Ἀργὰ τὸ βράδυ, συνήθιζε νὰ μοῦ πετᾷ κουκούτσια στὸ κεφάλι, ἀπὸ ἕναν προῦνο ἐπάνω ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ καθόμουν. Τὸ πρωί, ἂν δὲν μὲ εἶχε ἐπιτύχει τὴν προηγουμένη, ἐφρόντιζε νὰ ῥίξῃ μισομασσημένα δαμάσκηνα στὴν καρέκλα μου, σὲ αὐτὴν καὶ μόνο, ὥστε νὰ τὰ εὑρίσκω καὶ νὰ γνωρίζω τὰ ἀληθινά του αἰσθήματα.

Ἡ ἀντιπαλότητα ἐξεκίνησε στὶς ἀρχὲς τοῦ καλοκαιριοῦ. Τὰ βράδυα, ὁ Τζέρι τῶν ἀγρῶν ἀπελάμβανε τὴν ἀγαπημένη του διαδρομή -πεζούλα, πικροδάφνη, μουρυά, προῦνος, αὐλή. Ὥσπου, μιὰν ἡμέρα ἦλθαν στὸ λαγκάδι παρείσακτοι, ἕνας σκύλος καὶ ἕνας ἄνθρωπος. Τὸ πρόβλημα δὲν ἦταν ὁ ἄνθρωπος ἦταν ἡ Βροχή, τὸ καλόκαρδο θηλυκὸ τσοπανόσκυλο. Ἡ Βροχὴ διεφώνησε μὲ τὸ ἡμερήσιο πρόγραμμα τοῦ Τζέρι.

Σὲ ὅλους μας ἴσως νὰ ἔχῃ συμβῇ τὸ νὰ διαθέτουμε ἠλιθίους κι ἀνεγκεφάλους γείτονες. Σὲ ὅλους μας ἴσως νὰ ἔχῃ συμβῇ τὸ νὰ προσπαθοῦμε, λογικά, νὰ τοὺς ἀντιμετωπίσουμε ἀλλὰ αὐτοὶ νὰ ἀντιδροῦν σὰν νὰ εἶναι στὸ …χωράφι τοῦ παπποῦ τους, ἐφαρμόζοντας, διὰ τῆς ἀπάτης, τῆς πονηρίας καὶ τῶν ψεμμάτων, τὸ ἀτομικό τους «δίκαιον», ποὺ ἀνᾷ πάσᾳ στιγμὴ «μεταλλάσσεται σὲ κάτι ποὺ τοὺς ἐξυπηρετεῖ ἐκείνην καὶ μόνον τὴν στιγμή. Σὲ ὅλους μας ἐπίσης θὰ ἔχῃ συμβῇ τὸ νὰ περιβάλλονται ὅλοι αὐτοὶ οἱ ὑπάνθρωποι ἀπὸ ἀπατεῶνες χειροκροτητὲς καὶ ὁπαδούς, ποὺ εὔκολα ὅμως ἀλλάζουν «στρατόπεδον» ὅταν ἀλλάζῃ τὸ συμφέρον τους. 

