Λασκαράτου ὄνειρο

Τὸ ὄνειρο τοῦ Λασκαράτου
(ἀπόσπασμα)

Ἤταν νὰ ξημερώσῃ Μεγάλο Σάββατο, ποὺ εἶδα στὸν ὕπνο μου πὼς ἀπέθανα.

Ἐπέθανα, καὶ ὡς στρίψη ματιοῦ εὑρέθην εἰς τὸν ἄλλον κόσμον. Ἐκεῖ ὡς ἀπὸ ἐνστίγματος, ἔτρεξα εὐθὺς γιὰ τὸν Παράδεισον κι ἔλαβα τὴν τόσον καλὴν τύχη νὰ φθάσω εἰς τὴν στιγμὴν ποὺ ὁ Θεὸς ἔβγαινε νὰ πάῃ περίπατο.

Μιλιούνιοι Ἅγιοι τὸν ἐπεριστοιχούσαν βαστῶνες ἀγγελούδια λάτινα, σὰν ἐκεῖνα τῶν ἐκκλησιῶν, κι ἐγὼ ἐστοχάσθην νὰ ὠφεληθῶ ἀπὸ ἐκείνην τὴν ἀναστάτωση, ἀπὸ ἐκείνην τὴν σκοτούρα, διὰ νὰ ἔμβω λαθρεμπορικῶς πῶς εἰς τὸν Παράδεισον, ἀποφεύγοντας τελωνειακὰς ἐρεύνας, σὰν ὅπου κι ἐγὼ εἶχα κάτι νὰ κρύψω.

Ἀνέτρεχα λοιπὸν τὸν χείμαῤῥρον τῶν Ἁγίων, ἀνοίγοντας τὸν δρόμον μου μὲ τὰ δύο μου χέρια, ὅταν ὁ Ἅη Πέτρος, ὁ ἀκοίμητος ἐκεῖνος θυρωρὸς τῶν Οὐρανίων Ἀνακτόρων, μὲ ἁρπάζει ἀπὸ τὸν λαιμοδέτη, καὶ «Στάσου, λέει, ἀνάξια κολασμένη ψυχή!»

«Ἅγιε, τοῦ εἶπα ἑγώ, γιατί μέ πιάνεις ἀπό τό κολέτο, σάν νά ἤμουν κλέπτης;»

«Σῶπα, λέει, μπερ&-.. μὰ δὲν τὸ ἐτελείωσε- φεῦγα ἐδῶθε καὶ πήγαινε εἰς τὸ πῦρ τὸ ἐξώτερον, τὸ ἡτοιμασμένον διὰ ὅσους ξεσκεπάζετε τὰ& τὰ& τὰ& τῶν εὐσεβὼν ἱερέων μας.»

Ἐγώ, γιὰ μίαν στιγμὴ ἐτρόμαξα, ἐπειδὴ τὰ μάτια τοῦ Ἁγίου ἔῥῥιχναν φωτιὲς ἀπὸ τὸν θυμό του, καὶ τὰ γένεια του ἔτρεμαν κι ἐπέτα σπίθες σάλια ἀπὸ τὸ στόμα του! Μὰ ἔπειτα, κάνοντας δύναμη εἰς τὸν ἑαυτόν μου, ἔτρεξα κι ἐσταμάτησα τὸν Θεόν, κι ἔπεσα στὰ πόδια του, καὶ γονυπετὴς τοῦ εἶπα- «Θεὲ Πατέρα, λᾶβε εὐσπλαχνία δι΄ ἐμέ, καὶ διόρισε τοῦ ἁγίου θυρωροῦ σου νᾶ μὲ ἀφήσῃ νὰ ἔμβω εἰς τὴν αἰωνίαν χαρὰν καὶ ἀγαλλίασιν».

Μὰ τότε καὶ ὁ Ἅη-Πέτρος -«Παναγιώτατε, τοῦ λέει, ἐτοῦτος εἶναι καταδικασμένος ἀπὸ τοὺς ἀντιπροσώπους σου πληρεξουσίους παπάδες εἰς τὸ πῦρ τὸ ἐξώτερον.»

«Ἅ! λέει ὁ Θεός, τότε, παιδί μου, δὲν μπορῶ νὰ σοῦ κάμω κάτι!»

«Μά! εἶπα πάλι ἐγώ, Θεὲ Πατέρα, κᾶμε ἔλεος!» Καὶ ὁ καλὸς Θεός, στρεφόμενος τότε πρὸς τὸν μονογενή τοῦ υἱόν- «Ἐσύ, λέει, ποὺ στάθηκες ἐκεῖ κάτου καὶ γνωρίζεις ἐτοῦτα καλλίτερά μου, ἰδὲς περὶ τίνος πρόκειται». Μὲ ἐτοῦτο τράβηξε τὸν δρόμο του. Ἔτσι ὁ Χριστὸς ἔμεινε μὲ ἑμέ, καί, μὲ τὴν συνηθισμένη τοῦ καλοσύνη, μ’ ἐχάϊδεψε.

