Οἱ ἐπαίτες! (Ἤ οἱ ἐπΕτες;)*

Ἔχω μίαν φίλη ξεναγό. Μιλᾶ δύο ἀκόμη γλῶσσες πλὴν τῆς Ἑλληνικῆς. Πρὸ δύο ἡμερῶν ἦταν μὲ μία ὁμάδα τουριστῶν στὴν Ἀκρόπολη. Ἡ ὁμάδα της προπορεύετο ὅταν κι αὐτὴ ἀκολουθοῦσε λίγο πιό πίσω. 

Ἐκείνην τὴν στιγμὴ ἐπέρασαν δύο Ἰταλοί.  Κάπου δεξιὰ ἦsαν κάποιοι μουσικοί. Οἱ Ἰταλοί, φιλέσπλαχνοι γάρ, ἄφησαν μερικὰ λεπτὰ τοῦ εὐρῶ στὸ πιατάκι τους. Ἢταν ὄμως λίγα γιὰ τοὺς μουσικούς. Πολὺ λίγα. 

Τὰ ἐπέταξαν κατὰ γῆς θυμωμένοι. Ἡ φίλη μου ἔσκυψε, τὰ ἐμάζευσε κι ἐβιάσθη νὰ προλάβῃ τοὺς Ἰταλοὺς γιὰ νὰ τὰ ἐπιστρέψῃ. Οἱ  Ἰταλοὶ δὲν μιλοῦσαν  Ἑλληνικὰ ἢ Ἀγγλικὰ καὶ τελικῶς δὲν κατάλαβαν τὸν λόγο τῆς ἐπιστροφῆς τῶν χρημάτων. Αὐτὸ ποὺ σίγουρα κατάλαβαν ἦταν ἡ ἀχαριστία τῶν ἐπαιτῶν. Κι ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλὰ σίγουρα θὰ μεταφέρουν στὴν χώρα τους αὐτὴν τὴν ἀθλία εἰκόνα! Τὴν εἰκόνα τοῦ ἐπαίτου στὴν Ἑλλάδα ποὺ στὰ λιγοστὰ χρήματα εἶναι παντελῶς ἀχάριστος! Τέτοια καθάρματα καὶ παραδόπιστοι λοιπόν οἱ Ἔλληνες;

Συνέχεια

Ἕλληνες ἀεὶ παῖδες ἔστε!

Έλληνες ἀεί παῖδες (Πλάτων, Τίμαιος)

Ένας Αιγύπτιος ιερέας απευθυνόμενος στο Σόλωνα παρατηρεί: «Ὦ Σόλων, Σόλων, Ἕλληνες ἀεί παῖδές ἐστε, γέρων δέ Ἕλλην οὐκ ἔστιν», δηλ. «Σόλωνα, Σόλωνα, εσείς οι Έλληνες μένετε πάντα παιδιά και δεν υπάρχει κανένας γέροντας Έλληνας». Συνέχεια

Ῥὲ σεῖς πατριῶτες!!!

Ε, ρε πατριώτες!

Τι άλλο θα μηχανευτείτε για να σώσετε την χώρα. Μεγάλοι εθνοσωτήρες!!!!! Άγαλμα θα σας στήσουμε!!!

Συνέχεια

Γιὰ τὸν Ξενοφώντα δὲν γράψαμε…

Μία πολὺ ἐνδιαφέρουσα παρουσίασις ἑνὸς σημαντικοῦ ἔργου τοῦ Ξενοφῶντος. 

Ο Ξενοφών και ο εσωτερικός εχθρός

Θέλεις νὰ μὲ σώσῃς; Κᾶνε το σωστά!

Εἶμαι παιδάκι, νήπιον. Θέλεις νὰ μὲ προστατεύσῃς ἀπὸ τὸν κίνδυνο. Πῶς θὰ τὸ κάνῃς; Μὲ ἕνα διαρκὲς «μήηηηηηη» ἢ μὲ κάποιον ἄλλον τρόπο; Δὲν θὰ ἦταν ὀρθότερον νὰ μὲ διδάξῃς; Νὰ μοῦ ὑποδείξῃς τὸν κίνδυνο, στὸν βαθμὸ ποὺ τὸν ἀντιλαμβάνεσαι καί τόν ἀντιλαμβάνομαι; Νὰ μάθω μέσα ἀπὸ τὰ δικά μου βήματα κι ὄχι μέσα ἀπὸ τὰ δικά σου; 

Εἶμαι ἐνήλιξ καὶ θέλεις νὰ μὲ βοηθήσῃς διότι μὲ ἀγαπᾶς καὶ μὲ νοιάζεσαι. Εἶτε διότι εἶσαι γονέας μου, εἶτε ἀδελφός, φίλος, σύντροφος, διδάσκαλος, ἐργοδότης…. Πῶς θὰ τὸ κάνῃς; Θὰ τρέχῃς ἐμπρὸς καὶ θὰ προλαμβάνῃς ἢ θὰ μὲ ἀφήσῃς νὰ πέφτω στὰ βαθειὰ κι ἄπατα νερά; Πότε θὰ μάθω ἐγὼ κολύμπι; Ὅταν θὰ γεράσω;

Εἵμαστε ὅλοι μας ἀνήλικοι τελικῶς; Χρειαζόμαστε κάποιον νὰ μᾶς ὑποδεικνύῃ τὸν δρόμο; Τὴν λακκούβα; Τὴν παγίδα; Νὰ μᾶς πληρώνῃ τοὺς λογαριασμούς; Νὰ μαλώνῃ γιὰ ἐμᾶς; Νὰ μᾶς προστατεύῃ ἀπὸ τὴν πληροφορία ποὺ πιθανὸν νὰ μᾶς πικράνῃ; 

Συνέχεια

…τοῦ Ἰκάρου ἡ γῆς…

…τοῦ Ἰκάρου ἡ Γῆς …

Βαρὺς ἀκούστηκε … 
θρῆνος καὶ χαρά ,
στοιβαγμένος εἰς τὸν ἴδιον κτῦπον 
τῆς φτέρνας τοῦ Ἰκάρου …
κι’ εὐθύς 
δάκρυσε ἡ μάνα γῆς
καὶ τὸ ὑγρὸν της ὕστατον φιλί ,
ἄνεμος ἔστειλε νά ‘ναι καλός ,
πλάϊ εἰς τὸ πέταγμα τοῦ Ἰκάρου !…

Μίκραινε ἡ γῆς …μιὰ στάλα ἴδια …
κι’αὐτὸς ,
Συνέχεια