Οἱ χαλύβδινοι κανόνες τοῦ πολιτικοῦ γίγνεσθαι

Οἱ χαλύβδινοι κανόνες τοῦ πολιτικοῦ γίγνεσθαι καὶ οἱ συνέπειες τῆς τηρήσεώς τους.

Γράφει ὁ Δημήτριος Μιχαλόπουλος

Τὸν δημόσιο βίο τῶν ἀνθρώπων διέπουν κανόνες – «νόμοι» κατὰ τὴν μαρξιστικὴ φρασεολογία. Εἶναι λάθος -ὀλέθριο μάλιστα- τὸ νὰ νομίσῃ κάποιος πὼς οἱ κανόνες αὐτοὶ «εἶναι γιὰ πέταμα». Κάθε ἄλλο! Ἐπειδὴ ὅμως, ὅπως ἐτόνισε καὶ ὁ Δημήτρης Χατζής, «ἀλέθεται [καθημερινὰ] ὁ ἄνθρωπος μὲ τοῦτο καὶ μὲ ἐκεῖνο καὶ τὸ ἄλλο καὶ δὲν προλαβαίνει νὰ πάρῃ χαμπάρι τὸ τί γίνεται γύρω του», καλὸ εἶναι νὰ θυμηθοῦμε τὸν βασικό, τὸν χαλύβδινο κανόνα, ποὺ ἀπαρέκκλιτα ὀφείλει νὰ τηρῇ ὁποιοσδήποτε ἀπευθύνεται σὲ πλήθη∙ συγκεκριμένα:

Ὀφείλει νὰ προσαρμόζῃ τὸν λόγο του, ὥστε αὐτὸς νὰ ἐναρμονίζεται ὄχι μὲ τὸν ἀνώτερο σὲ ἀντιληπτικὴ ἱκανότητα ἀκροατή του ἀλλὰ μὲ τὸν κατώτερο.
Νὰ τὸ ποῦμε διαφορετικά; Ὁποιοσδήποτε ἀπευθύνεται σὲ πλήθη, πρέπει νὰ μιλᾷ ἔχοντας σταθερῶς ὑπ’ ὄψιν του τὸ ὅτι ἀπευθύνεται –κυριολεκτικῶς!- σὲ ἀνοήτους. Ἔτσι καὶ μόνο ἔτσι μπορεῖ νὰ εὕρῃ τὸν δρόμο του πρὸς τὴν ἐξουσία… ἀλλὰ καὶ ἔτσι ὑπογράφει τὴν μακροπρόθεσμο κατάρρευση, ἐὰν ὄχι τὴν δική του, ὁπωσδήποτε τοῦ πολιτικοῦ του συστήματος.

Καὶ γιὰ τοῦ λόγου τὸ ἀσφαλές, ἂς ἀναφερθῇ ἐδῶ τὸ ἀξέχαστο «Λεφτὰ ὑπάρχουν!» τοῦ GAP, οἱ ἀντικαπιταλιστικὲς καὶ ἀντιμνημονιακὲς κορῶνες τοῦ θιάσου τῆς καθ’ἡμᾶς παρδαλῆς Ἀριστερᾶς…, φυσικὰ τὸ ἀνεπανάληπτο (1944) «Καὶ εἰς τὴν Λαοκρατίαν πιστεύομεν!» τοῦ Γεωργίου Παπανδρέου (alias: «Γέρου τῆς Δημοκρατίας») καὶ ἄλλα ὧν οὔκ ἐστι ἀριθμός.

Τὸν κανόνα αὐτὸν ἐπιγραμματικῶς διετύπωσε ὁ Ἀδόλφος Χίτλερ, ἀλλὰ ἀκροθιγῶς ἔστω διαισθάνθηκαν τὴν πραγματικότητα ποὺ σὲ αὐτὸν περικλείεται καὶ ἄλλοι πολλοί, μεταξὺ τῶν ὁποίων δύο Νεοέλληνες, ὁ Ἀνδρέας Λασκαρᾶτος καὶ ὁ Κωνσταντῖνος Καραμανλῆς. Ὁ πρῶτος, ὁ Λασκαρᾶτος, τὴν προσωπικότητα τοῦ ὁποίου καὶ σήμερα περιβάλλει φήμη «φολκλὸρ» καὶ «γραφικότητος», πρωτοποριακῶς διαισθάνθηκε ὅτι ἕνα μεῖζον πρόβλημα τῆς νεοελληνικῆς κοινωνίας ἐντοπίζεται στὴν ὀρθόδοξο Ἐκκλησία, ἡ ὁποία βέβαια ἔσπευσε νὰ τὸν ἀφορίσῃ (ὅπως εἶχε κάνη καὶ πρωτύτερα μὲ τοὺς Κολοκοτρωναίους.) Προσεπάθησε ἔτσι ὁ Λασκαρᾶτος νὰ συμπορευθῇ ἰδεολογικῶς μὲ τὸν Ἐμμανουὴλ Ροΐδη, ἕναν ἀπὸ τοὺς μεγαλυτέρους συγγραφεῖς τῆς Συγχρόνου Ἑλλάδος, ἀλλὰ αὐτός, ὁ Ροΐδης, ἔχοντας θορυβηθῆ ἀπὸ τὸν ἀντίκτυπο τοῦ ἀριστουργήματός του «Ἡ Πάπισσα Ἰωάννα», ἔκανε πὼς δὲν καταλάβαινε…

