Ἐλθὲ Ἡρακλέα, ἐλθὲ

Ἐλθὲ Ἡρακλέα, ἐλθὲ Τὸ χέρι ὁποὺ μαχαίρι βαστᾶ,

 

 

σὲ κανένα δὲν ἀνήκει χρῶμα,

 

 

παρὰ σὲ φονιᾶ.

 

 

 

 

 

Κι ἄν μὲ αἷμα τ’ ἀτσάλι ποτίσῃ,

 

 

δὲν τὸ ἔκαμε κόμα βολῆς,

 

 

τοῦ μυαλοῦ τὸ ἔκαμε ἡ πλύση.

 

 

 

 

 

Τὸ χῶμα αὐτὸ δὲν ἐγνώρισε λεύτερους κυβερνητᾶδες,

 

 

σκλάβους μονάχα τοῦ παρᾶ,

 

 

αἰώνιους μασκαρᾶδες.

 

 

 

 

 

Ὦ, κι ἐσεῖς τὰ τοῦ δήμου ποὺ λέτε,

 

 

χυδαῖα κοπρόβια τῆς γῆς,

 

 

μονάχα σχοινίον σφικτὸν θέτε.

 

 

 

 

 

Διδάσκαλος μέγας τοῦ χρόνου τὸ ἀμέτρημα,

 

 

ὦ, ἐσεῖς τοῦ νοός μου χτιστᾶδες,

 

 

ἐνθυμεῖστε, οἱ δοῦλοι κάποτε σπάζουν τὶς ἅλυσες.

 

 

 

 

 

Κι ἄν δὲν λατρέψῃ ἡ ἀγχόνη ἐσᾶς,

 

 

ὦ, τῶν χοίρων γενιές,

 

 

ἕνα ξίφος γαλάζιον φλερτάρει τὰ δικά σας παιδιά.

 

 

 

 

 

Ἐλθὲ Ἡρακλέα, ἐλθέ!

 

 

Τῆς λερναίας ἐδῶ εἶναι οἱ υἱοί,

 

 

μὰ τῶν Ἑλλήνων τὰ χέρια ποὺ φέρουν φωτιά,

 

 

δὲν εἶναι πιὰς γόνιμα,

 

 

μὴν δὲν ἦταν ποτέ

 

 

 

 

 

20-9-2013

(Visited 17 times, 1 visits today)




Leave a Reply