Ὁ στρατιωτικὸς συνεργάτης τῶν Γερμανῶν.

Ο Γεώργιος Πούλος.

Ο Γεώργιος Πούλος.

«Ἀπὸ τὴν διεξαγωγὴν τῆς πολυκρότου δίκης τῆς σπείρας Πούλου καὶ Σία […] συνάγεται ὅτι οἱ δικαζόμενοι αὐτοὶ ἐγκληματίαι τοῦ λαοῦ τῆς Μακεδονικῆς ἰδία ὑπαίθρου, ἀποπειρῶνται νὰ συγκαλυφθοῦν ὑπὸ τὸν μανδύαν τὸν ἀντικομμουνιστικόν. Οὐδὲν ψευδέστερον τούτου καὶ οὐδὲν συκοφαντικώτερον τῆς μνήμης τῶν ἀθῴων θυμάτων των, τὰ ὁποῖα σήπονται εἰς τὰ ξηροπήγαδα τῆς Μακεδονικῆς ὑπαίθρου μὲ τὰ συρματόσχοινα πισθάγκωνα δεμένα […], τὰ φρικιαστικὰ ἐγκλήματα τῆς ὁποίας εἶναι ἐφάμιλλα μὲ τὰ ἐπακολουθήσαντα φρικαλέα Δεκεμβριανά. Κατὰ κανόνα, τὰ θύματά των ᾖσαν κάθε ἄλλο παρὰ Κομμουνισταὶ…»

 

Γεώργιος Πούλος: Ο στρατιωτικός συνεργάτης των Γερμανών στην κατοχή. 

  Ο Γεώργιος Πούλος γεννήθηκε το 1889 στην Ρουμανία. Η καταγωγή του ωστόσο λέγεται ότι ήταν από το χωριό Πλάτανος της ορεινής Ναυπακτίας. Ο Πούλος ήταν αξιωματικός του Ελληνικού στρατού. Είχε τον βαθμό του Αντισυνταγματάρχη Μηχανικού (ΜΧ). Συμμετείχε στην Μικρασιατική εκστρατεία, σαν διοικητής μονάδος. Έλαβε μέρος στο κίνημα του Παγκάλου το 1925, όπως και στο κίνημα του 1935, η ανεπιτυχής έκβαση του οποίου, οδήγησε τα μέλη του σε αποστράτευση. Ανήκε ιδεολογικά στον χώρο των Φιλελευθέρων του Ελευθερίου Βενιζέλου. Ήταν φανατικός αντιμοναρχικός και ταυτόχρονα αντικομμουνιστής. Επίσης, ήταν αντίθετος απέναντι στους συμμάχους Βρετανούς, καθώς τους θεωρούσε υπεύθυνους για την Μικρασιατική καταστροφή, κάτι που έπαιξε ρόλο στην δράση του κατά την περίοδο της Κατοχής. Την περίοδο της κυριαρχίας του Μεταξά ήταν αδρανής λόγω των πολιτικών πεποιθήσεών του, όπως όλοι οι απότακτοι βενιζελικοί αξιωματικοί, μέχρι και τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο. Ωστόσο, ήταν ο πρόεδρος του ασήμαντου Ελληνικού Φασιστικού Κόμματος. Με την είσοδο των Γερμανών στην Ελλάδα, ο Πούλος μετεξέλιξε το κόμμα του στην γνωστή για την δοσιλογική δράση της «Οργάνωση Γεωργίου Πούλου»,με έδρα την Θεσσαλονίκη. Επίσης, λέγεται ότι ήταν ηγετικό στέλεχος της εθνικοσοσιαλιστικής οργανώσεως ΕΕΕ.

Ομιλία του Πούλου σε χωρικούς, κάτω απο την ναζιστική σημαία.

Ομιλία του Πούλου σε χωρικούς, κάτω απο την ναζιστική σημαία.

