«Ἄφησέ με… Πρέπει νὰ κατεβῶ μόνος μου!»

Ὁ κυρ-Ἀποστόλης εἶναι γύρω στὰ ἐνενήντα.
Πρὸ δύο-τριῶν ἐτῶν τὸν κτύπησε ἕνα αὐτοκίνητο, σὲ κεντρικὸ σημεῖο τῆς πόλεως, τὸν πέταξε στὸ ἀντίθετον ῥεῦμα κυκλοφορίας καὶ ὅλοι πιστέψαμε πὼς πάει ὁ κυρ-Ἀποστόλης. Μᾶς τελείωσε. 

Σπασμένη λεκάνη, πόδι, χέρι…
Σιγά… Ὁ γέρος ξέρουμε, ἤ ἀπὸ πέσιμο θὰ πάῃ ἤ ἀπὸ …χέσιμο. 

Τί λέτε καλέ πού θά πήγαινε ὁ κυρ Ἀποστόλης ἔτσι εὔκολα;
Κατὰ πῶς τὰ λέει κι ὁ ἴδιος, θὰ μᾶς θάψῃ ὅλους…

Συνέχεια

20.000 εὐρῶα τόν μήνα «κτυποῦν» τά βο(υ)λευτάκια μας;

Ἀγωνίζονται νὰ μᾶς σώσουν βρέ…
Τὸ τὶ ἱδρώτα χύνουν δὲν λέγεται…
Τὸ τὶ ἀγωνίες περνοῦν καθημερινῶς δὲν περιγράφεται…
Τὸ τὶ κόπο καταβάλουν δὲν μποροῦμε νὰ τὸ συνειδητοποιήσουμε…

Συνέχεια

Οἱ πρόγονοί μας ἦσαν καλλίτεροι;

Αὐτὸ μὲ τὴν προγονολατρεία, ποὺ ἔχουμε πάθει, ἔχει πολλὲς παγίδες. 
Κάποιοι ἀπὸ ἐμᾶς κυττοῦν μόνον τὰ καλὰ τῶν παππούδων μας, δίχως νὰ ἐρευνοῦν τὰ στραβά τους καὶ τὰ ἀνάποδά τους. Κάποιοι μέσα στὸ μυαλό μας ἔχουμε διαγράψει τὰ πάθη, τὰ λάθη, τὰ στραβὰ καὶ παραμένουμε μόνον στὰ ὡραῖα τους. 
Ὅμως, δυστυχῶς, κι αὐτοὶ ἄνθρωποι ἦσαν καὶ μάλιστα ἀκριβῶς ἴδιοι μὲ ἐμᾶς. Πανομοιότυποι. 

Συνέχεια

Δὲν ἔχει σημασία τὸ πῶς θὰ σκέπτομαι ἀλλὰ τὸ τὶ θὰ σκέπτομαι.

Κι ἐκεῖ ποὺ ἀναζητοῦσα κάποιον τρόπο νὰ συγκεντρώσω τὸ μυαλό μου καὶ νὰ καταγράψω τὶς σκέψεις μου, ἐκεῖ ξεκινοῦσε ὁ πόλεμος μεταξὺ τῶν σκέψεών μου γιὰ τὸ ποιὰ θὰ προβάλῃ πρώτη καὶ θὰ μὲ κατευθύνῃ σὲ ἐνασχόλησι μαζύ της. Καὶ νὰ ποὺ πρῶτες καὶ σημαντικότερες σκέψεις φαίνονται νὰ εἶναι αὐτὲς ποὺ πραγματεύονται τὰ τῆς πολιτικῆς, τῆς οἰκονομίας, τῶν κοινωνικῶν προβλημάτων…
Μὰ ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ἀσχολοῦμαι διαρκῶς μὲ αὐτά… Δὲν μοῦ ἀρέσει… Θέλω νὰ ἀσχολοῦμαι μόνον μὲ τὸν Ἄνθρωπο. Θέλω νὰ ἀσχολοῦμαι μόνον μὲ τὸ αὔριο. Θέλω νὰ ἀσχολοῦμαι μόνον μὲ τὸ νὰ ἀνακαλύπτω νέους τρόπους καὶ δρόμους γιὰ νὰ μεταφέρω τὸ …«παράλογον» στὸ λογικὸν καὶ νὰ τὸ κάνω πραγματικότητα…

Συνέχεια

Τὸ παιδὶ καὶ τὸ ζωγραφισμένο λιοντάρι.

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας πλούσιος κτηματίας, που δεν είχε κανέναν άλλον στον κόσμο, παρά τον μονάκριβο γιο του. Ο άνθρωπος αυτός ήταν πολύ φοβητσιάρης, φοβόταν ακόμα και την ίδια του τη σκιά. Ένα βράδυ είδε ένα παράξενο όνειρο: πως το γιό του τον έφαγε ένα λιοντάρι. Ο κτηματίας φοβήθηκε πάρα πολύ κι επειδή δεν ήθελε το όνειρο αυτό να βγει αληθινό, κάλεσε τους καλύτερους μαστόρους κι έχτισε ένα σπίτι με πολλά δωμάτια, σωστό παλάτι.
Το μέγαρο αυτό όμως είχε τα παράθυρά του πολύ ψηλά, τις πόρτες του πάντα κλειδωμένες και περιστοιχιζόταν από έναν ψηλό φράχτη. Εκεί μέσα κρατούσε κλειδωμένο το μοναχογιό του ο κτηματίας. Και για να μη στενοχωριέται το παιδί, ο κτηματίας κάλεσε ένα σπουδαίο ζωγράφο και του ζήτησε να ζωγραφίσει όλους τους τοίχους του σπιτιού.

Συνέχεια