Κάποτε, πρὸ περίπου δεκαπέντε ἐτῶν, φίλος οἰκογενειακὸς ἔχασε τὸ μοναχοπαίδι του καὶ σκεπτόταν νὰ εὕρῃ κάποιον νέο ἄνθρωπο, μὲ οἰκογένεια, στὸ ξεκίνημα τῆς ζωῆς του, γιὰ νὰ τὸν «υἱοθετήσῃ», κατὰ μίαν ἔννοιαν, καὶ νὰ τοῦ μεταβιβάσῃ τὴν περιουσία του στὴν συνέχεια.
Δὲν ἤθελε κάποιον γιὰ νὰ τοῦ ἀλλάξῃ τὴν ταὐτότητά του καὶ τὸ ὄνομά του, ἀλλὰ κάποιον ποὺ νὰ μπορῇ νὰ ἀναλάβῃ τὶς ἐπιχειρήσεις του καὶ στὴν συνέχεια νὰ τὶς κληρονομήσῃ.
Τότε λοιπὸν ἔκανα παρέα μὲ μίαν οἰκογένεια, ἀριστερῶν πεποιθήσεων, ἡ ὁποία πράγματι ἦταν στὴν ἀρχὴ τῶν βημάτων της καὶ ἀντιμετώπιζε πολλὲς δυσκολίες οἰκονομικές. Ἡ σημαντικὴ λεπτομέρεια ὅμως ἦταν στὸ ὅ,τι αὐτὴ ἡ οἰκογένεια ἦταν ἀριστερῶν πεποιθήσεων καὶ δράσεως, κατὰ πῶς ἐδήλωνε κι ἔπραττε, ἰσχυριζομένη πὼς Συνέχεια