Τέλος πάντων. Τί εἶπε λοιπόν ὁ Λασκαρᾶτος; Κατάλαβε ὅτι ἕνας ἰδιαίτερα ἀποτελεσματικὸς τρόπος τοῦ νὰ κερδίσῃ κάποιος τὴν ἐπιδοκιμασία τοῦ πλήθους ἔγκειται στὴν θεαματικὴ ἀπὸ αὐτὸν τήρηση τῶν -κατὰ κανόνα- «βλακωδῶν» ἐθίμων ποὺ διέπουν τὸν βίο τῆς λαϊκῆς μάζης. Καὶ αὐτὸ βασικὰ ἀποῤῥέει ἀπὸ ἄλλη διαπίστωση, τοῦ Μακιαβέλλι.
Αὐτήν:

«Πολλοὶ βλέπουν, ἀλλὰ λίγοι καταλαβαίνουν.»

Ὅταν, κατὰ συνέπεια, ὁ «λαὸς» βλέπει κάποιον διαπρεπῆ, δηλαδὴ ἕνα καθ’οἱονδήποτε τρόπο «ἀναγνωρίσιμο», ἐνεργῶς νὰ συμμετέχῃ στὰ «παραδοσιακοῦ χαρακτῆρος» πανηγύρια του, ἀποκτᾶ τὴν πεποίθηση ὅτι τὰ ἐν λόγῳ πανηγύρια καὶ πραγματικὴ σημασία ἔχουν, ἀλλὰ καὶ πὼς ὁ ἴδιος, ὁ «λαὸς» δηλαδή, εἶναι «πανέξυπνος», ἐφ’ὅσον ἐπιδίδεται σὲ αὐτὰ βάσει τῆς ἀρχῆς:

«Ἔτσι τὰ βρήκαμε, ἔτσι θὰ τ’ἀφήσουμε!».

Καὶ ἐδῶ ἀκριβῶς ὀφείλει κάποιος νὰ ἐπισημάνῃ ὅτι παντοῦ καὶ πάντοτε στὰ «λαϊκὰ ἔθιμα» ἐμπεριέχεται –μία ὄχι σπάνια χαριτωμένη- ἀνοησία, ἀλλὰ ἡ ἐν λόγῳ ἀνοησία οὐδέποτε καὶ πουθενὰ ἔφτασε στὰ ὕψη ὅπου αὐτὴ ἐξικνεῖται σήμερα, ἀκριβῶς στὴν δική μας χώρα.

Γιατί; Διότι στὴν χώρα μας δὲν ὑπάρχει πιὰ ἡ βασιζομένη σὲ πραγματικοὺς αἱματικοὺς καὶ ἱστορικοὺς δεσμοὺς κοινωνικὴ συνοχή, μὲ ἀποτέλεσμα αὐτὴ ἡ τελευταία νὰ ὑποκαθίσταται ἀπὸ ἐμφανεῖς ἀνοησίες, ὅπως π.χ. τὰ «συγχαρητήρια» ποὺ θορυβωδῶς δίδονται, ἐπειδὴ κάποιος ἔχει βαφτισθῆ «Βρασίδας» καὶ ὄχι (λέμε τώρα!) «Ἀγαθαρχίδας». Καὶ βέβαιος παραμένω ἐν προκειμένῳ πὼς οἱ ὀξυδερκέστεροι ἀναγνῶστες ὁπωσδήποτε θὰ ἔχουν παρατηρήση ὅτι ὄχι μόνο στὰ σημειωματάρια ποὺ ἀφειδῶς διανέμονται/ἀγοράζονται στὶς «χρονιάρες ἡμέρες» τῶν Χριστουγέννων καὶ τῆς Πρωτοχρονιᾶς ἀλλὰ ἀκόμη καὶ στοὺς σταθμοὺς τοῦ «Ἀττικοῦ Μετρὸ» διευκρινίζεται ποιὰ Παγώνα/Περιστέρα καὶ ποιὸς Εὐάνθιος/Ζηνόβιος/Εὐλάμπιος «ἐορτάζει» καθ’ἑκάστην, ὥστε νὰ σπεύσῃ κάποιος νὰ τὴν/τὸν συγχαρῇ – τηλεφωνικῶς ἔστω. Τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ συγκεκριμένες ὀθόνες τοῦ «Άττικοῦ Μετρὸ» εἶχαν στηθῆ μὲ πρωτοβουλία κυρίως τοῦ «Δημοσιογραφικοῦ Ὀργανισμοῦ Λαμπράκη», φορέως ἐμφανῶς καθεστωτικοῦ, συνιστᾶ ἀπόδειξη τῆς ἀγωνιώδους προσπαθείας συμπήξεως μιᾶς τελείως τεχνητοῦ «ἐθνικῆς ἑνότητος», ὥστε ἡ «λαϊκὴ μᾶζα» νὰ χειραγωγεῖται εὐχερῶς. Τὸ κόλπο αὐτὸ ἄλλωστε δὲν τὸ ἐφῄρμοσε πρῶτος ὁ Δ.Ο.Λ. Κάθε ἄλλο! Τὸ ἐφῄρμοσαν πρῶτοι, σὲ διεθνῆ μάλιστα κλίμακα, οἱ ἀρχαῖοι Ῥωμαῖοι, οἱ ὁποῖοι ἀνυπερθέτως καὶ ἐπιδεικτικῶς ἐσέβοντο τὶς ὅποιες, ἀκόμη καὶ τὶς πιὸ ἀπίθανες/γελοῖες θεότητες τῶν λαῶν ποὺ κατακτοῦσαν, ἀκριβῶς γιὰ νὰ τοὺς κρατοῦν σὲ ὑποταγή. Τελικῶς βέβαια οἱ Ρωμαῖοι, γιὰ αὐτὸν βασικῶς τὸν λόγο, ἔπαψαν νὰ εἶναι Ῥωμαῖοι καὶ ἡ Ῥώμη, παρὰ τὴν αἰωνιότητά της, ὑπέκυψε σὲ βαρβάρους. Ἀλλὰ αὐτὰ θὰ τὰ δοῦμε ἀναλυτικῶς στὴν συνέχεια τῆς -ὅπως θὰ ἔλεγε καὶ ὁ ἀείμνηστος καὶ ἀνεπανάληπτος Ἐμμανουὴλ Ροΐδης- φιλαλήθους καὶ ἀντικειμενικῆς διηγήσεώς μας.

