«…Οἱ πρῶτες ἁψιμαχίες ἄρχισαν στὶς 4 Ἀπριλίου, πρὶν διακοποῦν οἱ διπλωματικὲς σχέσεις Ἑλλάδος-Τουρκίας, στὴν Καλλιπεύκη (Νεζερὸ) τοῦ Τυρνάβου. Τὴν ἑπομένη τὸ ἑλληνικὸ πεζικὸ κατέλαβε δύο τουρκικοὺς μεθοριακοὺς σταθμοὺς καὶ ἀπέκρουσε δύο τουρκικὲς ἀντεπιθέσεις. Στὶς 6 Ἀπριλίου στὸν τομέα τῆς Μελούνας 4 ἑλληνικοὶ λόχοι εδέχθησαν τὴν ἐπίθεση 13 τουρκικῶν ταγμάτων. Οἱ ὑπέρτερες δυνάμεις καὶ ἡ κακὴ θέσις τοῦ πυροβολικοῦ ἀνάγκασαν τὶς ἑλληνικὲς δυνάμεις νὰ ὑποχωρήσουν. Ἡ κακὴ ἀντίληψις τῆς καταστάσεως, ἡ ἀσυνεννοησία μεταξὺ τῶν τμημάτων, καὶ τὸ κακὸ ἠθικὸ τῶν ἀγωνιζομένων τμημάτων ποὺ εἶχαν νὰ ἐφοδιασθοῦν μὲ τροφὴ καὶ νερὸ 24 ὧρες, μετέτρεψαν τὴν ὑποχώρηση σὲ ἄτακτη φυγή. Πολύτιμο ἔδαφος ἐγκατελείφθη χωρὶς οὐσιαστικὸ λόγο. Διορθωτικὲς κινήσεις ποὺ προσπάθησε νὰ κάνει ὁ Κωνσταντῖνος ὄχι μόνο δὲν εἶχαν κανένα ἀποτέλεσμα, ἀλλὰ καὶ ἐπέτειναν τὴν σύγχυση. Οἱ Συνταγματάρχες Νικόλαος Μακρῆς καὶ Χρῆστος Μαστραπᾶς, διοικητὲς τῆς 1ης Μεραρχίας καὶ τῆς 2ας Ταξιαρχίας ἀντίστοιχα, ἔκριναν ὅτι ἡ κατάστασις τῶν μονάδων τους ἦταν τέτοια ποὺ δὲν τοὺς ἐπέτρεπε νὰ προβάλουν ἐκεῖ ἀντίσταση. Ὁ Κωνσταντῖνος χωρὶς νὰ γνωρίζῃ τὴν κατάσταση καὶ χωρὶς νὰ στείλῃ ἀξιωματικὸ τοῦ Ἐπιτελείου γιὰ νὰ τὴν διαπιστώσῃ, ἐνέκρινε τὴν ὑποχώρηση. Ὅμως ἡ σύγχυσις ποὺ ἐπικρατοῦσε στὶς ἐπικοινωνίες μεταξὺ τοῦ Κωνσταντίνου, τοῦ Μακρῆ καὶ τοῦ Μαστραπᾶ, ἦταν κάτι τὸ ἀσύλληπτο. Ἄλλες διαταγὲς ἐδίδοντο καὶ ἄλλες ἐκτελοῦντο. Κανένας δὲ φρόντιζε νὰ ἐνημερώσῃ κανέναν γιὰ τὶς κινήσεις ποὺ ἐπρόκειτο νὰ κάνῃ, ἔκανε ἢ εἶχε κάνη.
Συνέχεια →