Τὸ Ἑλληνικὸν Ἀλφάβητον

Τὸ Ἑλληνικὸν ἈλφάβητονἈπαγορεύεται ἡ ἀναδημοσίευσις τῶν κειμένων τοῦ κυρίου Μιχαὴλ Ἀλεξανδρῆ δίχως ἀναφορὰ τῆς πηγῆς, τοῦ ὀνόματός του καὶ τοῦ ἐπαγγέλματός του ὡς ἔχει!!!
Παρακαλῶ πολὺ σεβασθῆτε το…
Εὐχαριστῶ.

Φιλονόη

Α. ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟΝ ΑΛΦΑΒΗΤΟΝ

1). ΣΥΝΤΟΜΟΝ ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ ΠΕΡΙΓΡΑΜΜΑ
Τὸ ἐν χρήσει καὶ σήμερον ἀλφάβητον ἀποτελεῖ ἐξέλιξιν τοῦ Ἀττικοῦ, ὅπως διερρυθμίσθη καὶ ἐτροποποιήθη ἐπὶ ἐπωνύμου ἄρχοντος Εὐκλείδου (403 π.Χ.,), διὸ καὶ Εὐκλείδειον καλεῖται. Εἰς τοῦτο τὸ ἀλφάβητον δὲν περιελήφθησαν τὰ σιγηθέντα ἢ ἀχρηστευθέντα δίγαμμον (Ϝ), σαμπῖ (Ϡ) καὶ κόππα (Ϟ). Τὸ τελευταῖον ἤδη εἶχεν ἀχρηστευθῆ ἀπὸ τοῦ ἔτους 525 π.Χ., τὸ δεύτερον πολὺ ἐνωρίτερον καὶ τὸ πρῶτον προεφέρετο μὲν ὡς δασὺ πνεῦμα, ἀλλὰ παρίστατο διὰ τοῦ Η. Τὰ μὴ περιληφθέντα τρία σύμφωνα ἐχρησιμοποιήθησαν μετὰ τοὺς χρόνους τοῦ Μ. Ἀλεξάνδρου εἰς τὴν ἀριθμογραφίαν πρὸς παράστασιν τῶν ἀριθμῶν 6 (Ϛ), 90 (Ϟ) καὶ 900 (ϡ), ἔχοντα τόνον εἰς τὸ ἄνω δεξιὸν μέρος αὐτῶν.
Ἐπὶ Εὐκλείδου εἰσήχθη τὸ διπλοῦν γράμμα Ξ, τὸ ὁποῖον δὲν ἀπεδέχθησαν οἱ Εὐβοεῖς, τὸ φωνῆεν Ω πρὸς διάκρισιν ἀπὸ τοῦ βραχέος Ο καὶ τὸ Η, τὸ ὁποῖον ἀντικατέστησε τὸ μακρὸν Ε καὶ τὸ μακρὸν Α (ΜĀΤĒΡ> ΜΗΤΗΡ). Συνεπῶς τὸ Ἀττικὸν ἀλφάβητον περιελάμβανε τὰ γνωστὰ καὶ σήμερον 24 γράμματα κεφαλαῖα. Ἡ μικρογράμματος γραφὴ εἶναι ἐπινόησις πολὺ μεταγενεστέρα κατὰ τὴν βυζαντινὴν περίοδον.
Τὸ συμφωνοειδὲς γράμμα γιώτ (j), ὅπως καὶ τὸ ὁμοίως παριστάμενον λατινικόν, εἶναι νεωτέρα ἐπινόησις τῶν γραμματικῶν, προκειμένου νὰ ἑρμηνευθοῦν γλωσσικὰ φαινόμενα εἰς τὴν ἀρχήν, εἰς τὸ μέσον καὶ εἰς τὸ τέλος πολλῶν λέξεων. Συνεπῶς, τὸ γιὼτ προεφέρετο μέν (προφέρεται καὶ σήμερον: χωριό> χωργιό), ἀλλ’ οὐδέποτε παρεστάθη ἔν τινι λέξει διὰ συμβόλου (ὅπως καὶ σήμερον).

2). ΤΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΛΦΑΒΗΤΟΥ
Τὰ γράμματα τοῦ Εὐκλειδείου ἀλφαβήτου εἶναι 24, ὅσα καὶ σήμερον, ἐκ τῶν ὁποίων 17 εἶναι σύμφωνα καὶ 7 φωνήεντα.
Τὰ 17 σύμφωνα κατατάσσονται εἰς ἄφωνα, ἡμίφωνα καὶ διπλᾶ, ἀναλόγως μὲ τὸν τόπον καὶ τὸν τρόπον σχηματισμοῦ ἐντὸς τῆς στοματικῆς κοιλότητος ἢ πλησίον αὐτῆς καὶ τὸν τόνον προφορᾶς, καθὼς καὶ τὴν θέσιν τῆς γλώσσης. Τὰ πρῶτα διαιροῦνται εἰς οὐρανικά (κ γ χ), χειλικά (π β φ) καὶ εἰς ὀδοντικά (τ δ θ), τὰ ὁποῖα ἀναλόγως τῆς ποιότητος τοῦ ἤχου διακρίνονται εἰς ψιλά (κ π τ), μέσα ἢ ἠχηρά (γ β δ) καὶ εἰς δασέα (χ φ θ). Εἰς τὰ ἡμίφωνα κατατάσσονται τὰ ἔνρινα (μ, ν), τὰ ὑγρά (λ, ρ) καὶ τὸ συριστικὸν σῖγμα (σ, ς). Τὰ ζ ξ ψ ὡς προελθόντα ἐκ τῆς ἑνώσεως δύο συμφώνουν καλοῦνται διπλά. Τὸ ζ προέρχεται ἐκ τῆς ἑνώσεως ὀδοντικοῦ καὶ τοῦ συμφωνοειδοῦς γιώτ (τράπεδjα> τράπεσδα> τράπεζα) ἢ σ μετὰ τοῦ δ (Ἀθήνασδε> Ἀθήναζε) ἢ τοῦ γ μετὰ τοῦ γιώτ (στάγjω> στάζω), τὸ ξ ἐξ οὐρανικοῦ καὶ σ (κόρακ-ς> κόραξ, σάλπιγγ-ς> σάλπιγξ, ὄνυχ-ς> ὄνυξ) καὶ τὸ ψ ἐκ χειλικοῦ καὶ σ (κώνωπ-ς> κώνωψ, χάλυβ-ς> χάλυψ).
Τὰ 7 φωνήεντα ἀναλόγως τοῦ ἀπαιτουμένου χρόνου προφορᾶς κατατάσσονται εἰς μακρά (η ω), βραχέα (ε ο) καὶ εἰς δίχρονα (α ι υ). Ἡ προφορὰ τῶν πρώτων ἀπαιτεῖ μακρότερον χρόνον παρὰ τῶν δευτέρων, τῶν ὁποίων ὁ χρόνος προφορᾶς εἶναι βραχύς, καὶ τὰ τρίτα προφέρονται ἄλλοτε ὡς μακρὰ καὶ ἄλλοτε ὡς βραχέα. Σήμερον ἐξέλιπεν ἡ διάκρισις ὡς πρὸς τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον προφορᾶς, παρέμεινεν ὅμως ὁ χαρακτηρισμὸς μόνον διὰ τὸν τονισμόν.
Τὸ σημεῖον τῆς μακρότητος ἐπὶ τῶν διχρόνων δηλοῦται ὡς ἑξῆς: ᾱ, ῑ, ῡ, καὶ τῆς βραχύτητος ὡς ἑξῆς: ᾰ, ῐ, ῠ.