Από την πρώτη στιγμή της εισόδου των Γερμανών στην Ελλάδα, ο Πούλος στράφηκε προς αυτούς με σκοπό να κερδίσει την εύνοιά τους. Στις πρώτες του επαφές και προτάσεις για συνεργασία, οι Γερμανοί ήταν εν μέρει επιφυλακτικοί. Η δράση ωστόσο των ανταρτών στην κεντρική Μακεδονία, τους ώθησε στην αναθεώρηση της μέχρι τότε στάσεώς τους. Ο Στράτος Δορδανάς αναφέρει πως η επανεμφάνιση ανταρτών του ΕΛΑΣ την άνοιξη του 1943 στα βουνά της Μακεδονίας, υπήρξε ο αποφασιστικός λόγος της αποδοχής εκ μέρους των Γερμανών, των προτάσεων του Πούλου (1). Έτσι, στις 22 Μαΐου 1943 ο στρατιωτικός διοικητής Θεσσαλονίκης – Αιγαίου, με σχετική διαταγή του ενέκρινε την δημιουργία ενόπλου στρατιωτικού τάγματος με αρχηγό τον Γεώργιο Πούλο. Αναλυτικά η διαταγή: «Πρὸς διοργάνωσιν μιᾶς ἀποτελεσματικῆς καταπολεμήσεως τῶν συμμοριῶν καὶ ἐκ μέρους τῶν Ἑλλήνων, ὁ Στρατιωτικὸς Διοικητὴς ἐνήργησε τὴν συγκρότησιν σχηματισμοῦ ἐθελοντῶν ἀπὸ ἐθελουσίως δηλώσαντας συμμετοχήν, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται ὑπὸ τὴν ἀρχηγίαν τοῦ Ἀντισυνταγματάρχου ἐν ἀποστρατείᾳ Πούλου. Ὁ ἐν λόγῳ σχηματισμὸς ἐκτελεῖ τὴν ὑπηρεσίαν του μὲ στολὴν ῥητῶς ἐγκριθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Στρατιωτικοῦ Διοικητοῦ Θεσσαλονίκης – Αἰγιαίου. Οἱ ὀπαδοὶ τοῦ σχηματισμοῦ μὲ τὴν περιβολὴ τῆς στολῆς ταύτης δὲν προσκρούουν ἐναντίον τῆς ὑπαρχούσης ἀπαγορεύσεως χρήσεων στολῆς Στρατιωτικῆς εἰς τὴν κατεχομένην Ἑλλάδα. Ὁ σχηματισμὸς ἐθελοντῶν Πούλου συμφώνως πρὸς ὁδηγίας εἶναι προσκεκολλημένος εἰς τὸν Γερμανικὸν Στρατόν. Αἱ διατάξεις αἱ ἐκδοθεῖσαι πρὸς προστασίαν τοῦ Γερμανικοὺ Στρατοῦ ἐναντίον ἐπιθέσεων ἐκ μέρους τρίτων, συμπεριλαμβανομένων καὶ ὅλων τῶν ποινικὼν διατάξεων, ἰσχύουν καὶ διὰ τὸν σχηματισμὸν τοῦτον ἐθελοντῶν». Έτσι ο Πούλος, ίδρυσε τον δικό του στρατό που τον ονόμασε Εθνικό Ελληνικό Στρατό (ΕΕΣ) ή Poulos Verband. Η αρχική του δύναμη ήταν 300 ανδρών, γερμανοντυμένων με τα διακριτικά ΕΕΣ πάνω στην ναζιστική στολή. Αξίζει να σημειωθεί ότι η δύναμη του Πούλου δεν ήταν απλά ελεγχομένη από τους κατακτητές αλλά απρτέλεσε αναπόσπαστο κομμάτι του Γερμανικού στρατού. Μάλιστα, από τον Σεπτέμβριο του ’43 και μετά, η γερμανική αστυνομία SD παραχωρεί στο σώμα του Πούλου σαν σύνδεσμο, τον αξιωματικό του γερμανικού στρατού, Κούρτ Τομπίας. Αυτό το γεγονός δεν είναι τυχαίο από την ξεκάθαρη και συνειδητή εθνικοσοσιαλιστική ιδεολογική τοποθέτηση του ιδίου. Άλλωστε, από τις αρχές του 1943, ο Πούλος ήταν γνωστός τουλάχιστον στην βόρεια Ελλάδα, σαν ο αρχηγός των Ελλήνων πρακτόρων στην γερμανική υπηρεσία κατασκοπείας της Θεσσαλονίκης. Προπαγανδιστής των θέσεων της γερμανικής πολιτικής στην κατοχή, έμεινε στην μνήμη των κατοίκων της βόρειας Ελλάδος σαν «υπηρέτης του ναζισμού».

