
Σήμερα, εἰδικὸ ἀφιέρωμα, σὲ ἕναν μεγάλο ἀδικημένο, συκοφαντημένο καὶ βασανισμένο Ἥρωα τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως. Ἕναν ἄνθρωπο θῦμα τῶν σαπροφύτων τοῦ πλανήτου: τῶν γνωστῶν μας τοκογλύφων.
Ἕναν ἀγωνιστὴ ποὺ μόνο του μέλημα ἦταν ἡ δική μας αὐτονομία, ἀλλὰ ποὺ γιὰ νὰ ἐξυπηρετηθοῦν καὶ νὰ ἐξυπηρετήσουν τὰ γνωστὰ τότε καθάρματα τῆς ἐποχῆς (κωλέττηδες, μαυροκορδᾶτοι, ζαΐμηδες, κουντουριώτηδες, νᾶκοι, γκοῦρες, μακρυγιάννηδες, ἀλλὰ καὶ στρατιὲς ξελιγωμένων), ἐπισήμως καὶ μὲ τὴν βούλα ἐξουσιοδοτημένοι ἀντιπρόσωποι τῶν τραπεζικῶν συμφερόντων στὴν χώρα μας, ὄχι μόνον τὸν ἐσυκοφάντησαν, τὸν κατεδίωξαν καὶ τὸν ἐδολοφόνησαν, ἀλλά, ἐπὶ πλέον, ἀλλοίωσαν κάθε ἱστορικὴ μαρτυρία, πρὸ κειμένου νὰ μὴν γίνῃ γνωστὸ τὸ ἔγκλημά τους.
Μόλις καὶ μετὰ βίας, ὁ τότε φύλαξ τοῦ Ὀδυσσέως Ἀνδρούτσου, Κωνσταντῖνος Καλαντζῆς, ἐξομολογήθη σὲ στενὸ κύκλο συναδέλφων του, τὰ φρικτὰ βασανιστήρια τοῦ Ἀνδρούτσου, στὰ ὁποία ἦταν αὐτόπτης μάρτυς, τὴν νύκτα τῆς δολοφονίας του. (Ἐφημερὶς «Καιροί», Δεκέμβριος 1898).
Αὐτὴν τὴν μαρτυρία σᾶς παραθέτω σήμερα:
Συνέχεια →