Καὶ πάλι: Τέλος πάντων… Ὁ ἔρμος ὁ Λασκαρᾶτος λοιπὸν ἐφώναζε κατὰ τῆς τραγικῆς σὲ συνέπειες κωμωδίας πού, στὸ πλαίσιο τῆς «τηρήσεως τῶν ἐθίμων», διαχρονικῶς καὶ δραματικῶς ἐπαίζετο γύρω του, ἀλλὰ βέβαια οὐδείς, οὔτε κἂν ὁ Ροΐδης, ἔστερξε νὰ τὸν ἀκούσῃ. Ἀρκετὲς δεκαετίες ἀργότερα, τὸ θέμα τὸ ἔπιασε καὶ ὁ Κωνσταντῖνος Καραμανλῆς. Σταθερῶς ἀπέφευγε (ὅσο μποροῦσε βέβαια) τὰ θορυβώδη «βαπτίσια», τὶς βαρύγδουπες «κουμπαριές», τὰ νταούλια καὶ κλαρίνα τῆς «δημοτικῆς μας παραδόσεως» καὶ τελικῶς ἔστερξε νὰ κάνῃ τὴν ἑξῆς, θεμελιώδους σημασίας, παρατήρηση:
Ὁ λαὸς ποδηγετεῖται ὄχι μέσῳ τῆς ἐπισημάνσεως τῶν ἀναμφισβήτων ἐλαττωμάτων του ἀλλὰ μέσῳ τῆς ἐξυμνήσεως τῶν ἀνύπαρκτων ἀρετῶν του.

Ὁ ἴδιος ὅμως σταθερῶς προσπαθοῦσε νὰ ἀποφύγῃ τὴν «ἐξύμνηση ἀρετῶν ἀνυπάρκτων»∙ καὶ ἡ στάσις του αὐτή, σὲ συνδυασμὸ μὲ εὐρύτερες, σὲ διεθνῆ κλίμακα, ἐξελίξεις τὸν ἔφερε στὰ πρόθυρα τοῦ θανάτου, δηλαδὴ τῆς δολοφονίας του. Καταλαβαίνοντας λοιπὸν ὅτι μετὰ τὴν θανάτωση τῶν Λαμπράκη καὶ Κέννεντυ ἐρχόταν «φουλαριστὴ» ἡ δική του ἡ σειρά, ἔφυγε, τὸ 1963, μὲ ψεύτικο ὄνομα στὸ ἐξωτερικό. Καὶ ὅταν, τὸ 1974, ἐπέστρεψε στὴν Ἑλλάδα εἶχε πιὰ πάρη τὸ μάθημά του καὶ ἔδειχνε μεγαλυτέρα ὑπομονὴ ὡς πρὸς τὴν ἀπονομὴ συγχαρητηρίων ἐπὶ ταῖς ὀνομαστικαῖς ἑορταῖς, τὸ τσούγκρισμα τῶν κόκκινων αὐγῶν, τὰ «εὐχετήρια τηλεγραφήματα» καὶ τὰ ῥέστα.

Ἀκριβῶς ἀντίθετο πολιτικὴ ἀκολούθησαν οἱ «συνταγματάρχες» τοῦ καθεστῶτος τῆς 21ης Ἀπριλίου 1967. Ξεχνιῶνται ἀκόμη καὶ σήμερα οἱ μαῦρες κουστουμιές, οἱ μυτερὲς παπουτσιές, οἱ παρδαλὲς γραβατιὲς καὶ τὰ μουστάκια-ποντικοουρὲς τῶν «πρωτεργατῶν τῆς Ἐθνικῆς Ἐπαναστάσεως»; Βέβαια, ἐκθύμως ὀφείλει νὰ ἀναγνωρίσῃ κάποιος πὼς οἱ ἐν λόγῳ -σταθερῶς γραφικοὶ- «χουνταῖοι» δὲν ἔπαιζαν θέατρο∙ λόγῳ καταγωγῆς καὶ ἐκπαιδεύσεως, πραγματικὰ πίστευαν ὅτι πάντα τὰ ἀνωτέρῳ (μαζὺ μὲ τὰ αὐγὰ τοῦ Πάσχα καὶ τὰ σοκολατάκια [φοντὰν] τῶν ὀνομαστικῶν ἑορτῶν) συναποτελοῦν τὸν πυρήνα τῆς «ἑλληνικότητος». Ὅμως, τὰ -ἀστεῖα, ἐὰν ὄχι γελοῖα- πανηγύρια στὰ ὁποῖα συνακολούθως καὶ ἐπιδεικτικῶς ἐπιδίδοντο εἶχαν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἀποξένωσή τους ἀπὸ τὸν –φοιτητικὸ ἰδίως- πληθυσμὸ τῶν μεγάλων ἀστικῶν κέντρων καὶ αὐτὸ οὐκ ὀλίγον συνέβαλε στὴν τελικὴ καταβαράθρωσή τους. Καὶ αὐτὴ ἡ τελευταία, παρὰ τὸ ὅτι ὑπῆρξε δικαιολογημένη, ἤταν καὶ κρῖμα, διότι τὴν σὲ σχέση μὲ τοὺς διαχρονικῶς προκατόχους καὶ διαδόχους τους τιμιότητα καὶ ἀποτελεσματικότητά τους οὐδεὶς καλόπιστος καὶ ἀμερόληπτος ἐρευνητὴς εἶναι πιὰ σὲ θέση νὰ ἀμφισβητήσῃ.