3). ΑΙ ΔΙΦΘΟΓΓΟΙ
Ἡ συμπροφορὰ δύο φωνηέντων, τὰ ὁποῖα εἰς τὴν γραφὴν παρίστανται κεχωρισμένως, παράγει διαφορετικὸν φθόγγον. Αἱ δίφθογγοι εἶναι 11, ἐκ τῶν ὁποίων αἱ ὀκτὼ καλοῦνται κύριαι (αι= ε, αυ= αβ/φ, ει=ι, ευ= εβ/εφ, ηυ= ηβ/ηβ, οι= ι, ου= ου, υι=ι) καὶ αἱ τρεῖς καταχρηστικαί (ᾳ ῃ ῳ= α/η/ω μετὰ ὑπογεγραμμένου ἰῶτα). Αἱ τρεῖς καταχρηστικαὶ εἰς κεφαλαιογράμματον γραφήν Αι, Ηι, Ωι καλοῦνται α/η/ω μετὰ προσγεγραμμένου ἰῶτα καὶ προφέρονται α, η, ω. Ὡς πρὸς τὸν χρόνον πᾶσαι εἶναι μακραί, ἐξαιρουμένων τῶν αι καὶ ει, ὅταν εὑρίσκωνται εἰς τὸ τέλος κλιτῆς λέξεως πλὴν τῆς εὐκτικῆς. Μέχρι σήμερον δὲν ἔχει ἀποδειχθῆ ἡ πραγματικὴ προφορὰ τῶν διφθόγγων.

4). ΣΥΛΛΑΒΑΙ/ΣΥΛΛΑΒΙΣΜΟΣ
Ἑκάστη λέξις ἀποτελεῖται ἀπὸ ἕν καὶ περισσότερα γράμματα, τὰ ὁποῖα προφέρονται ἀνὰ ἓν ἢ ἀνὰ δύο ἢ ἀνὰ τρία ἢ τὸ πολὺ ἂνὰ τέσσερα γράμματα. Τὸ τοιοῦτον τμῆμα λέξεως περιέχον πάντοτε ἓν φωνῆεν ἢ μίαν δίφθογγον μετὰ συμφώνου ἢ συμφώνων καλεῖται συλλαβὴ καὶ ἡ συμπροφορὰ συλλαβισμός. Λέξις ἀπτελουμένη ἐκ μιᾶς συλλαβῆς καλεῖται μονοσύλλαβος (ὁ, ἡ, τό), ἐκ δύο δισύλλαβος (ἀγρός), ἐκ τριῶν τρισύλλαβος (ἔλαφος) καὶ ἐκ περισσοτέρων πολυσύλλαβος (ἐπίθετον). Ἡ πρώτη συλλαβὴ δισυλλάβου, τρισυλλάβου καὶ πολυσυλλάβου λέξεως καλεῖται ἀρκτικὴ ἢ ἀρχική, ἡ τελευταία λήγουσα, ἡ δεύτερη ἀπὸ τοῦ τέλος παραλήγουσα καὶ ἡ τρίτη, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει τοιαύτη, προπαραλήγουσα.
Ὁ χωρισμὸς τῶν λέξεως εἰς συλλαβάς, ὁ συλλαβισμός, γίνεται ὡς ἑξῆς:

