Ὑπάρχουν πολλές ἐπιλογές;

Στὴν καθημερινότητά μας ἴσως πράγματι νὰ ὑπάρχουν ἀμέτρητες ἐπιλογές, γιὰ τὸ πῶς θὰ συμπεριφερθοῦμε, γιὰ τὸ ποιοὺς σκοποὺς θὰ θέσουμε καὶ γιὰ τὸ ποιὲς πορείες θὰ ἀκολουθήσουμε.
Αὐτὰ ὅμως ἀφοροῦν μόνον στὸ ἄτομον καὶ οὐδέποτε στὸ σύνολον.
Τὸ σύνολον, ἡ κοινωνία ἐπὶ τοῦ πρὸ κειμένου, ἢ ἡ Πατρὶς ἐπὶ τῆς οὐσίας, δὲν μᾶς ἐπιτρέπει καὶ πολλὲς ἐπιλογές. Ἢ θὰ εἴμαστε μέσα στὴν κοινωνία-Πατρίδα ἢ δὲν θὰ εἴμαστε.
Ἐὰν θὰ εἴμαστε μέσα, γνωρίζουμε καὶ τὸ τὶ πρέπει νὰ πράξουμε.
Ἐὰν ὄχι, ἐπίσης γνωρίζουμε πὼς ἐφ΄ ὅσον ἀρνούμεθα τὴν ἀναλογία τῆς Εὐθύνης μας, θὰ ὑποστοῦμε καὶ τὸν ἀντίστοιχο ἐκτοπισμό μας. Συνέχεια

Τὸ σῶμα μας ἔχει τὴν δική του σοφία…

Τὸ σῶμα μας ἔχει τὴν δική του σοφία καὶ ἀποτυπώνει τὶς σκέψεις μας καὶ τὰ συναισθήματά μας.
Ὅταν οἱ σκέψεις μας εἶναι χαρούμενες καὶ γεμάτες ἀγάπη δημιουργοῦν ὄμορφα συναισθήματα καὶ αὐτὰ τὰ συναισθήματα συμβάλλουν στὴν σωματική μας ὑγεία.
Ὅταν οἱ σκέψεις μας εἶναι ἄκαμπτες καὶ ἀρνητικὲς δημιουργοῦν προβλήματα καὶ ἀσθένειες στὸ σῶμα μας.
Συνέχεια

Λίγο πρό τοῦ τέλους μποροῦμε νά παραιτηθοῦμε;

Τὸ δύσκολον στὴν ζωή μας παραμένει τὸ ἐὰν μποροῦμε νὰ δεσμευθοῦμε, ἔως τέλους, γιὰ ὁποιονδήποτε σκοπό μας.
Τὸ «τέλος» ὅμως οὐδέποτε μᾶς γνωστοποιεῖται ἀπὸ τὴν …ἀρχή.
Ὅταν θέτουμε ἕναν στόχο οὐδέποτε γνωρίζουμε τὸ ἐάν, πῶς καὶ πότε τὸν πλησιάζουμε. Ἀρκεῖ νὰ τὸν διατηροῦμε μέσα μας ζωντανό, γιὰ νὰ γεμίζουμε ἐνέργεια καὶ νὰ ἐξακολουθοῦμε νὰ πορευόμεθα. Συνέχεια

Χορὸς λατρευτικὸς τοῦ Ἡλίου…

Λικνίζονται οἱ ἠλιακτίδες στὰ Πατραϊκὰ νερά…
Χορὸς λατρευτικὸς τοῦ Ἡλίου… Συνέχεια

Βιβλιοκριτικὴ γιὰ «Τὸ βουνὶ»

Πῆρα πρὶν λίγους μῆνες ἕνα πρόσφατα βραβευμένο μυθιστόρημα πιστεύοντας πὼς δὲν θὰ ἔχανα τὸν καιρό μου καὶ ἄρχισα νὰ διαβάζω κρατώντας, μάλιστα, καὶ σημειώσεις μὲ σκοπὸ νὰ γράψω κάτι γιὰ τὸ ἔργο μετὰ τὸ πέρας τῆς ἀνάγνωσης. Καθὼς προχωροῦσα βῆμα μὲ βῆμα, σελίδα μὲ σελίδα, ἐνοίωσα ξαφνικὰ ὅτι βρέθηκα ξανὰ σὲ μία παραλία τῆς Ζακύνθου, ὅπου πῆγα γιὰ διακοπὲς πρὶν καμμιὰ εἰκοσαριὰ χρόνια. Γιατί; Διότι ὅταν μπῆκα στὴ θάλασσα νὰ κολυμπήσω μου συνέβη κάτι ποὺ δὲν τὸ περίμενα. Περπατοῦσα μὲν μὲς στὸ νερό, μὰ τὸ νερὸ δὲν ἀνέβαινε καθόλου, οὔτε κἂν μέχρι τὰ γόνατα. Ἐπέμεινα νὰ περπατῶ στὰ ῥηχὰ ψάχνοντας τὸ πολὺ νερὸ μὰ δὲν ὑπῆρχε καὶ στὸ τέλος βαρέθηκα κι ἐπέστρεψα στὴν ἁμμουδιά. Τὸ ἴδιο γινόταν τώρα μὲ τὸ βιβλίο. Τὸ ἄφησα στὴ μπάντα. Ἡ τελευταία σημείωση ποὺ ἔγραψα ἦταν αὐτή, γιὰ τὴν παραλία τῆς Ζακύνθου. Συνέχεια