως αὐτοῦ, ἐφ΄ ὅσον ἡ ἄσκησις τῆς ἐξουσίας, ἀπὸ αὐτὴν τὴν μηχανή, οὐδέποτε ἐνδιεφέρθη  γιὰ τὴν Πατρίδα τῶν Ἑλλήνων, παρὰ μόνον, κατὰ περίπτωσιν, ἐκμεταλλευομένη αὐτὸν τὸν ἔμφυτό μας Πατριωτισμό, ἁπλῶς διατηροῦσε στὰ χέρια της τὴν ἐξουσία (βλέπε Βαλκανικοὺς Πολέμους, Α΄ καὶ Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, Μικρασιατικὴ Ἐκστρατεία κλπ κλπ κλπ…), ἐκμεταλευομένη τὴν Πατρίδα μας καὶ συντηρῶντας, εἰς βάρος μας, τὸ κράτος τέρας τους. Ἐπὶ πλέον, ἐπέτυχε πολὺ προσεκτικά, γιὰ πολλὰ χρόνια νὰ μᾶς προκαλέσῃ τὶς ἀναγκαῖες συγχύσεις, πρὸ κειμένου νὰ φθάσουμε στὸ σημεῖον νὰ λέμε ἄλλα, νὰ ἀντιλαμβανόμεθα ἄλλα καὶ τελικῶς νὰ πράττουμε (ἢ νὰ μὴν πράττουμε) ἀκριβῶς τὰ ἀντίθετα ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἀληθῶς χρειαζόμεθα.
Τελικῶς λοιπόν τί θέλουμε νά διασώσουμε; Τό κράτος ἤ τήν ἄρτι, δειλῶς μά σταθερῶς, ἀφυπνισθείσα Πατρίδα;

Ὅλη αὐτὴ ἡ εἰς βάρος μας μηχανή, ποὺ πολὺ μεθοδικὰ ἐπέτυχε καὶ τὰ τῆς συγχύσεώς μας, ποὺ ἐπάνω της ἐπὶ τῆς ὁποίας ἔχει δομηθῆ τὸ κράτος, δὲν εἶναι κάτι ποὺ ὀφείλουμε νὰ ὑπερασπισθοῦμε. Εἶναι ὁ βασικὸς μηχανισμὸς καταστολῆς μας καὶ ὁ σημαντικότερος, ἐπισήμως, ἐχθρὸς τῆς Πατρίδος. Καταληκτικῶς εἶναι ὁ κυριότερος στόχος μας καὶ αὐτήν, ὄσο κι ἐὰν μᾶς ξεβολεύῃ, ὀφείλουμε νὰ τὴν ξεπατώσουμε ἐκ βάθρων. Τὸ κράτος ἐὰν δὲν ταὐτίζεται μὲ τὴν Πατρίδα καταλήγει γενοκτόνος λαῶν, ὅπως καλὴν ὥρα τώρα μὲ ἐμᾶς..

Καί πῶς πολεμοῦμε τό κράτος;
Κάτι τέτοιο, θεωρητικῶς, θὰ μποροῦσε νὰ συμβῇ μόνον μὲ τὶς αἱματηρὲς καὶ γνωστὲς ἐπαναστάσεις, ποὺ ὅλες τους ὅμως κατέληξαν στὸ νὰ ἐπιστραφῇ
ἡ ἐξουσία, λίγο ἀργότερα, στὶς ἰδίες οἰκογένειες, ποὺ ἐδῶ καὶ αἰῶνες μᾶς καταδυναστεύουν. Κι αὐτὸ συνέβη διότι ὁ σκοπός, σὲ κάθε ἄλλην ἀνάλογον περίπτωσιν τοῦ παρελθόντος δὲν ἦταν τὸ νὰ ἀλλάξῃ ἡ μορφὴ τῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ τὸ ποιὸς θὰ ἀντικαταστοῦμε τὴν ἰδίαν ἐξουσία. Αὐτό θέλουμε; Ἤ μήπως ἐπί τέλους ὀφείλουμε νά ἀλλάξουμε τακτικές καί σκοπούς;