1. Ἓν σύμφωνον εὑρισκόμενον μεταξὺ δύο φωνηέντων ἢ διφθόγγων συλλαβίζεται μὲ τὸ ἑπόμενον φωνῆεν ἢ τὴν δίφθογγον: ἄ-δι-κος, αἴ-ρει, ἔ-χου-σι.
2. Δύο σύμφωνα εὑρισκόμενα μεταξὺ δύο φωνηέντων ἢ διφθόγγων συλλαβίζονται μὲ τὸ ἑπόμενον φωνῆεν ἢ δίφθογγον, ἐφ’ ὅσον καὶ τὰ δύο σύμφωνα ἀποτελοῦν ἀρκτικὰ γράμματα λέξεως, ἄλλως χωρίζονται: βι-βρώ-σκω (βρῶσις, σκιά), βά-ρα-θρον (θρόνος), ἄ-χθος (χθές), τέ-κτων (κτῆμα), ἄ-στυ (στάχυς), τέ-μνω (μνήμη), ἀλλὰ ἵπ-πος, ἀγ-γέλ-λω, ἄμ-μος, ἐν-νέα, τέτ-τιξ, θά-λασ-σα, πέν-τε, πέμ-πω, ἀ-νάγ-κη,ἀ-δελ-φός, ἅρ-μα, διότι δὲν ὑπάρχουν λέξεις ἀρχόμεναι ἀπὸ δύο ὅμοια σύμφωνα ἢ ἀπὸ συμπλέγματα συμφώνων ντ, μπ, γκ, λφ, ρμ.
3. Τρία σύμφωνα εὑρισκόμενα μεταξὺ δύο φωνηέντων ἢ διφθόγγων συλλαβί-ζονται μὲ τὸ ἑπόμενον φωνῆεν ἢ δίφθογγον, ἐφ’ ὅσον ἀπὸ τῶν δύο πρώτων, ἄρχεται λέξις: ἄ-στρον (στόλος), ἐ-χθρός (χθές), ἰ-σχνός (σχῆμα), οἰ-κτρός (οἶκτος). Ἂλλως χωρίζονται καὶ τὸ μὲν πρῶτον συλλαβίζεται μετὰ τοῦ προηγουμένου φωνήεντος, τὰ δὲ ἄλλα δύο μὲ τὸ ἑπόμενον: ἄν-θρω-πος, ἄν-δρες, ἀμ-βλύ-νω, Ἀλ-κμή-νη, ἄρ-κτος, ἐ-λεγ-κτής, σπλάγ-χνον, με-λαγ-χροι-νός.
4. Αἱ σύνθετοι λέξεις κατὰ τὸν συλλαβισμὸν χωρίζονται ὅπως καὶ αἱ ἁπλαῖ, ἐκτὸς ἐὰν τὸ πρῶτον συνθετικὸν εἶναι ἀκέραιος λέξις, ὁπότε τὰ συνθετικὰ αὐτῶν χωρίζονται: με-τέ-χω, πά-ρο-δος, φί-λιπ-πος, ἀλλά: προσ-έ-χω, συν-έχω, εἰσ-έχω, ἐξ-έχω, ἐν-έ-χω, ὑ-περ-έχω, προ-έ-χω, παν-οῦρ-γος, διότι τὸ πρῶτον συνθετικὸν εἶναι ἀκέραιον.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Ἄφωνον σύμφωνον εὑρισκόμενον πρὸ ἐνρίνου δὲν χωρίζεται, ἀκόμη καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ὑπάρχουν λέξεις ἀρχόμεναι ἀπὸ ἀφώνου ἀκολουθουμένου ὑπὸ ἐνρίνου: πρᾶ-γμα, βα-θμός, δρα-χμή, φά-τνη, δά-φνη, ὕ-πνος, ἄ-τμη-τος.

5). ΠΟΣΟΤΗΣ ΣΥΛΛΑΒΩΝ
• Μία συλλαβὴ λέγεται μακρὰ ἢ φύσει μακρά, ἐφ’ ὅσον ἔχῃ μακρὸν φωνῆεν ἢ δίφθογγον: ἥ-ρως, αἴ-ρω.
• Μία συλλαβὴ λέγεται θέσει μακρά, ἂν ἕν βραχὺ φωνῆεν εὑρίσκεται πρὸ δύο ἢ τριῶν συμφώνων ἢ διπλοῦ γράμματος: ὅρ-μος, τόξον, ἕρ-κος, ἐξ-όν, ἄν-δρες, πε-ζός, ὄ-ψις, κό-ραξ, ἄ-στρα-τεία. Ὁ κανὼν αὐτὸς λαβάνεται ὑπ’ ὄψιν μόνον εἰς τὸ μέτρον.
• Εἰς πᾶσαν ἄλλην περίπτωσιν ἡ συλλαβὴ λέγεται βραχεῖα: στε-ρε-ός,