* * *

Ὁ Χίτλερ, πάντως, κατὰ βάση, ἀνοησίες δὲν ἔλεγε ἤ, ἔστω, συστηματικῶς προσπαθοῦσε νὰ τὶς ἀποφεύγῃ∙ καὶ ὁ πρῶτος ποὺ τὸ κατάλαβε αὐτὸ ὑπῆρξε ὁ Τζὼν Φιτζέραλντ Κέννεντυ, ὁ Πρόεδρος τῶν Η.Π.Α. ποὺ σκοτώθηκε στὸ Τέξας κατὰ τὸ 1963. Ὁ Κέννεντυ, νεαρὸς ἀκόμη, περιηγήθη, τὸ καλοκαίρι τοῦ 1945 τὴν ῥημαγμένη ἀπὸ τὸν Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο Εὐρώπη, ἐπισκέφθηκε τὶς μεγάλες πόλεις τῆς Γερμανίας καὶ αἰσθάνθηκε γιὰ τὸν νεκρὸ πιὰ «Ὁδηγὸ [Fuehrer] τοῦ Γερμανικοῦ Λαοῦ» σεβασμὸ ποὺ ἔφθανε στὰ ὅρια τοῦ θαυμασμοῦ. Oἱ σχετικὲς ἐγγραφὲς στὸ Ἡμερολόγιό του, ποὺ ἐξεδόθη λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ τέλος τοῦ περασμένου αἰῶνος (Prelude to Leadership. The European Diary of John F. Kennedy. Summer 1945, Οὐάσιγκτων: Regnery Publishing Inc., 1995), εἶναι χαρακτηριστικές. Σὲ βιβλίο του ἄλλωστε, τὸ ὁποῖο μετεφράσθη καὶ ἐξεδόθη καὶ στὴν δική μας γλῶσσα (Σκιαγραφία τῶν Γενναίων. Μετάφρασις Βασ. Λ. Καζαντζῆ, Ἀθήνα: «Ἐκδόσεις Γαλαξία», 1967) μὲ πολὺ κουράγιο διεκήρυξε ὅτι ἡ διαβόητος «Δίκη τῆς Νυρεμβέργης» νομικῶς συνιστοῦσε ἔγκλημα. Γράφοντας καὶ λέγοντας αὐτὰ βέβαια, ἄνοιξε τὸν δρόμο πρὸς τὴν δική του θανάτωση∙ καὶ ὅποιος ἀκόμη πιστεύει πὼς «τὸν ἔφαγε ἡ Μαφία» καὶ ἄλλα τέτοια γραφικά, buona notte (= καληνύχτα [καὶ ὄνειρα γλυκά]), ὅπως λὲν προσφυέστατα καὶ οἱ Ἰταλοὶ σὲ περιπτώσεις ἀνάλογες.

Καὶ πάλι: Τέλος πάντων! Ὁ Χίτλερ ὀρθῶς ἐνετόπισε μία ἀπὸ τὶς μεγάλες αἰτίες τῆς μετὰ τὸν Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο δυσπραγίας τοῦ Γερμανικοῦ Λαοῦ στὴν ὅλη δραστηριότητα τῶν Ἰουδαίων. Αὐτὸ ἔπρεπε νὰ τὸ δηλώσῃ στὴν μᾶζα τῶν ἀκροατῶν του. Βάσει τῆς ἀρχῆς ὅμως τὴν ὁποία ὁ ἴδιος διετύπωσε (σὲ ἁπλοποιημένη ἐκδοχή: ὅσο μεγαλύτερο εἶναι τὸ πλῆθος τῶν ἀκροατῶν, τόσο περισσότερο «βλακώδης» πρέπει νὰ εἶναι ὁ λόγος τοῦ ὁμιλητοῦ) κατεπάτησε τὴν ἐγγενῆ τάση του νὰ ἀποφεύγῃ τὶς ἀνοησίες καὶ περιέκλεισε τὴν ἀλήθεια αὐτὴν σὲ κέλυφος ψεύδους, ὥστε νὰ γίνῃ ἀποδεκτή.