Έδρασε με φανατισμό κατά των ανταρτών του ΕΛΑΣ στην Μακεδονία αλλά και κατά πατριωτικών οργανώσεων, καθώς και κατά συμπατριωτών του με μεγάλη σκληρότητα. Η γνώμη του ελληνικού πληθυσμού στηβ βόρεια Ελλάδα γενικότερα, ήταν άκρως αρνητική για τον Πούλο και τους άνδρες του. Υπήρξε εγκληματίας πολέμου κατά αμάχων συμπατριωτών του και άξιος συμπαραστάτης του Γερμανού επιλοχία Φρίς Σούμπερτ, στην σφαγή των Γιαννιτσών, τον Σεπτέμβριο του 1944. Ωστόσο, παρόμοια γνώμη φαίνεται πως είχαν και οι Γερμανοί για τον Πούλο. Στην αναφορά του υπολοχαγού Άρεντ, που δημοσίευσε ο Ιάκωβος Χονδροματίδης αναφέρεται ρητώς: «Τὸν συνταγματάρχην Ποῦλον ἐχρησιμοποίησεν ἐντατικὼς ἡ ὑπηρεσία ἐνεργοῦ προπαγάνδας. Πρέπει νὰ τονισθῇ ὅτι πρόκειται περὶ ἐνὸς τύπου λίαν φιλοδόξου ὁ ὁποῖος ἀποβλέπει νὰ ἀνέλθῃ εἰς τὰ ἀνώτερα ἀξιώματα χωρὶς ὅμως καὶ νὰ διαθέτῃ τὰ ἀπαραίτητα πρὸς τοῦτο πνευματικὰ ἐφόδια. Ἐχθρὸς ἄσπονδος τοῦ κομμουνισμού, μισεῖ ἐξ ἴσου τὸν ἐλευθεροτεκτονισμόν. Αὐτὸς κατόρθωσε καὶ ἐπρομηθεύθη πλήρη πίνακα τῶν ἐλευθέρων τεκτόνων τῆς Θεσσαλονίκης τὸν ὁποῖον ὑπέβαλε διὰ τῆς ἐνεργοῦ προπαγάνδας εἰς τὴν ἁρμοδίαν ὑπηρεσίαν διώξεως τῆς μυστικῆς αὐτῆς ὀργανώσεως. Δία τὴν δρᾶσιν τοῦ ὡς ἀρχηγοῦ ἐνόπλων ἑλληνικῶν τμημάτων κατὰ τοῦ κομμουνισμοὺ δεν εἴμεθα ἡμεῖς οἱ ἁρμόδιοι να ἐκφέρομεν γνώμην. Μέχρι τῆς ὑπηρεσίας ἠμῶν ὅμως καταφθάνουν πληροφορίαι ὅτι ὁ Ποῦλος χρηματίζεται ἀσυστόλως λεηλατῶν καὶ αὐτὰς ἀκόμη τάς προῖκας νεαρῶν κορασίδων εἰς τὰ χωρία που δρῶσι τὰ τμήματά του. Τὸ τμῆμα Τύπου τῆς ὑπηρεσίας μου βομβαρδίζεται παρ΄αὐτοῦ καὶ μὲ διάφορα ἄρθρα. Δὲν εἶναι δημοσιεύσιμα. Ἐκτὸς τοῦ ὅ,τι στεροῦνται εἱρμοῦ, λιβανίζουν μὲ τοιοῦτον ταπεινὸν τρόπον τὸ Ῥάιχ, ὥστε τυχὸν δημοσίευσίς των θὰ ἐπέφερε ἐνάντια τῶν προδοκωμένων ἀποτελέσματα. Δεν εἶναι δυνατὸν Ἕλλην να ἐκφράζεται κατὰ τοιοῦτον τρόπον διὰ τὴν πατρίδα του…»(2). Το περιεχόμενο της αναφοράς είναι ενδεικτικό για το ποιόν του Πούλου. Άλλωστε ο ίδιος απέβλεπε στην νίκη των ναζί με σκοπό να αναλάβει μεταπολεμικά την διακυβέρνηση της χώρας, με κατευθείαν ανάθεση της εξουσίας από τους Γερμανούς (3). Έτσι, η εθνικοσοσιαλιστική Ελλάδα που ονειρευόταν θα ήταν απηλλαγμένη από τους κομμουνιστές αλλά και από τους Βρετανούς και βεβαίως τον βασιλιά. 