Β. ΠΕΡΙ ΠΝΕΥΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΟΝΩΝ
Ι. ΤΑ ΠΝΕΥΜΑΤΑ
Πνεῦμα ὀνομάζεται ἡ πρὸ τῆς ἐκφωνήσεως φθόγγου ἐκπομπὴ ῥεύματος ἀέρος, εἰς δὲ τὸν γραπτὸν λόγον τὸ σημεῖον τὸ τιθέμενον ἐπὶ ἢ πρὸς τὸ ἀριστερὸν ἀρχικοῦ φωνήεντος ἢ διφθόγγου ἢ ρ πάσης λέξεως. Τὰ πνεύματα εἶναι δύο, ἡ ψιλὴ καὶ ἡ δασεῖα, οὐσιαστικοποιημένα ἐπίθετα κατὰ παράλειψιν τῆς λέξεως προσῳδία καὶ τίθεται εἰς ἑκάστην λέξιν ἀρχομένην ἀπὸ φωνήεντος ἢ διφθόγγου ἢ ρ. Ὁ Σχολιαστὴς τοῦ Διονυσίου τοῦ Θρᾳκὸς γράφει «ἒστι …ἡ μὲν ψιλὴ ποιότης συλλαβῆς, καθ’ ἣν ἄκροις τοῖς χείλεσι τὸ πνεῦμα προφέρεται, οἷον Αἴας, ἡ δὲ δασεῖα ποιότης συλλαβῆς, καθ’ ἣν ἐκ βάθους χειλέων τὸ πνεῦμα ἐκφέρεται, οἷον ἥλιος». Ὁ Γ. Χατζιδάκις (Ἀκαδημ., Ἀναγνώσμ., Α΄, Ἀθῆναι 1902, σελ., 462-463) κατέδειξε ὅτι ὁ ὁρισμὸς αὐτὸς δὲν ἀνταποκρίνεται πρὸς τὴν φύσιν, ἤτοι πρὸς τὴν φυσιολογικὴν γένεσιν τῶν πνευμάτων. Ὁ Ἀριστοτέλης, «Περὶ Ἀκουστῶν, 79», εἶναι σαφέστερος «δασεῖαι δὲ εἰσι τῶν φωνῶν, ὅσοι ἔσωθεν τὸ πνεῦμα εὐθέως συνεκβάλλονται μετὰ τῶν φθόγγων, ψιλαὶ δὲ εἰσι τοὐναντίον, ὅσαι γίγνονται χωρὶς τῆς τοῦ πνεύματος ἐκβολῆς». Ὁ Ἐπικούρειος φιλόσοφος Φιλόδημος διακρίνει τὸ δασὺ πνεῦμα ἀπὸ τὴν ψιλότητα.
Ἀρχικῶς ἡ δασεῖα παρίστατο διὰ τοῦ γράμματος Η, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τοῦ ἔτους 403 π.Χ., ἐχρησιμοποιήθη πρὸς παράστασιν τοῦ μακροῦ Ε καὶ Α, καὶ προεφέρετο περίπου ὡς παχὺ Χ, ἡ δὲ ψιλὴ πρὸς αὐτοῦ τοῦ ἔτους δὲν εἶχε σημεῖον παραστάσεως. Πρὸς παράστασιν πλέον καὶ τῶν δύο πνευμάτων ἐδιχοτομήθη ὑπὸ τῶν παλαιῶν γραμματικῶν καθέτως τὸ γράμμα Η καὶ τὸ μὲν ἀριστερὸν διχοτομημένον ἐδήλου τὴν δασεῖαν (|-), τὸ δὲ δεξιὸν τὴν ψιλήν (-|). Ἀργότερον ἐξειλίχθησαν καὶ παρεστάθησαν ταχυγραφικῶς, ἡ μὲν δασεῖα (῾), ἡ δὲ ψιλή (᾽).
Τὸ δασὺ πνεῦμα προῆλθεν ἀπὸ τὴν σίγησιν συμφώνων ἐν ἀρχῇ λέξεων ἀρχομένων ἀπὸ φωνήεντος ἢ διφθόγγου ἢ ρ. Τὰ σιγηθέντα σύμφωνα ἦσαν τὸ δίγαμμον παντελῶς καὶ τὸ σῖγμα εἰς πολλὰς λέξεις, ὡσαύτως καὶ τὸ φωνούμενον ἀλλὰ μὴ παριστάμενον συμφωνοειδὲς γιώτ εἰς ἐνίας λέξεις.