Τί, συγκεκριμένα, ἔκανε; Τὸ ἑξῆς:
Δηλώνοντας ὅτι δὲν ἐσκόπευε νὰ ἐξελιχθῇ σὲ θρησκευτικὸ μεταῤῥυθμιστή, ἀντὶ νὰ ἐξηγήσῃ ὅτι τὸ πρόβλημα ποὺ οἱ Ἰουδαῖοι ἀποτελοῦν γιὰ τὴν ἀνθρωπότητα ἔγκειται ἀκριβῶς στὸ θρήσκευμά τους, λόγῳ τοῦ ὁποίου αὐτοθεωροῦντο «ἰσόθεοι», «φίλοι τοῦ Θεοῦ», «υἱοὶ Θεοῦ» (κατὰ τὴν μετριοπαθεστέρα ἐκδοχή), ξεφούρνισε τὴν ὅλη ἰδέα τῆς φυλετικῆς ὑπεροχῆς τῶν «Ἀρίων» καὶ ἰδίως τῶν Γερμανῶν καθὼς καὶ τὴν συνακόλουθο κατωτερότητα τῶν σημιτικῶν λαῶν – κυρίως τῆς «ἰουδαϊκῆς φυλῆς». Καὶ αὐτά, ἐνῶ ἀνεγνώριζε, σὲ κατ’ἰδίαν συζητήσεις μὲ στενούς του συνεργάτες, ὅτι «ἰουδαϊκὴ φυλὴ» δὲν ὑπάρχει! (Καὶ πῶς νὰ ὑπάρχῃ δηλαδή, μὲ τοὺς τουρανικῆς καταγωγῆς Ἀσκεναζίμ, τοὺς μαύρους Φαλάσα, τοὺς Κινεζοϊουδαίους κ.τ.λ.;)

Μὲ ἄλλα λόγια, ἀπέφυγε συστηματικῶς νὰ θίξῃ θρησκευτικὰ θέματα, πρὸ κειμένου νὰ «ἑνώσῃ τὸν Γερμανικὸ Λαό». Καὶ τοῦτο, διότι, ἐὰν ἐξηγοῦσε τί ἀκριβῶς συμβαίνει μὲ τοὺς Ἰουδαίους, ἡ μπάλα θὰ ἔπαιρνε τελικῶς καὶ τὶς ποικιλώνυμες χριστιανικὲς Ἐκκλησίες. Πῶς ὅμως θὰ τὸ ἔκανε αὐτὸ στὴν Γερμανία, χώρα ποὺ εἶχε στὸ παρελθὸν ῥημαχθῆ ἐξ αἰτίας τῶν θρησκευτικοῦ χαρακτῆτος πολέμων καὶ στὴν ὁποία, μάλιστα, τελικῶς ἐπεκράτησε τὸ ἔθος τὰ Χριστούγεννα νὰ ἑορτάζονται μὲ τρόπο αὐτόχρημα γοητευτικό; («Ὤ ἔλατο, ὤ ἔλατο» κ.τ.λ.)
Ἔτσι, ἐμπεδώνοντας στοὺς Γερμανοὺς τὴν ἐντύπωση πὼς ἀποτελοῦν «Λαὸ Κυρίων» (Herrenvolk), οἱονεὶ κορωνίδα τῶν Ἀρίων, ποὺ ἐπειδὴ εἶναι καὶ οἱ «μόνοι δημιουργοὶ πολιτισμοῦ» ἔχουν συνακολούθως τὸ δικαίωμα νὰ ἄρχουν σὲ διαχρονικῶς παγκόσμιο κλίμακα, ἕνωσε μὲν τὸν «λαό του», ἀλλὰ καὶ συνένωσε ὅλους τοὺς ἄλλους λαοὺς ἐναντίον τῶν Γερμανῶν… μὲ ἀποτέλεσμα νὰ χάσῃ τὸν πόλεμο. Καὶ σήμερα, ὅποιος στρέφεται (πραγματικῶς ἢ ὑποθετικῶς) κατὰ τῶν Ἰουδαίων θεωρεῖται «ἀντισημίτης», ἐνῶ οἱ μόνοι στὶς ἡμέρες μας Σημίτες εἶναι οἱ Ἄραβες∙ καὶ παράλληλα, ὁ ὅρος «φασίστας» ἔχει πάψη πιὰ στὰ στόματα τῆς ἀνθρωπομάζας νὰ εἶναι -γραμματικῶς- οὐσιαστικό: Ἔχει, πράγματι, μεταβληθῆ σὲ ἐπίθετο σημασίας ὁλόκληρωτικῶς ἀπαξιωτικῆς, ἐνῶ ἕνας ἀπὸ τοὺς πρώτους πολιτικοὺς φορεῖς ποὺ προέβαλε τὸ σύμβολο τοῦ Φασισμοῦ ὑπῆρξε ἀκριβῶς ἡ δική μας Φιλικὴ Ἑταιρεία.

* * *

Ποῦ καταλήγουμε; Καὶ -ὅπως θὰ ἔλεγαν καὶ οἱ Ἀρχαῖοι μας: Τί δέον γενέσθαι;
Στὰ ἑξῆς:

