Κάπου λοιπὸν ἐδιάβασα (δὲν ἔχει σημασία τὸ ποῦ) πὼς «μᾶς ἔμειναν τὰ ὄμρφα δάκτυλα», ἀπὸ τὴν Ἀμφίπολιν.
Ἔ, λοιπόν, ὄχι… Δὲν μᾶς ἔμειναν τὰ ὄμορφα καὶ ὑπέροχα δάκτυλα. Μᾶς ἔμεινε ἡ πίκρα, ἡ ἀηδία, ἡ ἀπογοήτευσις, ἡ σιχαμάρα, ἡ ἀγανάκτησις καὶ τὸ -ὅλο καὶ βαθύτερον- αἴσθημα προδοσίας, ποὺ ἐδῶ καὶ αἰῶνες βιώνουμε. Διότι ἡ Ἀμφίπολις καὶ ἀσύλητος ἦταν καὶ Ἑλληνικοτάτη καί, φυσικά, σὰν τόσες καὶ τόσες ἄλλες ἀρχαιότητες, ἦταν ἀφορμὴ ἐνεργοποιήσεως τῆς ὑπηρεσίας καταχώσεως τῆς ἀνθελληνικῆς μενδωνείου-βενιζελο-σημιτοτακτικῆς ἀφανισμοῦ κάθε ἴχνους ἑλληνικότητος, ἱστορίας καὶ ἐθνικῆς συνειδήσεως.
Συνέχεια




Εἶναι μιὰ οἰκογένεια στὸ λίμπρο ντ᾿ ὄρο