ΙΙ. ΟΙ ΤΟΝΟΙ
1). Ἡ ὀξεῖα:
Ἡ λέξις εἶναι οὐσιαστικοποιημένον ἐπίθετον κατὰ παράλειψιν τῆς λέξεως προσῳδία (ὀξεῖα προσῳδία) καὶ ἡ σύλλαβὴ ἡ ἔχουσα τονικὸν σημεῖον τὴν ὀξεῖαν (΄) προεφέρετο μὲ μουσικότητα, ἤτοι μετὰ ὀξέος ἢ ὑψηλοῦ ἤχου. Ἡ θέσις αὐτῆς ἦτο κατὰ κύριον λόγον εἰς τὴν προπαραλήγουσαν, καὶ εἰς τὴν παραλήγουσαν, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐλάμβανε περισπωμένην, ἢ εἰς τὴν λήγουσαν, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐλάμβανε περισπωμένην ἢ βαρεῖαν.
Λέξις τονιζομένη ἐπὶ τῆς ληγούσης διὰ ὀξείας ἢ βαρείας λέγεται ὀξύτονος, ἐπὶ τῆς παραληγούσης παροξύτονος καὶ ἐπὶ τῆς προπαραληγούσης προπαροξύτονος.

2). Ἡ βαρεῖα:
Ἡ ὀνομασία βαρεῖα προῆλθε ἐκ τῆς παραλείψεως τοῦ οὐσιαστικοῦ τάσις (βαρεῖα τάσις), ὅπως καὶ εἰς τὸ ἐργαλεῖον βαρεῖα ἢ βαρειὰ κατὰ παράλειψιν τῆς λέξεως σφῦρα (βαρεῖα σφῦρα) {ἀμφοτέραι αἱ περιπτώσεις παραπέμπουν εἰς οὐσιαστικοποιημένα ἐπιθέτα}, λόγῳ τῆς προφορᾶς καὶ ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν ὀξεῖαν καὶ τὴν περισπωμένην. Βαρεῖα( ̀) τίθεται ἐπὶ λέξεως ὀξυτονουμένης, ἤτοι ἐχούσης τόνον ἐπὶ τῆς ληγούσης (ἀνὴρ ἀγαθός, ἀγαθὸς ἀνήρ),ὑπὸ τὸν ὅρον ὅτι δὲν ἀκολουθεῖ σημεῖον στίξεως (ὁ ἀνήρ, ὁ ἀγαθός) ἢ ἐγκλιτικὴ λέξις (λαγός τις). Ἂν ὁ τόνος τοῦ ἐγκλιτικοῦ ἀναβιβάζηται εἰς τὴν τελευταίαν συλλαβὴν τῆς προηγουμένης λέξεως, ἐπὶ ταύτης τίθεται ὀξεῖα (ἄνθρωποί τινες). Ἡ βαρεῖα προεφέρετο ἄνευ μουσικότητος. Σημειωτέον ὅτι μόνον ἡ ἐρωτηματικὴ ἀντωνυμία (τίς τί) δὲν λαμβάνει βαρεῖαν, μολονότι τονίζεται ἐπὶ τῆς ληγούσης εἰς πάντας τοὺς τύπους.
Τὸ σημεῖον τῆς βαρείας ἐτηρήθη καὶ ἐν τῇ γραφῇ τῆς νέας Ἑλληνικῆς, ἂν καὶ δὲν ἐμφανίζῃ πλέον διαφορὰν ἀπαγγελίας (ἔγινε προφανῶς διὰ λόγους ἱστορικούς), ὅπως εἰς τὴν ἀρχαίαν. Ἐπισήμως κατηργήθη εἰς τὴν νέαν Ἑλληνικὴν μὲ τὴν ἐπιβολὴν τοῦ μονοτονικοῦ συστήματος γραφῆς. Προηγουμένως εἶχε καραργηθῆ ἀτύπως (παρανόμως) ὑπὸ τοῦ Τύπου, προεξάρχοντος τοῦ Δ.Ο.Λ. (πάντων ἐπικαλουμένων, ὡς εἴθισται, οἰκονομικοὺς λόγους).