  • Α. Βάσει τῆς ἀρχῆς τοῦ Ἀδόλφου Χίτλερ («πρέπει κάποιος νὰ ἐναρμονίζῃ τὸν λόγο του μὲ τὸν κατώτερο…» κ.τ.λ.), ὅσο μεγαλύτερο εἶναι τὸ πλῆθος ποὺ ἀναλαμβάνει -ἤ, ἔστω, ἔχει τὴν ἐντύπωση πὼς ἀναλαμβάνει- τὴν λήψη ἀποφάσεων, τόσο περισσότερο οἱ ἀποφάσεις ποὺ συνακολούθως λαμβάνονται διέπονται ἀπὸ ἀνοησία. Αὐτὸ ἀποτελεῖ διαπίστωση πολὺ παλαιά: «Στὶς συνελεύσεις τῶν [Ἀρχαίων] Ἑλλήνων, μιλοῦν οἱ σοφοί, ἀλλὰ ἀποφασίζουνε οἱ παλαβοί», ὅπως εἶχε διαπιστώση (σὲ νεοελληνικὴ μετάφραση ἐλευθέρα) καὶ ὁ Σκύθης Ἀνάχαρσις.
  • Β. Κατὰ συνέπεια, πρὸ κειμένου νὰ ἀποφευχθῇ ἤ, ἔστω, νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἐγγενὴς τοῦ ὅλου συστήματος καταστροφή, ἀτύπως καὶ λανθανόντως (= στα κρυφὰ) ἐφαρμόζεται ἄλλη ἀρχή, ὅτι δηλαδή, σὲ γενικὲς γραμμές: – Ὅσο περισσότεροι ψηφίζουν, τόσο λιγότεροι ἀποφασίζουν.
    Ὁ Περικλῆς τῶν ἀρχαίωνς Ἀθηνῶν συνιστᾶ παράδειγμα χαρακτηριστικό: οἱ πάντες (γιὰ τὰ δεδομένα τῆς ἐποχῆς) εἶχαν ἄποψη καὶ ἐψήφιζαν, ἀλλὰ μόνο αὐτὸς ἔπαιρνε τὶς ἀποφάσεις∙ καὶ ἡ κυριαρχία του αὐτὴ ἐπάνω στὸ πλῆθος ἤταν τόσο συντριπτική, ὥστε τελικῶς αὐτὸς νὰ προκαλέσῃ (σύμφωνα μὲ ὡρισμένες ἐνδείξεις τοὐλάχιστον) τὸν Πελοποννησιακὸ πόλεμο ποὺ ἐρήμαξε τὴν τότε Ἑλλάδα.
    Ἄλλο παράδειγμα; Ὁ Στάλιν! Τὸ σοβιετικὸ σύνταγμα τοῦ 1936, ποὺ ὁ ἴδιος ἐνέπνευσε, ὑπῆρξε τὸ περισσότερο φιλελεύθερο στὴν Ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητος. Ὑπῆρξε, πράγματι, τὸ μόνο στὸ πλαίσιο τοῦ ὁποίου ἐθεσπίσθη ἡ δυνατότης τῶν ἐκλογέων νὰ ἀνακαλοῦν τὸν βουλευτὴ ὁ ὁποῖος δὲν τοὺς ἱκανοποιοῦσε (= δὲν τηροῦσε τὶς προγραμματικές του δηλώσεις). Καὶ μάλιστα, τὸ σύνταγμα αὐτὸ ἐφηρμόσθη πλήρως… καὶ κατὰ γράμμα καὶ κατὰ πνεῦμα… γιὰ νὰ ἐπιφέρῃ ὅμως τελικῶς τὴν παγίωση τοῦ συμπαγεστέρου ὁλοκληρωτικοῦ πολιτικοῦ συστήματος. Ὅθεν, νά ποὺ προκύπτῃ καὶ ἄλλη ἀρχή, ἡ ἑξῆς: – Κατὰ κανόνα, ἡ δημοκρατία καταλήγει σὲ ὁλοκληρωτισμό…
    … ὅ,τι δηλαδὴ γνωρίζουμε σήμερα ὡς : politically correct.
    Καὶ ἐτοῦτο, διότι τὰ αὐταρχικὰ συστήματα (τῆς Δεξιᾶς) κατὰ κανόνα σοῦ ὑπαγορεύουν τί νὰ μὴ κάνῃς. Ἀντίθετα, τὰ ὁλοκληρωτικὰ συστήματα (τὰ δημοκρατικὰ, κομμουνιστικὰ κ.λπ.) σοῦ ὑπαγορεύουν ὄχι μόνο τί νὰ κάνῃς καὶ πῶς νὰ τὸ κάνῃς, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ τί καὶ πῶς νὰ σκέπτεσαι.
  • Γ. Ἔτσι ἐξηγεῖται καὶ ἡ διαχρονικῶς σταθερὰ ἀποτυχία τῆς πολιτικῆς: Ἐφ’ὅσον ἡ λαϊκὴ μᾶζα εἴτε παθητικῶς ἢ ἐνεργητικῶς ἔχει τὴν δυνατότητα νὰ κρίνῃ/ἐλέγχῃ ὅποιον προσπαθεῖ νὰ πάρῃ τὴν ἐξουσία καὶ νὰ κρατηθῇ σὲ αὐτήν, κατ’ ἀνάγκην αὐτὸς ὁ τελευταῖος πρέπει νὰ τὴν ἐξαπατᾷ, νὰ τὴν «παραμυθιάζῃ», δηλαδὴ νὰ τῆς λέῃ σαχλαμάρες καὶ ἀρλοῦμπες οἱ ὁποῖες, ἐξυπακούεται, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθοῦν. Ὁπότε ὁ «λαὸς» αἰσθάνεται «γελασμένος», «ἀπατημένος» κ.