          Άλλη μία απόδειξη της αναίσχυντης συμπεριφοράς του Πούλου απέναντι στον ντόπιο πληθυσμό ήταν το γεγονός ότι κατόρθωσε να ενώσει απέναντί του ακόμα και άτομα εκ διαμέτρου αντίθετων πολιτικών και κομματικών πεποιθήσεων. Ο Στράτος Δορδανάς στο βιβλίο του «Η γερμανική στολή στη ναφθαλίνη” αναφέρει το εξής: «… ὁ Ποῦλος καὶ οἱ «Πουλικοί» φιγουράριζαν ἀπὸ πολὺ νωρὶς στὰ πρωτοσέλιδα τῶν ἐφημεριδῶν, καταφέρνοντας κάτι ἀξιοσημείωτο. Νὰ ἐνώσουν πολιτικοὺς ἀντιπάλους καὶ κομματικὲς παρατάξεις σὲ ἔνα ἀρραγὲς ἐναντίον τους μέτωπον. Αὐτὸ συνέβη γιατὶ στὴν οὐσία ἀντιμετωπίστηκαν ἀπὸ τοὺς περισσοτέρους ὡς κοινοὶ ἐγκληματίες καὶ ὄχι ὡς φορεῖς μιᾶς πολιτικῆς ἀντιλήψεως ποὺ θὰ μποροῦσε να βρῇὶ ὑποστηρικτὲς στὸν εὐρύτερο ἐθνικιστικὸ χῶρο» (4). Επιπλέον ο ιστορικός στο ίδιο βιβλίο αναφέρεται συγκεκριμένα σε μία επιστολή ενός βουλευτή από την Θεσσαλονίκη, ο αδερφός του οποίου είχε δολοφονηθεί από τους «Πουλικούς». Μάλιστα, η μαρτυρία έχει ακόμη μεγαλύτερη αξία, καθώς το θύμα και ο βουλευτής ανήκαν στο πατριωτικό-εθνικιστικό χώρο. Στην επιστολή αυτή ο βουλευτής μεταξύ άλλων έλεγε: «Ἀπὸ τὴν διεξαγωγὴν τῆς πολυκρότου δίκης τῆς σπείρας Πούλου καὶ Σία […] συνάγεται ὅτι οἱ δικαζόμενοι αὐτοὶ ἐγκληματίαι τοῦ λαοῦ τῆς Μακεδονικῆς ἰδία ὑπαίθρου, ἀποπειρῶνται νὰ συγκαλυφθοῦν ὑπὸ τὸν μανδύαν τὸν ἀντικομμουνιστικόν. Οὐδὲν ψευδέστερον τούτου καὶ οὐδὲν συκοφαντικώτερον τῆς μνήμης τῶν ἀθῴων θυμάτων των, τὰ ὁποῖα σήπονται εἰς τὰ ξηροπήγαδα τῆς Μακεδονικῆς ὑπαίθρου μὲ τὰ συρματόσχοινα πισθάγκωνα δεμένα […], τὰ φρικιαστικὰ ἐγκλήματα τῆς ὁποίας εἶναι ἐφάμιλλα μὲ τὰ ἐπακολουθήσαντα φρικαλέα Δεκεμβριανά. Κατὰ κανόνα, τὰ θύματά των ᾖσαν κάθε ἄλλο παρὰ Κομμουνισταὶ…»(5). Οι άντρες του Πούλου, σύμφωνα με μαρτυρίες, υπήρξαν αναρχικά στοιχεία, άτομα εξαρτώμενα από ουσίες, τυχοδιώκτες, πλιατσικολόγοι. Υπήρχε σε κάποιες περιπτώσεις και ιδεολογικοπολιτικό κίνητρο βεβαίως. Φανατικοί γερμανόφιλοι και εθνικοσοσιαλιστές αλλά και τουρκόφωνοι Πόντιοι που μισούσαν τον κομμουνισμό ελέω της συμμαχίας Λένιν – Κεμάλ, απόρροια της οποίας υπήρξε η εκδίωξη τους από τις πατρογονικές τους εστίες (6).
Ὁ στρατιωτικὸς συνεργάτης τῶν Γερμανῶν.3                   Μετά την απελευθέρωση, ο Πούλος ακολούθησε τους Γερμανούς εκτός Ελλάδος, δείγμα της προδοσίας του αλλά και της πίστης του προς τον ναζισμό. Στις 11 Οκτωβρίου 1944, ακολούθησε τον ταγματάρχη Φάχερινγκ και μέχρι τον Απρίλιο του 1945, η οργάνωσή του Poulos Verband, έλαβε μέρος – πάντα υπό γερμανική συντήρηση και καθοδήγηση – κατά τμημάτων του στρατάρχη Τίτο στην Σλοβενία. Μόνο όταν ήταν ολοφάνερη η ήττα των Γερμανών, ο Πούλος αρνήθηκε να στραφεί κατά των αμερικανικών δυνάμεων ενώ διετάχθη. Η άρνησή του οδήγησε στην φυλάκισή του σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως, όπως και όλων των ανδρών της οργανώσεως. Με την είσοδο και την νίκη των Αμερικανών συνελήφθη στο Κίτσμπιχελ τον Μάιο του ’45 και ζήτησε την μεταφορά του στην Ελλάδα για να πολεμήσει εναντίον των κομμουνιστών. Όταν τελικά μετά από αδικαιολόγητη καθυστέρηση μηνών εστάλη στην Ελλάδα, ο Πούλος προσπάθησε να πείσει τους δικαστές και την κοινή γνώμη ότι ήταν αγνός πατριώτης και ιδεαλιστής, που πολέμησε τον κομμουνισμό. Τόνιζε συνέχεια το τελευταίο θέλοντας να αποδείξει πόσο προφητικά έδρασε στην Κατοχή. Μην ξεχνάμε ότι την ίδια ώρα το επίσημο κράτος βρισκόταν σε εμφύλιο πόλεμο με τον Δημοκρατικό στρατό. Ο ίδιος έγραψε μεταξύ άλλων στην απολογία του: «Ζήτησα ἀπὸ τὶς γερμανικὲς ἀρχὲς κατοχῆς τὴν ἄδεια νὰ σχηματίσῳ ἕνα σῶμα καὶ νὰ τὸ ἐξοπλίσῳ ἀπὸ τὶς γερμανικὲς ἀποθῆκες…Τὸ σῶμα μου ἀριθμοῦσε 300 ἄντρες [ ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς 600 ποὺ συνιστοῦσαν τὶς ἐφεδρεῖες στὰ χωρία τῆς περιοχῆς μου]. Ἀπὸ τοὺς Γερμανοὺς ἔλαβα 200 τουφέκια τοῦ πρῴην ἑλληνικοῦ στρατοῦ, διαβεβαιώνοντάς τους ὅτι δεν θὰ στρέφονταν ἐναντίον τους…»(7).
Το κατηγορητήριο για τον Πούλο δεν ήταν μόνο σχετικά με τη συνεργασία του με τους Γερμανούς. Υπήρχε και άλλη κατηγορία σχετικά με κατασκοπεία κατά της ιδίας του της πατρίδας αλλά και την εξουδετέρωση των πρακτόρων της αγγλικής αντικατασκοπείας. Η δίκη περί κατασκοπείας, έλαβε χώρα την 22α Μαΐου 1947, στο Διαρκές Στρατοδικείο Θεσσαλονίκης. Ωστόσο, ο κατηγορούμενος αθωώθηκε κατά περίεργο τρόπο λίγες ημέρες αργότερα. Σχετικά όμως με το κατηγορητήριο περί συνεργασίας με τον εχθρό στο διάστημα της κατοχής ο Πούλος δεν ήταν το ίδιο τυχερός. Ο ίδιος προσπάθησε να εκμεταλλευθεί το γεγονός του πολέμου και να πείσει το επίσημο κράτος να τον απελευθερώσει, ώστε να βοηθήσει με την πείρα του κατά του κομμουνισμού.
Στις 2 Δεκεμβρίου 1947 το Ειδικό Δικαστήριο Δοσιλόγων ξεκίνησε τις συνεδριάσεις του. Ο Πούλος υπεστήριξε για άλλη μια φορά την «πατριωτική»  δράση του και την προστασία που προσέφερε στους χωρικούς έναντι του ΕΛΑΣ. Λίγες ημέρες μετά, στις 11 του μηνός, το δικαστήριο κατεδίκασε τον Πούλο και όσους από τους άνδρες του είχαν συλληφθεί, σε θανατική καταδίκη και δις ισόβια. Μετά από ενάμιση χρόνο, στις 11 Ιουνίου 1949, ο Πούλος εκτελέστηκε στο Γουδί, ενώ πιο πριν είχε καταθέσει αίτηση χάριτος. Η εκτέλεσή του απετέλεσε χαρμόσυνο γεγονός για το σύνολο του ελληνικού λαού και χαιρετίστηκε με ανακούφιση από σύσσωμο τον ελληνικό Τύπο.
Ἑλληνικὰ χρονικά

