Ὅλοι οἱ Ἕλληνες ἔχουμε σχεδὸν τὴν ἴδια ἱστορία.

Όλοι οι έλληνες έχουμε σχεδόν την ίδια ιστορία να πούμε

Γεννήθηκα σε ένα μικρό χωριό της Μακεδονίας , τα πρώτα μου χρόνια τα έζησα εκεί με μια γιαγιά αντρογυναίκα και εναν παππου ρυτιδιασμένους από τον ήλιο στα χωράφια και κάλους στα χέρια αγράμματους .

Την θυμάμαι λες και είναι τώρα την γιαγια όταν με έβαζε στον λαιμό της και με πήγαινε λίγο έξω από το χωριό να μου δείξει κάτι πέτρες χορταριασμένες και θαμμένες στην λάσπη .

Να εδώ μου έλεγε γεννήθηκε ο Αλέξανδρος μου εδώ έπαιζε και γελούσε το παιδί μου και δάκρυζε , παιδί ήμουν δεν καταλάβαινα ούτε τι ήταν οι πέτρες ούτε για ποιο παιδί της έκλεγε η γιαγιά .

Έφτασα τα 5 περίπου για να καταλάβω ότι το παιδί για το οποίο έκλεγε ήταν ο μέγας Αλέξανδρος κάποιος που έζησε χιλιάδες χρόνια πριν , αλλά η γιαγιά επέμενε να τον θεωρεί παιδί της που έφυγε για τα ξένα και δεν γύρισε ποτέ πίσω στο σπίτι .

Θυμάμαι την γιαγιά τα βράδια να ανοίγει το μαντίλι που το φιλούσε κάτω από το στρώμα και να μας δείχνει τον Αλέξανδρο επάνω στα νομίσματα που έβρισκαν χούφτες σκάβοντας στα χωράφια .

Εκεί μπροστά από το τζάκι μας έλεγε ιστορίες αυτή και ο παππούς όχι μόνο για το παιδί τους αλλά και για κάποιους άλλους έλληνες σπαρτιάτες τους έλεγαν που στις Θερμοπύλες πέθαναν μέχρι τον τελευταίο πολεμώντας τους βάρβαρους για την ελευθερία τους , για αθηναίους μας μιλούσαν που ήταν πολύ σοφοί άνθρωποι , καθόμασταν τα εγγόνια σαν χάνοι και ακούγαμε όλα αυτά τα θαυμαστά πράγματα και ονειρευόμασταν ότι κάποτε θα γινόμασταν κι εμείς σαν αυτούς τους αρχαίους έλληνες .

Απέναντι ακριβώς από το σπίτι μας ήταν τότε ένας λόφος με δέντρα και μια τρύπα στην κορυφή , εκεί μαζευόμασταν και παίζαμε σχεδόν όλα τα παιδιά του χωριού .

Όταν ρωτούσαμε τι είναι αυτή η τρύπα στην κορυφή και βρωμάει έτσι οι μεγαλύτεροι μας έλεγαν ότι εκεί κάτω από την τρύπα ήταν μια στοά που είχε φτιάξη η βασίλισσα Βεργίνα για να πηγαίνει να βλέπει κρυφά τον αγαπημένο της που ζούσε στην Βέροια χιλιόμετρα μακριά .

Την τρύπα την είχαν βρει βολική οι χωρικοί για να πετανε μέσα καμιά κότα αν ψοφούσε γι αυτό και η βρώμα .

Μετά μια μέρα ήρθαν στο χωριό κάτι πολύ περίεργοι άνθρωποι αρχαιολόγους τους έλεγαν και ήταν λέει πολύ σπουδαγμένοι και άρχισαν να κόβουν τα δέντρα στον λόφο και να σκάβουν .

