
Τὶς προάλλες ἐφώναξα στὸ γραφεῖο μου τὴ δεσποινίδα Ἰουλία, τὴ δασκάλα των παιδιῶν. Ἔπρεπε νὰ τῆς δώσω τὸ μισθό της.
Κάθισε νὰ κάνουμε τὸ λογαριασμό, τῆς εἶπα. Θὰ ἔχῃς ἀνάγκη ἀπὸ χρήματα καὶ σὺ ντρέπεσαι νὰ ἀνοίξῃς τὸ στόμα σου… Λοιπόν…
Συμφωνήσαμε γιὰ τριάντα ῥούβλια* τὸ μῆνα…
Γιὰ σαράντα.
Ὄχι, γιὰ τριάντα, τὸ ἔχω σημειώσει. Ἐγὼ πάντοτε τριάντα ῥούβλια δίδω στὶς δασκάλες… Λοιπόν, ἔχεις δύο μῆνες ἐδῶ…
Δύο μῆνες καὶ πέντε ἡμέρες…
Δύο μῆνες ἀκριβῶς… Τὸ ἔχω σημειώσει… Λοιπόν, ἔχουμε ἑξῆντα ῥούβλια. Πρέπει νὰ βγάλουμε ἐννέα Κυριακές… δὲν δουλεύετε τὶς Κυριακές. Συνέχεια



Πρὸ περίπου δύο δεκαετιῶν, σὲ μίαν ἔξοδο μὲ φίλους, βαδίζοντας στὴν Ἱπποκράτους, γίναμε μάρτυρες μίας σκληρῆς σκηνῆς βίας. Κάποιοι κτυποῦσαν ἕναν νεαρό, ὁ ὁποῖος ἐσέρνετο αἱμόφυρτος στὸν δρόμο, καὶ οὔρλιαζε ὑστερικῶ. 