Μὰ τότες ὁ Ἅη-Πέτρος ἔβγαλε μέσ’ ἀπ’ τὰ ῥᾶσα τουτὸ ἀφοροχάρτι τῶν 1856, καὶ «Διάβασε, λέει τοῦ Χριστοῦ, διάβασε, Ὑπερένδοξε Διάδοχε. Καὶ πὲς ἐὰν ἐτοῦτος ὁ ἄνθρωπος ἠμπορῆ νὰ ἐμβῇ εἰς τὸν Παράδεισόν μας».

Ὁ Χριστὸς ἐπῆρε τὸ ἀφοροχάρτι, τὸ ἐφυλλολόησε, καὶ στραφεὶς πρὸς ἑμέ- «Μά τί τούς ἔκαμες, μοῦ εἶπε, πού σέ ἀφῴρησαν;»

«Ὢ γλυκήτατέ μου Ἰησοῦ! τοῦ εἶπα ἑγώ, μὲ ἀφῴρεσαν, ἐπειδὴ τοὺς ἤλεγξα τις ἀνοσιουργόες τους. Πρέπει νὰ ξέρῃς , Ἰησοῦ μου, ὅτι ἡ θρησκεία τὴν ὁποίαν ἐδίδαξες εἰς τὸν Κόσμον, δὲν ὑπάρχει πλέον ἐκεῖ κάτου. Ἐπειδὴ ἀπὸ καιρὸ σὲ καιρό, καὶ ἀπὸ λίγο σὲ λίγο, τὴν ἄλλαξαν ὅλην, ὥστε τώρα δὲν ἔμεινε παρὰ τὸ ὄνομά σου ἀπάνου σὲ μίαν σωρεία θρησκευτικῶν ἐθίμων, ὅπου τὰ λὲν θρησκεία σου. Μίαν τέτοιαν θρησκοκιβδήλωσις, φυσικῷ τῷ λόγῳ, μακρὰν ἀπὸτοῦ νὰ φέρνῃ τὴν ἠθικοποίησιν τοῦ ἀτόμου, σκοπὸς ἐτοῦτος τῆς θρησκείας σου, διαφθείρει ἐξ ἐναντίας, καὶ ἀποκτηνώνει τὰ πλήθη. Οἱ δὲ παπάδες, ἀδιαφορῶντες εἰς τὸ ἐξαγόμενον τοῦτον, μετέρχονται τὴν παπαδοσύνη τους ὡς ἔργον γιὰ νὰ ζήσουν καὶ φυσικῷ τῷ λόγῳ ἐξαγριώνονται ἐναντίον εἰς ὁποῖον προσπαθήσῃ νὰ ἀνοίξῃ τὰ μάτοα τῶν ὀπαδῶν τους. Ἔτσι, ἡ ἐξάλειψις τῆς θρησκείας σου ἀπὸ τὸν Κόσμο μας εἶναι, Ἰησοῦ μου, τώρα πλέον fait accompli».

«Μοῦ τὸ εἶπαν κι ἄλλοι, λέει, μοῦ τὸ εἶπαν κι ἄλλοι!», κι «Ἔτσι, ἐγὼ ἐπανέλαβα, κάποιες ἀπὸ τὶς καταχρήσεις τους, τὲς ἐστηλίτευσα σ’ ἕνα μου βιβλίον, ὅπου γιὰ ἐτοῦτο τὸ ὀνόμασα Μυστήρια τῆς Κεφαλονιᾶς. Ἀλλὰ ἐκείνου σὰν εἰδώθησαν ξεφαυλισμένοι ἐμπρὸς εἰς τὸ ποίμνιόν τους, ἐλύσσιαξαν, Χριστέ μου, ἐπαραφρόνησαν καὶ μὲ ἀφῴρεσαν μὲ ὅλην τὴν πομπὴν καὶ παράταξιν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τους».

Ὁ Χριστὸς δὲν ἠθέλησε νὰ ἀκούσῃ περισσότερο. Ἐκούνησε λυπημένος τὸ κεφάλι του καί, ξαναλέγοντας πάντα: «Μοῦ τὸ εἶπαν κι ἄλλοι, μοῦ τὸ εἶπαν κι ἄλλοι», ἔστρεψε πρὸς τὸν Ἅη – Πέτρο καὶ «Ἄσ’ τον, λέει, νὰ ἐμβῇ καὶ βᾶλε τον σὲ μίαν ἀγκώνη νὰ μὴν φαίνεται.».

