Συζητοῦσα μὲ τὸν φίλο μου τὸν Ὀδυσσέα πρὸ ὁλίγου καὶ χαμογελοῦσα.
Ἀπογοητευμένος ἀπὸ τὴν ἀδιαφορία τῶν πολλῶν ὁ φίλος μου.
Θέλει τόσο πολὺ νὰ κάνῃ κάτι γιὰ νὰ ἀλλάξῃ τὰ δεδομένα καὶ νὰ βοηθήσῃ τὸν κόσμο.
Ἀλλά ὁ κόσμος θέλει; Ἤ ὄχι;
Ἀν τὶ ἀπαντήσεως τοῦ ἐπαρουσίασα μία μικρὴ ἱστορία-ἐρώτημα, σὰν παρομοίωσι τῆς πραγματικότητός μας.
Σὲ μία βάρκα ἔχουν μπεῖ πολλοί, πάρα πολλοί. Στὴν κακοκαιρία ἡ βάρκα βουλιάζει. Ποιοί θά σωθοῦν;
Αὐτοὶ ποὺ ξέρουν κολύμπι, μοῦ ἀπαντᾶ ὁ φίλος μου.
Ναί, αὐτοὶ ποὺ ξέρουν κολύμπι. Οἱ ἄλλοι θὰ πνιγοῦν.
Συνέχεια