ΣΗΜΕΙΩΣΙΣ: Βαρύτονος λέξις λέγεται ἡ τονιζομένη ἐπὶ τῆς παραληγούσης ἢ τῆς προπαραληγούσης, μολονότι ἡ βαρεῖα τίθεται μόνον ἐπὶ τῆς ληγούσης.

3). Ἡ περισπωμένη:

Γραμματικῶς εἶναι θηλυκὸν μετοχῆς παθητικοῦ ἐνεστῶτος τοῦ ῥήματος περισπῶμαι, τὸ ὁποῖον σημαίνει ἀφαιροῦμαι, παρεκκλίνω. Οἱ παλαιοὶ γραμματικοὶ ἐχρησιμοποίησαν τὴν μετοχὴν ὡς ἐπιθετικὸν διορισμὸν τῆς λέξεως προσῳδία, πρὸς δήλωσιν τονικοῦ σημείου, τὸ ὁποῖον συνίστατο ἐκ τῶν δύο ἄλλων τόνων, τῆς ὀξείας καὶ τῆς βαρείας, διὸ καὶ παρίσταται διὰ κυματοειδοῦς γραμμῆς ἄνωθεν τῆς τονουμένης λέξεως (~). Ἡ περισπωμένη ἀρχικῶς προεφέρετο μὲ μουσικὸν τόνον καὶ ἐν συνεχείᾳ ἄνευ μουσικότητος (παρατεταμένως). Περισπωμένη τίθεται ἐπὶ διφθόγγου (αἱ δίφθογγοι αι καὶ οι λαμβάνονται ὡς βραχύχρονοι εἰς τὸ τέλος μιᾶς λέξεως πλὴν τῆς εὐκτικῆς) καὶ ἐπὶ μακροῦ φωνήεντος ἢ διχρόνου φωνήεντος λαμβανομένου ὡς μακροῦ, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅτι ἡ περίσπασις γίνεται εἰς τὴν λήγουσαν (λέξις περισπωμένη) ἢ τὴν παραλήγουσαν (λέξις προπερισπωμένη). Πέντε εἶναι οἱ βασικοὶ κανόνες οἱ διέποντες τὴν περισπωμένην:
1. Μακροκατάληκτος τύπος γενικῆς καὶ δοτικῆς πτώσεως καὶ τῶν τριῶν ἀριθμῶν, ἐφόσον τονίζεται, περισπᾶται: ἀγροῦ ἀγροῖν ἀγρῶν, ἀγρῷ ἀγροῖν ἀγροῖς, ποιητοῦ ποιηταῖν ποιητῶν, ποητῇ ποιηταῖν ποιηταῖς. Ἐξαιροῦνται ὅλα τὰ ἀττικόκλιτα οὐσιαστικὰ καὶ ἐπίθετα.
2. Μακρόχρονος παραλήγουσα εὑρισκομένη πρὸ βραχυχρόνου ληγούσης, ἐφ’ ὅσον τονίζεται, περισπᾶται: μοῦσα μοῦσαι, μῦθος μῦθοι, λῦον, λῦσον, λῦσαν.
3. Συνῃρημένη συλλαβὴ τονιζομένη περισπᾶται, ἐφ’ ὅσον πρὸ τῆς συναιρέσεως ἐτονίζετο τὸ πρῶτον ἀπὸ τὰ συναιρούμενα: συκέη> συκῆ, νόος> νοῦς, Λητόος> Λητοῦς, αἰδόσος> αἰδόος> αἰδοῦς, Ἡρακλέσι> Ἡρακλέι> Ἡρακλεῖ, χρεέσων> χρεέων> χρεῶν, Ξενοφάων> Ξενοφῶν, ἀληθέσα> ἀληθέα> ἀληθῆ, τιμάω> τιμῶ, φάος> φῶς, πάις> παῖς, ὄις> οἶς.
4. Πᾶσα λέξις λήγουσα εἰς αυ, ευ καὶ ου, ἐφ’ ὅσον τονίζεται, περισπᾶται: ὦ ναῦ, ὦ βασιλεῦ, ὦ βοῦ. Ἐξαιροῦνται τά: ἰδού (ὡς ἐπίρρημα), ἰού, πού, οὐ/οὐκ/οὐχ.
5. Ἐπιρρήματα λήγοντα εἰς ως, οι καὶ ῃ καὶ τονιζόμενα ἐπ’ αὐτῶν περισπῶνται: ἀληθῶς, Μεγαροῖ, κομιδῇ. Ἐξαιροῦνται τὰ ἀόριστα: ποί, πῄ, τοί, ὡς, ὥς, πώς, (καθώς).