Κρίνεται ἀπὸ πολλοὺς σήμερα ἀναγκαία αὐτὴ πλέον ἡ διαδρομή, ποὺ στοχεύει στὸ νὰ ἀλλάξῃ ἡ Ἀρχή, δίχως ἀπαραιτήτως νὰ ἀλλάξῃ καὶ ὁ χαρακτήρ της. Μὰ κάτι τέτοιο τελικῶς ἐμπεριέχει ὅλους τοὺς αὐτονοήτους κινδύνους ποὺ ἐλοχεύουν γιὰ νὰ καταλήξουμε, λίγο ἀργότερα στὰ γνωστὰ σκ@τά. Κοινῶς ἀκριβῶς ἐπεὶ δὴ ὁ σκοπὸς δὲν εἶναι ἡ σαφὴς καὶ ξεκάθαρη ἀνάληψις τοῦ ἐλέγχου τῆς Πατρῖδος ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ἀγαποῦν τὴν Πατρίδα, παρὰ μόνον ἡ ἀνάληψις τῆς ἐξουσίας τοῦ κράτους, συνιστᾶ κίνδυνο γιὰ ὅλους μας. Ἀφῆστε τελικῶς ποὺ ἡ ἰστορία μᾶς μαρτυρᾶ πὼς σὲ ὅλες τὶς προηγούμενες ἐπαναστάσεις πὼς κάποιος ἢ κάποιοι πρόθυμοι καλοθελητὲς ἦσαν ἀνάμεσα στοὺς ἐπαναστάτες, πρὸ κειμένου νὰ καταλήξουμε νὰ περάσῃ λίγο ἀργότερα ὁ ἔλεγχος στὰ ἴδια χολεριασμένα μυαλά, ποὺ μᾶς ἔφεραν ἔως ἐδῶ.

Ὅμως αὐτὰ τὰ σαπρόφυτα ἦσαν πάντα ἔτσι καὶ οὐδέποτε ἄλλαξαν ἢ θὰ ἀλλάξουν στὸ μέλλον. Ἁπλῶς ἐμεῖς ὅλους αὐτοὺς τοὺς αἰῶνες, εἴτε διότι ἤμασταν πλέον τοῦ δέοντος ἀγαθοὶ ἢ πλέον τοῦ δέοντος ἀπροετοίμαστοι, τοὺς παραδίδαμε τελικῶς τὴν ἐξουσία μὲ ἀποτέλεσμα τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἀδυναμιῶν ἢ ἀνικανοτήτων μας νὰ τὰ ἐκμεταλλεύονται ὑπέρ τους καὶ οἱ σημερινοὶ ἀπόγονοι αὐτῶν τῶν σαπροφύτων νὰ μᾶς ἀποτελειώνουν, δίχως προσχήματα πλέον. 

Συνεπῶς; Τί κάνουμε; Ποῦ στοχεύουμε; Τί ἀκριβῶς θέλουμε νά ἀλλάξουμε; Νά ἀπομειώσουμε μόνον τίς δυνάμεις αὐτῶν πού μᾶς καταστρέφουν; Νά μειώσουμε τό μέγεθος τῆς καταστροφῆς; Ἤ μήπως νά ἀπαλλαγοῦμε ὁριστικῶς ἀπό αὐτά πού μᾶς καταστρέφουν;
Μήπως ἔφθασε ἡ στιγμή, γιὰ μίαν πρώτη φορά, μετὰ ἀπὸ αἰῶνες, νά ἀσχοληθοῦμε σοβαρά ὄχι μόνον μέ τὶς ζωές μας, ἀλλά μέ τήν ἰδίαν τήν Πατρίδα μας;

Φιλονόη

(Visited 146 times, 1 visits today)




One thought on “Θά ἀλλάξουμε χώρα ἤ θά ἀλλάξουμε τήν χώρα;

  1. Αὐτόματη εἰδοποίηση σύνδεσης: Θά ἀλλάξουμε χώρα ἤ θά ἀλλάξουμε τήν χώρα; |

Leave a Reply