Κυττάζοντας τὴν παραπάνω εἰκόνα, γιὰ ἀρκετὴ ὥρα, μὲ ἔπιασε μία θλίψις…
Προσεπάθησα νὰ κατανοήσῳ τὸ γιατὶ περιγελῶνται τὰ μνημεῖα μας, ἀπὸ κάποιους, ποὺ δὲν τὰ κατανοοῦν.
Προσεπάθησα ἐπίσης νὰ κατανοήσῳ τὸ γιατί διώκεται ἡ ἑλληνικὴ ἱστορία μὲ τόσο μένος.
Προσεπάθησα νὰ μπῷ στὴν θέσιν ὅλων αὐτῶν, ποὺ κατὰ καιροὺς ἔχουν δράσει μὲ μυρίους τρόπους, καὶ τώρα καὶ στὸ παρελθόν, πρὸ κειμένου νὰ μειώσουν καὶ νὰ ἐξαφανίσουν τὴν ἔννοια Ἑλλὰς ἀπὸ τὸν πλανήτη.
Μὰ ταὐτοχρόνως, ὅσο κι ἐὰν ἐπάλευᾳ νὰ σκεφθῷ ἀπὸ τὴν δική τους πλευρά, τὴν ἰδίαν στιγμὴ περνοῦσαν, μὲ ταχύτητα ἀστραπῆς, ἐμπρὸς ἀπὸ τὰ μάτια μου, οἱ ἐκόνες ἀπὸ τὰ ἐκατομμύρια ἑλληνικὰ ἐκθέματα, ποὺ …«φιλοξενῶνται» στὰ μουσεῖα των.
Μουσεῖα ποὺ δὲν θὰ ὑπῆρχαν ἐὰν δὲν ὑπῆρχε ἡ Ἑλλάς. Συνέχεια →