Μιὰ φορὰ κι ἕναν καιρὸ ζοῦσε ἕνας ἄνθρωπος, μορφωμένος, ποὺ ἐθεωρεῖτο εὐφυέστατος κι ἦταν μάλιστα πρωταθλητὴς στὸ σκάκι. Μιὰ ἡμέρα ποὺ ἡ οἰκονόμος του ἐτοιμάζετον νὰ πάῃ στὴν ἀγορὰ νὰ ψωνίσῃ, τὴν ἐφώναξε καὶ τῆς εἶπε νὰ μὴν ἀγοράσῃ χοιρινό. Εἶχε μόλις διαβάση στὶς ἐφημερίδες κάποια ἐκλαϊκευμένα ἐπιστημονικὰ νέα ποὺ ἔλεγαν ὅτι τὸ χοιρινὸ ἦταν κακὸ γιὰ τὴν ὑγεία.
Ἡ οἰκονόμος του, ποὺ δὲν ἦταν καθόλου σπουδαγμένη, τοῦ ἀπήντησε κεφάτα: «Μὴν ἀνησυχεῖτε κύριε, ὅλα αὐτὰ εἶναι βλακεῖες. Μᾶς λὲν ὅτι τὸ χοιρινὸ εἶναι ἀνθυγιεινὸ ἐπειδὴ αὐτὴν τὴν περίοδο ὑπάρχει ἔλλειψις χοιρινοῦ στὴν ἀγορὰ καὶ δὲν θέλουν νὰ τὸ προσέξῃ ὁ κόσμος».
Συνέχεια



Δέν σᾶς κάνει ἐντύπωση τό γιατί τό πολιτικὸ σύστημα, καθὼς φυσικὰ καὶ τὸ κρατικό του ὄργανο, τὸ Ὑπουργεῖο Ἐσωτερικῶν, ἀποκρύπτει ἕνα βασικὸ δεδομένο συνταξιοδοτικῆς ἀσφαλίσεως;