Αὐτὸ μὲ τὶς «ἑλληνικές» μπῦρες, τὶς ὁποῖες σπεύδουν ἅπαντες, μὲ «ἐθνικὴ ὑπερηφανεία» νὰ καταναλώσουν, καιρὸς εἶναι νὰ τεθῇ ὑπὸ νέα πρίσματα, πιὸ ἐλληνικά. Κι ἐπεὶ δὴ ἀκριβῶς ἡ παραπληροφόρησις, ἡ προπαγάνδα καί, κυρίως, τὸ χρῆμα εἶναι ἄφθονο, καλὸ εἶναι, ἐπὶ τέλους, νὰ γίνουμε λίγο-λίγο συνειδητοὶ καταναλωτές. Διότι δὲν ἀρκεῖ μόνον τὸ ὄνομα κάποιου νὰ εἶναι (πλαστογραφημένα) ἑλληνικό. Πρέπει καὶ νὰ εἶναι ἑλληνικό.
Μπῦρες καὶ πάλι λοιπὸν σήμερα. Ἑλληνικὲς μπῦρες κι ὄχι …«ἑλληνόφωνες»!!!
Τὸ 1986 δούλευα στὸ ξενοδοχειο St. Nicolas Bay στὸν Ἅγιο Νικόλαο.
Οὐδέποτε πρέπει νὰ ξεχνᾶμε πὼς εἴμαστε (ἀκόμη) ῥαγιάδες.
Εἶναι κωμικοτραγικὸς ὁ κόσμος μας.
Διότι ἕναν κομμουνισμὸ τὸν ἔχουμε πάθη, ἀλλὰ ἀρνούμεθα νὰ τὸ παραδεχθοῦμε, ἐφ’ ὅσον κάποιοι ἀφελῶς (πόσο ποιά;;;), χώνοντας πολλὰ εἰσαγωγικά, στὴν τσιπραριστερά, ἀρνοῦνται νὰ συνειδητοποιήσουν (ἤ μήπως ὄχι;;;) πὼς τὸ μπαστάρδεμά μας τὸ εἶχαν πάντα στὰ μυαλά τους καὶ στὰ σχέδιά τους, ὅλοι οἱ δεδηλωμένοι δημοκρατικο-σοσιαλιαστο-ἀριστερίζοντες τῆς χώρας μας. Ἀπὸ ἀρχῆς ὑπάρξεώς τους ἕναν σκοπὸ εἶχαν οἱ ἀριστερο-σοσιαλιστέο-δημοκράτες τοῦ κόσμου μας: τὴν ἀπόλυτον καὶ ἄνευ ἀντιῤῥήσεων, παρὰν φύσιν ὑποταγὴ τῶν κοινωνιῶν μας στὰ τοκογλυφικὰ σαπρόφυτα τοῦ πλανήτου.