Σήμερα δὲν ἤθελα νὰ γράψω. Δὲν εἶχα διάθεσι. Οὔτε κέφι. Αἰσθανόμουν μία κόπωσι, μίαν ζαλάδα, μίαν βαθειὰ κούρασι… Χρειαζόμουν ὕπνο. Πολὺ ὕπνο. Ἀλλὰ ὁ ὕπνος δὲν ἐρχόταν.
Δὲν ἤξερα τί μοῦ συμβαίνει. Τὸ μόνο ποὺ ἄκουγα, σὰν μία φωνούλα ἀπὸ μακρυά, ἦταν νὰ ξεπεράσω τὴν ἀρνησι καὶ νὰ γράψω γιὰ τὴν ἄρνησι.
Πρὸ ὁλίγου διάβασα τὸ μήνυμα μίας φίλης: «νὰ γράψῃς», ἔλεγε… Ἀλλὰ καὶ πάλι δὲν εἶχα τὴν ὄρεξι….
Σιγὰ σιγὰ, ἔπιασα τὸν ἑαυτό μου καὶ ἄρχισα νὰ τὸν τραβῶ νὰ σηκωθῇ. Νὰ τὸν ἐρωτῶ τί τοῦ συμβαίνει. Γιατί σήμερα εἰδικῶς εἶναι ἔτσι;





