Τήν Ἐλευθερία τοῦ νά κάνουμε ὅ,τι θέλουμε ἤ τήν Ἐλευθερία τού νά κάνουμε ὅ,τι μᾶς χρειάζεται;
Καί τί εἶναι αὐτό πού μᾶς χρειάζεται; Τό νά ἀπολαμβάνουμε τά πάντα δίχως ὅριον ἤ τό νά ἀπολαμβάνουμε ἔως κάποιου ὁρίου; Καί ποιός θά θέτη αὐτό τό ὅριον; Ἐμεῖς ἤ ἄλλοι;
Συνθίζουμε, ὡς ἀνθρωπότης, νὰ καταπατοῦμε μόνοι μας, μὲ κάθε εὐκαιρία, πρῶτα καὶ κύρια τὰ ὅρια ποὺ ἐμεῖς θέτουμε στοὺς ἑαυτούς μς. Πότε διδαχθήκαμε ὅμως νά τά σεβόμεθα; Καί γιατί πρέπει ὁ φόβος νά δρᾷ ἐπάνω μας πρό κειμένου ἐξ ἀνάγκηςνά τά περιφρουροῦμε; Μήπως κάτι κάνουμε τελικῶς λάθος; Συνέχεια


Γιὰ τὴν ὥρα…
Εἶναι δύσκολο νὰ περιγραφῇ ἡ ἀφόρητος μοναξιὰ αὐτῶν ποὺ ἔχουν ἀποφασίση, εἴτε συνειδητῶς εἴτε ὄχι, νὰ ἑστιάσουν στοὺς ἑαυτούς καὶ μόνον, γιὰ νὰ ἐπιτύχουν, στὸν ὁποιονδήποτε βαθμό, νὰ ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ κάθε λογῆς ἐπίκτητα -μὰ κι ἐπίπλαστα- δεσμά.
Εἶναι ἔτσι δομημένος ὁ ἀνθρώπινος ἐγκέφαλος τελικῶς, ποὺ ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο ὑποχρεωτικῶς στὸ νὰ ἐπιχειρῇ κάπου νὰ ἐνταχθῇ, γιὰ νὰ αἰσθάνεται ἀσφαλής. Κι ἔτσι, ἀπὸ ἀρχαιοτάτων ἐτῶν, διαρκῶς ἐπιχειροῦσε νὰ διαβιῇ ὡς μέλος κάποιας ὁμάδος.