Σύγκρισις τῆς διαπαιδαγωγήσεως τοῦ Ἀλκιβιάδου μὲ αὐτὴν τῶν Περσῶν καὶ τῶν Λακεδαιμονίων
[ΠΛΑΤΩΝ, ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ]
Ὁ Σωκράτης ἐτόνισε στὸν Ἀλκιβιάδη τὴν ἀνάγκη νὰ φθάσῃ στὴν αὐτογνωσία (ἡ ὁποία ἀποτελεῖ καὶ τὸ ἐξεταζόμενο θέμα αὐτοῦ του διαλόγου), ἐφ’ ὅσον ἐπιθυμοῦσε νὰ καθοδηγῇ ὡς πολιτικὸς τοὺς συμπολῖτες του. Ἐπειδή, ὅμως, ὁ φιλόδοξος νέος ἀγνοοῦσε τί εἶναι δίκαιο, δὲν ἦταν, κατὰ τὸν Σωκράτη, εἰς θέσιν νὰ βοηθήσῃ τοὺς Ἀθηναίους. Ὁ Ἀλκιβιάδης παρετήρησε ὅτι δὲν τοῦ ἦταν ἀπαραίτητος ἡ σχετικὴ μόρφωσις, ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ οἱ ἐπίδοξοι πολιτικοί του ἀντίπαλοι ἦσαν ἀμόρφωτοι, ὁ φιλόσοφος τὸν ἐκάλεσε, ὡστόσο, νὰ συγκρίνῃ τὴν καταγωγὴ καὶ τὴν μόρφωσίν του μὲ αὐτὲς τῶν ἀναμενομένων ἐξωτερικῶν του ἀντιπάλων, τῶν βασιλέων τῶν Περσῶν καὶ τῶν Λακεδαιμονίων. Συνέχεια

«…ὅπου κατ’ ἀντεστραμμένη ἀναλογία, μποροῦν νὰ ἐκληφθοῦν εἴτε ὑπὸ μίαν ἀνωτέρα εἴτε ὑπὸ μίαν κατωτέρα ἔννοια: ἔτσι, παραδείγματος χάριν, σὲ μιὰ παραδοσιακὴ κοινωνικὴ ὀργάνωση ἕνα ἄτομο μπορεῖ νὰ εἶναι ἔξω ἀπὸ τὶς κάστες μὲ δύο τρόπους, εἴτε ἐπειδὴ εἶναι ἀνώτερός τους (ativarna) εἴτε ἐπειδὴ είναι πιὸ κάτω ἀπὸ αὐτὲς (avarna) καί, εἶναι προφανὲς ὅτι, οἱ περιπτώσεις αὐτὲς ἀντιπροσωπεύουν δύο ἀκραῖα ἀντίθετα.
