Μία φορὰ κι ἕναν καιρὸ ἦταν μία χώρα σοφῶν καὶ ἡρώων.

«Μια φορά και έναν καιρό, ήταν μία χώρα εύφορη και ηλιόλουστη, στην οποία κατοικούσαν σοφοί, ευφυείς και ήρωες.

Οι σοφοί «γέννησαν» τις επιστήμες, οι ευφυείς  την τεχνολογία και οι ήρωες έδωσαν το αληθινό νόημα στις λέξεις στρατηγική, θάρρος και αυτοθυσία!

Οι επιστήμες και η τεχνολογία χαρίστηκαν απλόχερα σε όλους τους λαούς.

Οι ήρωες απώθησαν πολυπληθέστερους ζηλόφθονους βάρβαρους που επιτέθηκαν στην ηλιόλουστη χώρα αλλά και στις χώρες κάποιων που παρίσταναν τους «συμμάχους» της.

Συνέχεια

Ἡ διαχρονικότης τῆς διαφθορᾶς, κατὰ Παπαδιαμάντη.

Από δημοσίευμα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη στην εφημερίδα “Ακρόπολις” το έτος 1896. (Διαβάστε το κείμενο δύο φορές αφού είναι γραμμένο στην καθαρεύουσα. Συγκρατείστε λέξεις και συγκρίνατε τον πλούτο εκείνης της γλώσσας με την φτωχή καταληστευόμενη σύγχρονη “πλέρια προοδευτική (sic) δημοτικιά”!)

«…Καί τί πταίει ἡ γλαῦξ, ἡ θρηνοῦσα, ἐπί ἐρειπίων;  Πταίουν οἱ πλάσαντες τὰ ἐρείπια.
Καὶ τὰ ἐρείπια τὰ ἔπλασαν οἱ ἀνίκανοι κυβερνῆται τῆς Ἑλλάδος.
Αὐτοὶ οἱ  πολιτικοί, αὐτοὶ οἱ βουλευταί, ἐκατέστρεψαν τὸ ἔθνος, ἀνάθεμά τους.
Κάψιμο θέλουν ὅλοι τους!

Ὁ ψαρὰς καὶ ἡ χαμένη εὐκαιρία.

Ένας ψαράς κατεβαίνει κάθε νύχτα στην παραλία για να ρίξει τα δίχτυα του. Ξέρει πως όταν βγαίνει ο ήλιος έρχονται τα ψάρια στην παραλία για να φάνε αχιβάδες, γι΄ αυτό πάντα ρίχνει τα δίχτυα του πριν ξημερώσει.

Έχει ένα καλυβάκι στην παραλία και κατεβαίνει μες τη νύχτα με τα δίχτυα στον ώμο. Με τα πόδια γυμνά και τα δίχτυα μισοαπλωμένα, μπαίνει στη θάλασσα.

Αυτή τη νύχτα, για την οποία μας μιλάει η ιστορία, όπως πάει να μπει στο νερό, αισθάνεται το πόδι του να χτυπάει πάνω σε κάτι πολύ σκληρό στον πάτο της θάλασσας. Το πασπατεύει και βλέπει πως είναι πράγματι κάτι σκληρό, σαν πέτρες, τυλιγμένες σε μια σακούλα.

Εκνευρίζεται και μουρμουρίζει,

– Ποιος ηλίθιος πετάει τέτοια πράγματα στην παραλία και αμέσως διορθώνει, στη δική μου παραλία. Κι εγώ, έτσι απρόσεκτος που είμαι, κάθε φορά που θα μπαίνω στο νερό, θα σκοντάφτω πάνω στις πέτρες…

Συνέχεια

Θὰ ξέρω.

Όταν θα χτιστούν τα όνειρα εκ νέου πάνω σε ανόθευτα συντάγματα και πάνω σε ιερούς τάφους εγώ δεν θα είμαι εδώ. Όταν τα παιδιά θα ζωγραφίζουν κόκκινα αστέρια σε γαλάζιους ουρανούς ο δικός μου χρόνος θα έχει λήξει. Θα έχω θαφτεί και ούτε τα κόκαλά μου δε θα έχουν μείνει όταν θα πάρει στροφή απότομη αριστερά αυτή η βαλτώδης ευθεία που έχουμε κληθεί όλοι να την περπατήσουμε χωρίς παράπονο. Έζησα φτιάχνοντας όνειρα και θα φύγω έχοντάς τα νεκροσέντονο, όμως στην φωτογραφία του μελλοντικού μου τάφου θα έχω προλάβει να κολλήσω μία φωτογραφία τα χαμόγελα των αγέννητων Συνέχεια

Ὅταν ὁ φονιὰς δὲν μετανοῇ, εἶναι πανέτοιμος νὰ ξαναφονεύσῃ…

Ὅταν λοιπὸν ὁ Τοῦρκος, ποὺ γενοκόνησε τόσα ἐκατομμύρια ἀνθρώπων, δὲν μετανιώνει, εἶναι πανέτοιμος, ἀνᾲ πάσᾳ στιγμῇ, νὰ ἐπαναλάβῃ τὰ ἐγκλήματά του.

Ἄλλως τε, αὐτὸ δὲν τὸ λέω ἐγώ…
Τὸ λὲν οἱ ψυχολόγοι, οἱ ἐγκληματολόγοι, οἱ μελετητὲς τῶν ἀκραίων συμπεριφορῶν. Ἐὰν δὲν μετανοήσῃ ὁ ἐγκληματίας, εἶναι δεδομένον πὼς θὰ ἐπαναλάβῃ ἄπειρες φορές, τὸ ἔγκλημά του.

Ὅσο λοιπὸν κρατᾶ τὸ παιχνίδι τους καὶ τὸ κρυφτούλι τους, νὰ γνωρίζουμε πὼς ἔχουμε νὰ κάνουμε μὲ τὰ ἴδια κτήνη, τὰ ὁποῖα ἀντιληφθήκαμε ἄριστα, τὸ πόσο ἀκραῖα εἶναι καὶ τὸ ποῦ μποροῦν νὰ φθάσουν.
Συνέχεια

Ἀρχαιότερος λαός τοῦ πλανήτου οἱ Ῥῶσσοι;

Μὴ γελᾶτε εἴπαμε…
Μὴ γελᾶτε… Αὐτὰ δὲν εἶναι ἀστεῖα…
Διότι ἐσεῖς ἴσως νὰ γελᾶτε ἀλλὰ οἱ Ῥῶσσοι τὰ πιστεύουν καὶ τὰ διαδίδουν.
Καὶ μεταξύ μας…
Καλὰ κάνουν…
Τί; Θά ἀφήσουν τώρα ἄλλους νά τούς πάρουν τίς πρωτιές; Πλάκα κάνουμε;

Συνέχεια