ο.κ., μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἐπιτέλλουν νέοι παραμυθάδες τοῦ τύπου «προσκυνῶ τὰ πάθη σου, Λαέ μου» καὶ τὰ παρεμφερῆ. Εἰδικῶς σήμερα, ὁπότε βιώνουμε τὴν «ἐξέγερση τῶν μαζῶν», ἡ κατάστασις αὐτὴ συνιστᾶ κανόνα. Καὶ πῶς νὰ μὴ συνιστᾷ κανόνα ἄλλωστε, ἐφ’ὅσον ἡ θεμελιώδης ἰδεολογικὴ κρηπίδα τοῦ συγχρόνου κόσμου μας ἀποτελεῖ αὐταπόδεικτο ἀπάτη. Μέσῳ, πράγματι, τῆς «Διακηρύξεως τῆς Ἀνεξαρτησίας» (1776), μὲ τὴν ὁποία ἄρχισε ἡ Ἀμερικανικὴ Ἐπανάστασις, πανηγυρικῶς ἀνεγνωρίσθη πὼς «ὅλοι οἱ ἄνθρωποι γεννιοῦνται ἴσοι». Καὶ ὅμως… οἱ «Πατέρες τοῦ Ἀμερικανικοῦ Ἔθνους» ποὺ πασιχαρεῖς ἔκαναν τὴν δήλωση αὐτήν, τὴν ἐμφανῶς ἐπηρεασμένη ἀπὸ τὰ ξωπροίκια τοῦ γαλλικοῦ Διαφωτισμοῦ, τὴν στιγμὴ ἀκριβῶς ποὺ ἀνεκήρυσσαν τὴν ἰσότητα ὅλων τῶν ἀνθρώπων, εἴχαν –κυριολεκτικῶς!- σταυλισμένους δεκάδες καὶ ἑκατοντάδες μαύρους δούλους στὰ -κατὰ κανόνα- ἀπέραντα κτήματά τους.
  • Δ. Ἡ «ἰσότης τῶν ἀνθρώπων» λοιπὸν ἀποτελεῖ παραμύθιασμα ἐξώφθαλμο: Οἱ ἄνθρωποι οὔτε γεννιοῦνται οὔτε, στὴν πραγματικότητα, γίνονται ἴσοι ὁ ἕνας μὲ τὸν ἄλλον, δεδομένου ὅτι ὁ κάθε ἕνας μας ἔχει ἰδιότητες, δηλαδὴ ἐλαττώματα καὶ προτερήματα, διαφορετικὰ ἀπὸ τοὺς ὁμοίους μας. Ὁπότε ἰδοὺ ποὺ προκύπτει τὸ κορυφαῖο ἐρώτημα: Πῶς εἶναι δυνατὸν νά ἐπιτευχθῇ ἡ σωστή «ἱεράρχησις» τῶν ἀνθρώπων; Καὶ τὸ ἐρώτημα αὐτὸ παραμένει κορυφαῖο, ἐπειδὴ ἡ λύσις ποὺ ἔχει ἕως τώρα δοθῆ εἶναι ἡ οἱονεὶ πρόχειρος, ἡ εὔκολος… δηλαδὴ ἡ ἐμφανῶς ἀπατηλή: Μέχρι σήμερα, οἱ ἄνθρωποι ἱεραρχῶνται βάσει καταγωγῆς. Ὁ υἱός, μὲ ἄλλα λόγια, μιᾶς ἱκανῆς προσωπικότητος θεωρεῖται αὐτόχρημα ἱκανὸς νὰ διαδεχθῇ τὸν πατέρα του. Στὴν ἀρχὴ αὐτὴ βασίζετο τὸ καθεστὼς τῆς μεσαιωνικῆς φεουδαρχίας καί, στὶς ἡμέρες μας, γενικῶς τὸ πολίτευμα τῆς βασιλείας καὶ εἰδικῶς ἡ κοινωνικὴ διάρθρωσις τοῦ «Ἡνωμένου Βασιλείου τῆς Μεγάλης Βρεταννίας καὶ Βορείου Ἰρλανδίας», τῆς Ἀγγλίας ποὺ ἔλεγαν παλαιότερα, ἡ ὁποία διάρθρωσις σαφέστατα παραμένει μεσαιωνική. Ἀλλά, ὅπως τονίζεται ἀκόμη καὶ στὸν δικό μας τόπο: «Ἀπὸ ῥόδο βγαίνει ἀγκάθι κι ἀπὸ ἀγκάθι βγαίνει ῥόδο». Καὶ πράγματι… ὁ βαθμιαῖος (τοὐλάχιστον!) ἐκφυλισμὸς τῶν κοινωνικῶς καὶ οἰκονομικῶς ἰσχυρῶν οἰκογενειῶν συνιστᾶ κανόνα ποὺ διέπει τὴν Ἱστορία. Κατὰ συνέπεια, τὸ ἐρώτημα παραμένει: Τί δέον γενέσθαι; 
  • Ε. Ἐδῶ λυπᾶμαι, λυπᾶμαι πολύ, ἀλλὰ ἀναγκαστικῶς θὰ στενοχωρήσω τοὺς ἑδραίων δημοκρατικῶν πεποιθήσεων ἀναγνῶστες μου. Λύση στὸ πρόβλημα τῆς ὀρθῆς «κοινωνικῆς ἱεραρχήσεως» τῶν ἀνθρώπων ἔδωσε ὁ Ἰταλικὸς Φασισμός. (Κάτι ἀνάλογο ἐπεχειρήθη καὶ στὸ Γ΄ Ῥάιχ τοῦ Ἀδόλφου Χίτλερ, ἀλλὰ δὲν ὁλοκληρώθηκε.) Καὶ ἡ λύσις αὐτή, ἡ μοναδική, ἡ μία καὶ μόνη, εἶναι Ἡ Ἐκπαίδευσις.

