Εἶναι ὀξύμωρον νὰ κυττᾶμε γύρω μας καὶ νὰ διαπιστώνουμε διαρκῶς τὸ πόσο λάθος εἶναι ὅλοι κι ὅλα.
Ἡ αὐτονόητος ἐρώτησις «ἐγώ τί ἔκανα;» ἤ ἡ «ἐγώ τί δέν ἐκανα;», ποὺ κανονικὰ ἔπρεπε νὰ θέτουμε διαρκῶς στοὺς ἑαυτούς μας, γιὰ τὸ κάθε τί, οὐδέποτε ἐκφράζεται. Πάντα φταῖν οἱ ἄλλοι γιὰ ὅλα. Κι ἔτσι, λησμονῶντας πὼς ἤμασταν ψηφοφόροι τῶν μὲν ἢ τῶν δὲ(ν) σήμερα γελᾶμε καὶ θρηνοῦμε, ταὐτοχρόνως, μὲ τὰ (κάθε λογῆς) τσιπροκούλλλιιικα ἐκλογικὰ ἀποτελέσματα, μά, ἀκόμη καὶ τώρα, ἀδυνατοῦμε νὰ συνειδητοποιήσουμε τὸ κατὰ πόσον ἐμεῖς, ὡς ἄτομα, ἀποδεχόμεθα, στηρίζουμε άλλὰ καί, καταληκτικῶς, ὑπερασπιζόμεθα τὴν δημοκρατία (τους), τὶς δημοκρατικὲς ἐκλογές (τους) καὶ φυσικὰ τὶς ὁποιεσδήποτε ἀπόψεις μας, ποὺ μόνον μέσῳ τοῦ κυνοβουλευτισμοῦ τους ἐλπίζουμε νὰ ἐκφρασθοῦν.
Οὐδὲ μία ἀμφισβήτησις, οὐδὲ μία αὐτοκριτική, οὐδὲ μία ἐναλλακτική.
Συνέχεια →