Αὐτό τὸ ἀρχοντικό κτίριο. Αὐτό τὸ παλάτι. Χτίστηκε γιὰ νὰ στεγάση ἓναν μονάρχη. Ἓναν μονάρχη, τὸν Ὂθωνα, ποὺ θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε ὃτι ἒφυγε νύχτα ἀπό τὸν τόπο μας, γιατί δὲν πληροῦσε τὶς προϋποθέσεις. Γιατί δὲν γεννήθηκε Ἓλλην. Δὲν πόνεσε τοὺς ἀγῶνες τοῦ λαοῦ ποὺ ἦλθε νὰ ὑπερετήση. Δὲν σεβάστηκε τοὺς ἀγωνιστές. Δὲν ἀφουγκράστηκε τὴν ἀνάσα τους. Δὲν σκέφτηκε ποτέ σὰν ἂνθρωπος τοὺς ἀνθρώπους του. Δὲν στόχευσε ποτέ σὲ ἓνα καλλίτερο αὒριο. Γιατί ἁπλῶς τὸ δικό του αὒριο δὲν ἦταν ποτέ συνδεδεμένο μὲ τὸ αὒριο τῶν ὑπηκόων του.
Τὸ παλάτι λοιπόν. Ἐγκαταλελειμμένο, ἐρείπιο, τὸ βρῆκαν οἱ παπποῦδες μας πρόσφυγες ἀπό τὴν Μικρά Ασία καὶ τὸν Πόντο. Ἒμειναν έκεῖ, εὐτυχῶς γιὰ πολύ λίγο. Δὲν τοὺς κρατοῦσε ὁ χῶρος. Δὲν τοὺς φρόντιζε. Δὲν τοὺς ἐνέπνευσε. Ἒφυγαν ἀπό ἐκεῖ γιὰ νὰ βροῦν τὴν τύχη τους. Καὶ νομίζαν ὃτι τὴν βρῆκαν. Ἢ μήπως ὂχι;
Τὸ παλάτι λοιπόν. Χῶρος του ἑλληνικοῦ κοινοβουλίου πλέον. Ἐκεῖ βρῆκε στέγη ὁ νόμιμος ἐκπρόσωπος τοῦ λαοῦ μας. Σὲ ἓνα παλάτι. Γιατὶ ποῦ ἀλλοῦ θὰ μποροῦσαν νὰ στεγαστοῦν τέτοιοι ἂρχοντες; Τέτοιοι θαυμαστοί καὶ ἰδιαίτεροι ἂρχοντες! Συνέχεια →