Γενεὲς τοῦ ὅ,τι νἆναι… Γενεὲς τοῦ πSoros καὶ τῶν Rothschild . Γενεὲς ποὺ αὐθορμήτως προστρέχουν γιὰ νὰ ὑπερασπισθοῦν τὰ συμφέροντα τῶν τοκογλύφων. Γενεὲς ποὺ ἀπολαμβάνουν …τίποτα, ἀλλὰ ποὺ μὲ ἕνα νεῦμα τῶν τοκογλύφων γεμίζουν οἱ δρόμοι …«ἐπαναστάτες».
Ἀρχεῖα ἐτικέττας: τὸ τώρα
Δύσβατος καὶ μοναχικὸς δρόμος κάποιων, ἐλαχίστων παιδιῶν
Ὑπάρχουν κάποια παιδιὰ δεκαεξάχρονα (ἢ δεκαεπτάχρονα, δεκαοκτάχρονα, δὲν ἔχει σημασία), ποὺ ἀγνοῶντας τὸν κίνδυνο, προβαίνουν σὲ πράξεις ὑψίστου συμβολισμοῦ, ὅπως τὸ νὰ κατεβάσουν τὴν σημαία τοῦ κατακτητοῦ, τοῦ εἰσβολέως στὴν γῆ τῶν πατεράδων τους καὶ τῶν πατεράδων τῶν πατεράδων τους. Ποῦ δὲν ἀνέχονται τὴν κατοχή.
Γιατί θέλουν λευτεριά. Πολὺ ἁπλᾶ.
Συνέχεια
Ὑβριδικὸς πόλεμος βιασμοῦ τῆς λογικῆς
Ὁ νέος πόλεμος, ἐδῶ καὶ κάποια χρόνια, εἶναι ὑβριδικός. Δὲν ἔχει ὄπλα καὶ στρατεύματα, ἔχει ὅμως ἰδεολογήματα. Γιατί σκοπὸς δὲν εἶναι ἡ φυσικὴ κατοχὴ τῶν λαῶν, ἀλλὰ ὁ συνειδησιακὸς ἔλεγχος, τὰ περίφημα παιχνίδια μυαλοῦ.
Αὐτὸ ποὺ παλαιότερα ὀνομάζετο αἵρεσις ἢ σέχτα φανατικῶν, σήμερα ὀνομάζεται ἰδεολόγημα. Τὰ ἴδια καὶ χειρότερα ἀποτελέσματα φέρνει, τοὺς ἰδίους φανατικοὺς ἰδεοληπτικοὺς δημιουργεῖ.
Συνέχεια
Λὲς κι ἔχουμε κάποιον ἄλλον δρόμο νὰ διανύσουμε…
Ἀκοῦν λέξεις ὅπως «Πατρίς», «Πατριῶτες», «Ἔθνος» καὶ ἀνατριχιάζουν… Βλέπουν κάποιους νὰ ἐπιχειροῦν ἑνωτικὲς κινήσεις καὶ τοὺς πολεμοῦν ὡς …«φασίστες». Σηκώνουν σημαῖες κόκκινες καὶ πράσινες καὶ μαῦρες καὶ πορτοκαλὶ καὶ ὅ,τι νἆναι γιὰ νὰ πολεμήσουν τὴν μία σημαία ποὺ ὅλοι μας ἀναγνωρίζουμε καί, ἐν δυνάμει, μᾶς ἑνώνει…
Συνέχεια
Διαβιῶντες ἐν ἀνομίᾳ καταφέρνουμε κι ἐπιβιώνουμε
Ἕνα σύντομο ταξείδι στὴν ἑλληνικὴ ἐπαρχία μοῦ ὑπενθύμισε ὅτι ἡ τοπικὲς κοινωνίες ζοῦν καὶ ἐργάζονται, γιὰ τὰ δυτικὰ πρότυπα, σὲ καθεστὼς ἀπολύτου ἀνομίας. 
Συνέχεια
Χρειάζομαι κι ἄλλα ἐκτὸς ἀπὸ ἕνα (πραγματικὸ) ἄσυλο…
Χρειάζομαι κι ἐγὼ ἄσυλο.
Γιὰ τὶς ἰδέες μου, γιὰ τὰ ὄνειρά μου καὶ γιὰ τοὺς σκοπούς μου.
Ὅμως τελικῶς κατήντησα νὰ τὰ κρύβω ὅλα αὐτά, γιὰ τὸν φόβο ὄχι τόσο τῆς φιμώσεως, ὅσο τῆς ἐκδικήσεως.
Χρειάζομαι νόμους τέτοιους ποὺ θὰ μοῦ διασφαλίζουν τὸ ἐλευθέρως ἐκφράζεσθαι καὶ διακινεῖσθαι, δίχως τὸν …μπαμπούλα τῆς ὀρθοπολιτικῆς βλακείας γύρω μου νὰ μὲ ἀπειλῇ, δίχως νὰ προέχῃ τὸ δικαίωμα τοῦ τοκογλύφου, ποὺ ἀσκεῖται εἰς βάρος ἀκόμη καὶ τῆς ἐπιβιώσεώς μου, δίχως νὰ μοῦ κουνᾷ τὸ δάκτυλο κοροϊδευτικὰ ἡ (φερομένη ὡς) βο(υ)λευτικὴ ἀσυλία.
Ἀλλὰ στὸ Ἑλλαδοκαφριστᾶν τῆς βλακείας, τῆς ἀσυνειδησίας καὶ τῆς ἀσυδοσίας αὐτὰ εἶναι ἐπικίνδυνα πράγματα.
Συνεπῶς ἂς μὴν ἐλπίζω. Συνέχεια