Καὶ ὅταν ἐδῶ λέμε ἐκπαίδευση, νοεῖται σύστημα στὰ πλαίσια τοῦ ὁποίου:

  • α) Δὲν γίνεται καμμία, ἀπολύτως καμμία «κοινωνικὴ διάκρισις» βασισμένη εἴτε σὲ οἰκογενειακὴ ἤ, εὐρύτερα, οἰκονομικὴ ἰσχύ∙
  • β) εἶναι δωρεάν∙
  • γ) διέπεται ἀπὸ σύστημα ἐξετάσεων ἰδιαιτέρως αὐστηρῶν∙ καὶ
  • δ) χαρακτηρίζεται ἀπὸ βαθμιαίως ὅλο καὶ ἐντονωτέρα ἔμφαση στὴν Ἀνθρωπιστικὴ Παιδεία. Στὴν -φασιστικὴ- Ἰταλία τὸ σύστημα αὐτό, ποὺ μερικῶς ἐξηκολούθησε νὰ ἐπικρατῇ γιὰ ὡρισμένα, μετὰ τὴν λήξη τοῦ Β΄ Παγκόσμιου πολέμου στὰ ἰταλικὰ σχολεῖα, τὸ ἐπεξεργάσθη καὶ τὸ ἐφήρμοσε ὁ φιλόσοφος Giovanni Gentile (1875-1944).

Καὶ τὸ γεγονὸς τῆς -τελείως ἀναιτίου- δολοφονίας του, τὸ 1944, στὴ Φλωρεντία ἀποτελεῖ ἀπόδειξη τῆς ὀρθότητος συνολικῶς τοῦ ἐν λόγῳ ἐκπαιδευτικοῦ συστήματος. Σύμφωνα, πράγματι, μὲ τὴν ἐπικρατεστέρα ἐκδοχή, ὁ δολοφόνος του προτίμησε νὰ αὐτοκτονήσῃ, παρὰ νὰ ἀποκαλύψη τοὺς ἠθικοὺς αὐτουργοὺς τῆς πράξεώς του∙ καὶ οἱ συγγενεῖς τοῦ θύματος φοβήθηκαν νὰ ἐρευνήσουν τὰ πραγματικὰ αἴτια τῆς θανατώσεως τοῦ ἀνθρώπου τους… ξεκάθαρα δηλώνοντας πὼς παραιτῶνται ἀπὸ κάθε σχετικὴ προσπάθεια.

Μὲ ἄλλα λόγια, ὁ Giovanni Gentile ἔχασε τὴν ζωή του, ἐπειδὴ προσεπάθησε νὰ δομήσῃ τὴν Ἰδεώδη Πολιτεία τοῦ Πλάτωνος. Ὁ ἀρχαῖος μας φιλόσοφος, ὡς γνωστόν, εἶχε θεωρήση ὡς Κράτος Ἰδανικὸ ἐκεῖνο στὸ ὁποῖο εἴτε οἱ φιλόσοφοι ἐξουσιάζουν εἴτε οἱ ἐξουσιαστὲς φιλοσοφοῦν. Δεδομένου ὅμως ὅτι οὐδὲ μία κοινωνία ἔχει, μέχρι τὶς ἡμέρες μας, στέρξει νὰ παραδώσῃ τὴ διακυβέρνησή της σὲ φιλοσόφους, ὁ Gentile προσεπάθησε νὰ τὴν ἐπιβάλῃ μέσω ἐκπαιδευτικοῦ συστήματος ἀντανάκλαση τοῦ ὁποίου ἔμελλε νὰ ἀποτελέσῃ ἡ κοινωνικὴ ἱεράρχησι. Ὁπότε… ἐδολοφονήθη.

Καὶ θὰ κλείσουμε τὸ δοκίμιο αὐτὸ πού, παρὰ τὶς ἐργώδεις προσπάθειές μου, δὲν εἶναι διόλου βραχύ, μὲ μία ἀναγνώριση: Στοιχεῖα τοῦ κατὰ τὸν Gentile ἐκπαιδευτικοῦ συστήματος ὑποτυπωδῶς ἀνιχνεύονται καὶ στὸ ἐκπαιδευτικὸ σύστημα ποὺ ἐπικρατοῦσε στὴν χώρα μας ἕως τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1981 – μὲ μία ὅμως κυριολεκτικῶς εἰδοποιὸ διαφορά: Δὲν ὑπῆρχε φροντίδα γιὰ ὅσους «ἀπετύγχαναν στὶς ἐξετάσεις».
Ἡ ἄτυπος ἀλλὰ συνήθης καὶ πασίγνωστος ἀπάντησις τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους σὲ ὅσους «δὲν ἐκρίνοντο ἄξιοι νὰ προχωρήσουν» καὶ κυρίως «νὰ εἰσέλθουν στὰ πανεπιστήμια», ἤταν: «Κόψτε τὸν λαιμό σας». Μὲ ἀποτέλεσμα ἑκατοντάδες καὶ χιλιάδες παιδιά, στὴν καλλιτέρα ἡλικία τους, νὰ φεύγουν στὸ ἐξωτερικό, ὅπου μακρυὰ ἀπὸ τὸ σπίτι τους ἀντιμετώπιζαν προβλήματα κάποτε καὶ θανατηφόρα.

Καὶ ταῦτα μὲν οὕτως ἐχέτω… ἂν και, ὅπως ψυχανεμίζομαι, θὰ χρειασθῆ νὰ ἐπανέλθουμε.

(Visited 418 times, 1 visits today)




2 thoughts on “Οἱ χαλύβδινοι κανόνες τοῦ πολιτικοῦ γίγνεσθαι

Leave a Reply