Πηγές:  (1) βλ. «Οι άλλοι Καπετάνιοι, αντικομουνιστές ένοπλοι στα χρόνια της κατοχής και του εμφυλίου» Νίκος Μαραντζίδης (επιμ.), δ’ έκδ., Αθήνα 2007, σ.66.
               (2) βλ. «Οι δοσίλογοι της κατοχής», Ιάκωβος Χονδροματίδης, α’ εκδ., Αθήνα 2008, σ. 63.
         (3) βλ.«Οι άλλοι Καπετάνιοι, αντικομουνιστές ένοπλοι στα χρόνια της κατοχής και του εμφυλίου», Νίκος Μαραντζίδης (επιμ.), δ’ έκδ., Αθήνα 2007, σ.68.
            (4) βλ. «Η Γερμανική στολή στην ναφθαλίνη, επιβιώσεις του δοσιλογισμού στην Μακεδονία, 1945-1974», Στράτος Δορδανάς, β’ έκδ., Αθήνα 2012, σ.151.
               (5) βλ. Στο ίδιο, σ. 165-166.
               (6) βλ. «Οι δοσίλογοι της κατοχής», Ιάκωβος Χονδροματίδης, α’ εκδ., Αθήνα 2008, σ.65.
               (7) βλ. Δικογραφίες Δοσιλόγων, Γεώργιος Πούλος, 4 Απριλίου 1946.

(Visited 273 times, 1 visits today)




Leave a Reply