Πρὸ μερικῶν ἐτῶν, καὶ γιὰ μεγάλο χρονικὸ διάστημα, συναναστρεφόμουν μὲ ἰατρούς, διαφόρων εἰδικοτήτων. Δύο ἀπὸ αὐτούς, μία γυναίκα κι ἕνας ἄντρας, μου παρουσίασαν πολλὲς ἔρευνες, μελέτες, ἀποδείξεις γιὰ τὸ ὅ,τι ἡ θεραπεία τῆς ὁμοφυλολοφιλίας ὑφίσταται ἀλλὰ ἡ παγκόσμιος ἰατρικὴ κοινότης ἀρνεῖται καὶ νὰ τὴν ἐφαρμόσῃ ἀλλὰ πολὺ περισσότερο νὰ τὴν διδάξῃ στὰ πανεπιστημιακὰ ἱδρύματα.
Τὴν ἰδίαν περίοδο ὁμοιοπαθητικὸς ἰατρός, ὁ ὁποῖος ἔχει ἀφήσῃ τὴν κλασσική-χημικὴ ἰατρικὴ κατὰ πολὺ πίσω του, μοῦ ἐπέτρεψε νὰ μελετήσω κάποια ἰατρικὰ ἱστορικά, ἀσθενῶν του, δίχως νὰ μοῦ παρουσιάσῃ φυσικὰ τὰ στοιχεῖα τους, καὶ στὰ ὁποῖα διαφαινόταν ἡ θεραπεία τῆς ὁμοφυλοφιλίας, πάντα μὲ τὴν συναίνεσι τοῦ ἀσθενοῦς. Διότι γιὰ κάθε σοβαρὸ ἰατρό, σοβαρὸ λέμε, ἡ ὁμοφυλοφιλία παραμένει ἀσθένεια κι ὄχι «μεγάλο τῆς φύσεως θαῦμα». Οὐσιαστικῶς οἱ ἰατροὶ γνωρίζουν πὼς πρόκειται γιὰ ἀσθένεια ἀλλὰ ἔχουν ἀποφασίσῃ νὰ συνεργήσουν στὸ μέγιστον ἔγκλημα βιασμοῦ τῶν κοινωνιῶν μας. Συνέχεια →