«Ἀδύνατον, Χριστέ μου, ἀδύνατον!- εἶπεν ὁ ἄγριος ἐκεῖνος Κέρβερος. Κλονίζεται ἡ πίστις, ἐὰν τοῦτο γίνῃ. Ἐνθυμίσου ὅτι σὺ αὐτὸς ἔδωσες εἰς τοὺς παπάδες τὴν ἐξουσία νὰ λύουν καὶ νὰ δένουν καὶ ὑπεσχέθης νὰ ἐκτελῇς εἰς τὸν Οὐρανὸν ὅ,τι καὶ ὅπως ἐκεῖνοι διορίσουν στὴν Γῆ.»

«Corpo di Bacco! εἶπε τότες ὁ Χριστὸς φράγκικα. Ἂς εἶναι. Στεῖλε τον λοιπὸν εἰς τὴν Κόλασιν. Μὰ δόσε του καὶ δύο γραμμὲς ἕνα συστατικὸ στὸν Ἐωσφόρο, γιὰ νὰ μὴν σκληραγωγήσῃ ἐπάνου του».

Εἶπε κι ἔφυγε. Ἐγὼ ἔμεινα μὲ τὸν Ἅη-Πέτρο, ὅστις ἔβγαλε κομμάτι χαρτί, καὶ ἀκουμπώντας ἀπάνου στὸ γόνα του, ἔγραψε συστατικό, μοῦ τὸ ἐγχείρισε, καὶ τότε μία ἀκαταμάχητη βία μὲ ἔσπρωξε στὴν Κόλαση.

Τὸ ἐσωτερικὸν τῆς Κολάσεως ἦτον φοβερὸν καὶ ἐπιβλητικόν. Ὁ Μέγας Ἐωοσφόρος, καθισμένος εἰς ἕνα ξάγναντον, μὲ τοὺς ἀξιωματικούς του Ἀρχιδιαίλους δεξιά-ζερβιάθε, ὑψωνόταν ἀνάμεσά τους, σὰν βράχος. Ἐμπρὸς σὲ ἐτούτους ἐκυλιόταν πλῆθος Διαολάκια ἕτοιμα γιὰ θέλημα. Ἡ ἀόρατος βία ποὺ μὲ ἔσπρωξε ἐκεῖ μέσα ἐξηκολούθησε νὰ μὲ σπρώχνῃ, καὶ μὲ ἔφερε στοὺς πόδας τοῦ Μεγάλου ἐκείνου Κυριάρχου τῆς Κολάσεως.

Ὅταν μὲ εἶδε κοντά του, ἀνεγλύφθη, καθὼς ἤθελε νὰ κάμῃ λύκος, γιὰ νὰ ἁρπάξῃ ἀρνάκι. Ἀλλὰ ὅταν τοῦ ἐπαρουσίασα τὸ συστατικὸ τοῦ Ἅη-Πέτρου, ἔτριξε τὰ δόντια του ἀπὸ τὴν λύσσα του! Ἐσείσθη ἡ Κόλασις σὲ ἐκεῖνο τὸ τρίξιμο καὶ ὁ Ἅη-Πέτρος ἔκαμε τὸν σταυρό του.

Μοῦ ἔδωσε μίαν φρικώδη στραβοματιά, καὶ «ἐχθρέ, λέει, τοῦ Διαβόλου καὶ τῆς Κολάσεως! Ἐγὼ ἐπάντεχα νὰ σὲ γδάρω μὲ πυροβολόπετρα. Καθὼς ὁ Νικολάκης ἤθελε νὰ γδάρῃ τὸν φίλο μου τὸν παπὰ Μαντσαβίνο. Καὶ ὅμως ὑποχρεοῦμαι νὰ σὲ ξενίσω κι ἐσέ, καθὼς κάνω καὶ εἰς τοὺς φίλους μου, ἐπειδὴ ἔτσι θέλει ὁ Ἀφέντης μου».

Ἒνευσ’ ἔπειτα σ’ ἕνα Διαολάκι κι ἐκεῖνο κυλισμένο, μ’ ἔσυρε ἐνεργώντας ἀπάνου μου μίαν Ἕλξιν σὰν ἐκείνην τοῦ μαγνήτου, ἐπιβλητικὴ καὶ ἄφευκτη.

Ἔτσι δὲν ἀργάσαμε νὰ φθάσωμεν σὲ μίαν μεγάλη πόρτα, ἡ ὁποία μᾶς ἠνοίχθη αὐτομάτως εὐθὺς εἰς τὸ φθάσιμό μας.
Ἀλλὰ ὁποία ἡ ἔκπληξίς μου, ὅταν εὑρέθην μεταξὺ τῶν Ἱερέων, Ἀρχιερέων καὶ Πατριαρχῶν…»

Διὰ τὴν μεταγραφήν:  Πανορμίτης Σπανὸς

(Visited 121 times, 1 visits today)




Leave a Reply