Ἐσεῖς κτίζετε γέφυρες ἤ φράκτες;

Μια φορά κι έναν καιρό, μάλωσαν δύο αδέλφια που ζούσαν σε γειτονικές φάρμες. Ήταν το πρώτο σοβαρό ρήγμα στη σχέση τους. Για 40 χρόνια, εργάζονταν μαζί ως γεωργοί, μοιράζονταν χωρίς κανένα πρόβλημα τα γεωργικά μηχανήματα, και συνεργάζονταν αρμονικά για την εμπορία των προϊόντων τους.

Όμως, η μακρά συνεργασία τους διεκόπη απότομα. Η διένεξη ξεκίνησε από μια μικρή παρεξήγηση, εξελίχθηκε σε μια σημαντική διαφορά, και τελικά κατέληξε σε ανταλλαγή πικρών φράσεων.

Ένα πρωί κάποιος χτύπησε την πόρτα του μεγαλύτερου αδελφού. Εκείνος άνοιξε και αντίκρυσε έναν άνθρωπο με την εργαλειοθήκη ενός ξυλουργού.

– Ψάχνω για δουλειά λίγων ημερών, είπε. Ίσως έχετε ανάγκη για κάποιες μικροεργασίες και θα μπορούσα να σας φανώ χρήσιμος.

Συνέχεια →

Τὰ ἀπηγορευμένα πουλιά.

Το 1976, σε μια φυλακή της Ουρουγουάης οι πολιτικοί κρατούμενοι δεν μπορούν να μιλούν χωρίς άδεια, να σφυρίζουν, να χαμογελούν, να τραγουδούν, να βαδίζουν γρήγορα ή να χαιρετούν άλλον κρατούμενο.

Ούτε μπορούν να ζωγραφίζουν ή να λαμβάνουν ζωγραφιές με εγκύους γυναίκες, ζευγάρια, πεταλούδες, αστέρια ή πουλιά.

Ο Ντιντοσκό Πέρες, δάσκαλος, που βασανίστηκε και φυλακίστηκε επειδή είχε “ιδεολογικές ιδέες”, δέχεται μια Κυριακή επίσκεψη της κόρης του Μιλάι, πέντε ετών.

Το κορίτσι του φέρνει μια ζωγραφιά με πουλιά. Οι λογοκριτές τη σχίζουν στην είσοδο της φυλακής.

Την επόμενη Κυριακή, η Μιλάι του φέρνει μια ζωγραφιά με δέντρα. Τα δέντρα δεν απαγορεύονται και η Συνέχεια →

Ἐμετικὰ παιδικὰ τραγούδια.

Ἐμετικότατα!
Εἶσαι χαμένος, σοῦ λέν. Εἶσαι τίποτα. Εἶσαι μηδέν!
Πολλά, πάρα πολλά… Τὰ περισσότερα.
Ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ ἀνοίγουμε τὰ μάτια μας μία μαυρίλα.
Κι ἀπὸ τὴν στιγμὴ ἐκείνη δυστυχία.
Μεγαλώνουμε καὶ νὰ τὰ καψοτράγουδα… Νὰ τὰ «κόβω τὶς φλέβες μου γιὰ πάρτη σου» ἤ τὰ «δὲν ἀξίζω τίποτα δίχως ἐσέναν» ἤ τὰ «σκότωσέ με νὰ σωθῶ»…
Ἡ ζωή, ἡ πραγματικὴ ζωή, εἶναι χαρά. Εἶναι ἔρως. Εἶναι τόλμη. Εἶναι εὐτυχία, διότι ἡ καλὴ τύχη βοηθᾶ τοὺς Συνέχεια →

Μόνον «Καλὴν Λευτεριὰ» εὔχομαι Ἕλληνες.

Ἐδῶ καὶ μερικὲς ἡμέρες διαβάζω εὐχές, δέχομαι εὐχές, ἀκούω εὐχές. Ἀλλὰ δὲν ἀπαντῶ.
Φέρομαι ἀγενῶς… Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἔτσι…
Κουράστηκα. Δὲν ἔχουν νόημα ὅλα αὐτά. Δὲν ἐμπεριέχουν τὴν ἀλήθεια. Δὲν ἐκφράζουν αὐτὸ ποὺ αἰσθάνομαι, ἀλλὰ οὔτε αὐτὸ ποὺ πράγματι αἰσθάνονται οἱ γύρω μου. Λέμε ψέμματα ὁ ἕνας στὸν ἄλλον, μόνον καὶ μόνον γιὰ νὰ πείσουμε τοὺς ἑαυτούς μας, γιὰ κάτι ποὺ πρὸ πολλοῦ ἔχει τελειώσει.

Τί ἔχει τελειώσει;
Δὲν ἀναφέρομαι στὴν πίστι τοῦ κάθε ἑνὸς ἀπὸ ἐμᾶς.
Συνέχεια →

Πῶς θά μπορούσαμε νά διακρίνουμε τήν ἡμέρα ἐάν δέν ὑπῆρχε ἡ νύκτα;

Ὅλα τὰ εἴδη τῶν ἀνθρωπίνων συμπεριφορῶν εἶναι ἀπαραίτητα πρὸ κειμένου νὰ μὴ διαταράσσεται ἡ οἰκολογία τοῦ πνεύματος καὶ νὰ μπορῇ τὸ πνεῦμα νὰ ἐξελίσσεται.
Πῶς θὰ μπορούσαμε νὰ μάθουμε τὴν ἀγάπη ἂν δὲν ὑπῆρχαν ἐκεῖνοι ποὺ μᾶς κάνουν νὰ θυμώνουμε;
Πῶς θὰ μπορούσαμε νὰ μάθουμε νὰ συγχωροῦμε ἂν δὲν ὑπῆρχαν αὐτοί μας ἔχουν προδώσει;
Πῶς θὰ μπορούσαμε νὰ ἀνακαλύψουμε τήν δύναμί μας ἂν δὲν ὑπῆρχαν ἐκεῖνοι ποὺ μᾶς ὑποτιμοῦν; Συνέχεια →

Καλὴ Σταύρωσι!

 

Οἱ εὐχὲς ποὺ δίδουν ἀναμεταξύ τους τὰ μέλη μιᾶς κοινωνίας, ἀπεικονίζουν καὶ τὶς Ἀξίες της.
Σὲ μιὰ μαλθακὴ κοινωνία μαλθακῶν ὑποκριτῶν, οἱ εὐχὲς περνοῦν κατ’ εὐθεῖαν στὸ «Καλὴ Ἀνάστασι»… ὅταν μιὰ κοινωνία Ἡρώων θὰ εὔχετο «Καλὴ Σταύρωσι». Συνέχεια →