Ἄν καὶ διάβασα τὶς ἐπιστολὲς καὶ τὶς διαμαρτυρίες τῶν εἰσαγγελέων, πρὸ μερικῶν ἑβδομάδων, ἀπεφάσισα νὰ μὴ τὶς δημοσιεύσω, διότι κατὰ βάθος πιστεύω πὼς τὰ κίνητρά τους ἦταν κυρίως οἰκονομικά. Καὶ μάλιστα οἰκονομικὰ ποὺ ἀφοροῦσαν μόνον στὸν κλάδο τους καὶ στὶς περικοπὲς ποὺ ἦταν νὰ ἐφαρμοσθοῦν εἰς βάρος των.
Γενικῶς δὲν εἶδα εἰσαγγελέα νὰ κουνιέται οὔτε γιὰ τὰ μνημόνια, οὔτε γιὰ τοὺς ΛΑΘΡΟνόμους τους, οὔτε κἄν γιὰ τὴν ἐγκληματικότητα ποὺ λιανίζει τὴν Ἑλληνικὴ κοινωνία.
Μόλις ὅμως ἔπιασαν νὰ τοὺς κόψουν τοὺς παράδες, λαλίστατοι.
Γιατί λοιπόν νά ἀσχοληθῶ μέ τέτοιους τύπους;
Παρ’ ὅλα αὐτὰ θεωρῶ πὼς ὁ καθεὶς ἔχει δικαίωμα στὴν ἔκφρασιν. Συμφωνῶ ἤ διαφωνῶ μὲ αὐτήν, τὴν σέβομαι.
Συνέχεια
Τὴν περίπτωσιν Τσίγκοφ δὲν τὴν ἐγνώριζα διότι δὲν τυγχάνω ποδοσφαιρόφιλος. Ἀλλὰ τὴν κατ’ ἐπιλογὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων τὴν γνωρίζω. Καθῶς ἐπίσης τὴν γνωρίζουν κι ὅλοι οἱ Ἕλληνες.