Όλα αυτά είναι θολά πλέον στο μυαλό μου το μόνο που θυμάμαι είναι την γιαγιά να λιβανίζει κάθε πρωί πριν πάει στο χωράφι εκεί σε κάτι πέτρες που είχαν ξεθάψει , γιατί εκεί όπως έλεγε η γιαγιά ήταν θαμμένα ( έτσι τους είχαν πει οι μορφωμένοι ) τα κόκκαλα του Φιλλίπου του μπαμπά του Αλέξανδρου της .

Εκείνη την εποχή ο φρυδάς έτσι τον ήξερα τότε ( πολύ μετά έμαθα ότι τον έλεγαν Καραμανλή ) είχε κανονίσει λέει όλοι οι νέοι του χωριού να πάνε να δουλέψουν στο Βέλγιο και στην Γερμανία άδειασε το χωριό από παλληκάρια έμειναν οι γεροί και τα παιδιά δεν μπορούσε έλεγαν η πατρίδα να τους ζήση και έπρεπε να πάνε στα ξένα .

Πάλι έβλεπα την γιαγιά να κλαίει για τα παιδιά της που έφευγαν και σαν τον Αλέξανδρο της δεν θα γύριζαν ποτέ ξανά .

Τότε ήταν που ο πατέρας μου επειδή είχε δυο παιδιά η αδελφή μου ήταν δεν ήταν 5 μηνών αποφάσισε να μην πάει στο Βέλγιο που του έλεγαν αλλά στην Αθήνα .

Βρέθηκα ξαφνικά σε μια τεράστια πόλη που δεν ξέραμε κανέναν και δεν μας ήξερε κανείς τα κατάφερε όμως νέος ήταν άντεχε την οικοδομή βολευτήκαμε .

Εκεί στην μεγάλη πόλη πήγα σχολείο .

Εδώ ανατράπηκαν όσα μου είχε πει η γιαγιά εδώ μάθαινα ότι πρόγονοι και παππούδες μου ήταν κάποια άγνωστα μέχρι τότε ονόματα Αβραάμ Ισαάκ και άλλα τέτοια .

Φυσικά οι δάσκαλοι ήξεραν καλύτερα από την αγράμματη γιαγιά μου .

Μετά πήγα στο γυμνάσιο όπου μου έμαθαν ότι ο Σωκράτης ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης ήταν κάτι φασισταρια και ακροδεξιοί .

Οι αθηναίοι ήταν πισογλεντιδες μισογύνηδες και σάπιοι , οι σπαρτιάτες κάτι στρατοκαυλοι φασίστες που γούσταραν να σκοτώνουν ξένους και να ρίχνουν τα παιδιά τους στον καιάδα .

Τι να σου κάνει η γιαγιά και ο παππούς αγράμματοι άνθρωποι ήταν τι ήξερα αυτοί , εδώ το έλεγαν κοτζάμ καθηγηταδες , όσο ανέβαινα τάξεις τόσο και χειρότερα μάθαινα γι αυτούς .

Μετά με πήρε η μπάλα της ζωής που μυαλό για τέτοια .

Έπρεπε να φτάσω τα τριανταπέντε να έχω λύσει το βιοποριστικό για να αρχίσω να διαβάζω ξανά .

Χρειάστηκε να διαβάσω πολλά βιβλία για να ανακαλύψω ότι τελικά αυτοί που είχαν δίκιο ήταν η γιαγιά και ο παππούς και όχι οι καθηγηταδες .

Ξέρω ότι ο παππούς και η γιαγιά είναι αστροσκονη ποια και κοντά στο παιδί τους .

Να ξέρεις γιαγιά όμως ότι κάθε φορά που πάω στο χωριό πηγαίνω και λιβανίζω τις ίδιες πέτρες όπως εσύ , έμαθα και τα παιδιά μου να το κάνουν , με τον ίδιο σεβασμό με σένα τους το έμαθα καλά αυτό και ελπίζω ότι το ίδιο θα κάνουν και τα εγγόνια μου , αν ζω σου υπόσχομαι ότι θα το φροντίσω .

 ΠΕΡΣΕΑΣ

(Visited 16 times, 1 visits today)




Leave a Reply