Πέραν τῶν ὡς ἄνω κανόνων περισπῶνται:

• Τὰ μονοσυλλάβως ἀπαντώμενα οὐσιαστικὰ γλαῦξ (εἰς ὀνομαστικὴν καὶ κλητικὴν τοῦ ἑνικοῦ) πῦρ οὖς (εἰς τὰς ὁμοίας πτώσεις τοῦ ἑνικοῦ).
• Ἡ αἰτιατικὴ πληθυντικοῦ τῶν τριτοκλίτων μονοθέμων οὐσιαστικῶν μὲ χαρακτῆρα υ: ἡ ἰσχύς> τὰς ἰσχῦς, ὁ ἰχθύς> τοὺς ἰχθῦς.
• Οἱ μονοσύλλαβοι τύποι τῶν οὐσιαστικῶν μῦς, δρῦς, σῦς, ὗς, κῖς.
• Οἱ ὁμηρικοὶ τύποι κρῖ καὶ λῖς.

Μιχαὴλ Χρ. Ἀλεξανδρῆς
Φιλόλογος

(ἡ σελίδα τοῦ Μιχαῆλ ἐδῶ)

φωτογραφία

(Visited 277 times, 1 visits today)




0 thoughts on “Τὸ Ἑλληνικὸν Ἀλφάβητον

  1. Τὸ παρὸν ἀναδημοσιεύθηκε στὸ Aussiedlerbetreuung und Behinderten – Fragen καὶ σχολίασε:
    Anadimosiefsis dem Text von Herrn Michail Alexandra VERBOTEN ohne Quellen der seinen Namen und seine Tätigkeit als solche !!!
    Sehr dankbar sevasthite die …
    Thanksgiving.

    Filonoi

    A. Das griechische Alphabet

    1). HINTERGRUND ALLGEMEINES
    Diese Verwendung stellt heute Alphabet exelixin Atticus, wie auf dierrythmisthi Und gleichnamigen Archon Euclides (403 BC) geändert, Und warum nennt man euklidische. Zu diesem Alphabet sigithenta nicht in der neutralisierten digammon (F), Saba (Ϡ) und Kappa (Ϟ) aufgenommen. Die letzte Eichen bereits im Jahr 525 vor Christus, die zweite schon viel früher und die ersten Männer proefereto als zottige Geist überholt worden, aber durch die. Anwesend war, Eingefügt drei nicht Linie wurden nach dem Alter von Alexander. Alexander bei arithmografian Richtung verwendet Antis Zahlen 6 (Ϛ), 90 (Ϟ) und 900 (ϡ), mit einem Ton in der oberen rechten von ihnen.
    Bei eingeführt Euklid die Doppelbuchstabe O, nicht angenommen haben The Evia, den Vokal O zu Tarifstelle des kurzen O und H, die die lang E und lang A (MATER> Mutter) ersetzt. Deshalb ist die Dach Alphabet bestand heute bekannt 24 Buchstaben Städten. Die Grafiken sind ug Epinoisis viel später während seiner vyzantinin Zeitraum.
    Der Yacht symfonoeides Brief (j), wie der Dummy-Zuschauer Latein, jüngere Epinoisis Grammatiken, um Sprache Phänomene überhaupt zu interpretieren, in der Mitte und am Ende vieler Worte. Daher Jota proefereto HAND (sprich heute: Dorf> chorgio), aber nie zu einem bestimmten Zitat parestathi Jupiter-Symbol (wie heute). Glück, Auf, meie Heimat!

Leave a Reply