Ζούσαμε στήν ὡραιότερη χώρα τοῦ κόσμου. Λαμπρός ἥλιος, ἀπέραντη γαλάζια θάλασσα, χρυσαφένιες παραλίες, βουνά γεμᾶτα ὅλων τῶν εἰδῶν τά δέντρα, εὔφορες πεδιάδες καί ὀροπέδια, ἀστείρευτες πηγές μέ γάργαρο νερό. Ξυπνοῦσες τό πρωί μέ τό τιτίβισμα τῶν πουλιῶν, ἄνοιγες τό παράθυρο καί γέμιζαν τά πνευμόνια σου μέ καθαρό ἀέρα.
Παλαιότερα, μετά τήν δύσι τοῦ ἥλιου οἱ νοικοκυρές καί τά παιδιά ἐκάθοντο στίς αὐλές ἤ στό ἄνοιγμα τῆς πόρτας καί Συνέχεια




