Διαβιοῦμε σὲ ἕναν κόσμο τέτοιον, ὅπου μάθαμε νὰ «προσαρμοζόμεθα» τόσο, ὅσο νὰ «χωροῦμε» μέσα σὲ ὅλο καὶ στενότερα ὅρια. Ὅρια τέτοια ποὺ πλέον δὲν κρίνονται, δὲν ἐπανεξετάζονται καὶ διαρκῶς μᾶς ἀπομειώνουν τὰ πεδία δράσεως. Ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ ἀσφυκτικοῦ, μὲ αὐξητικὲς τάσεις πιέσεως, σκηνικοῦ, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι καὶ νὰ ἐπιβιώνουμε καὶ νὰ ἀνθέχουμε ἀλλὰ καὶ νὰ στηρίζουμε, κατὰ τὶς ἀνάγκες τους, τοὺς γύρω μας.
Τὸ ἀποτέλεσμα ὅμως ὅλης αὐτῆς τῆς διογκουμένης, δίχως ἀρχῆς καὶ τέλος, πιέσεως μᾶς ὑποχρεώνει νὰ περιορίζουμε ὅλο καὶ περισσότερο τὶς ἀληθεῖς μας ἀνάγκες. Ἀνάγκες ποὺ δὲν σχετίζονται μὲ τὶς κρατοῦσες ἀπόψεις, ἀλλὰ μὲ τὰ ὅσα ὁ ἑαυτός μας χρειάζεται ἀληθῶς, ἀλλὰ ἀδυνατοῦμε νὰ τοῦ προσφέρουμε. Ἀνάγκες τέτοιες ποὺ ἔως προσφάτως δὲν ὑποψιαζόμεθα ἀλλὰ ποὺ τώρα πλέον μᾶς ὑποχρεώνουν νὰ ἐνσκύψουμε σὲ αὐτές, νὰ τὶς ἀναγνωρίσουμε, νὰ τὶς σεβασθοῦμε καὶ νὰ τοὺς ἐπιτρέψουμε νὰ ἐκφρασθοῦν. Μά πῶς θά συμβῆ τοῦτο ἐάν δέν ἀπαλλαγοῦμε ἀπό κάθε τί τεχνητό καί ἐπίκτητο;
Συνέχεια




