Ἡ δουλεία ἦταν πάντα ἕνα μέσον διαβιώσεως, συνήθως στὰ ὅρια τοῦ ὑπερμέτρου πλουτισμοῦ, γιὰ σχεδὸν ὅλων τῶν εἰδῶν τὶς κοινωνίες, ἀπὸ ἀρχαιοτάτων ἐτῶν. Κάποτε, σὲ κοινωνίες ἀπολύτως βαρβαρικές, ὁ δοῦλος ἦταν ἀντικείμενον.
Σὲ ἄλλες πάλι, περισσότερο ἐκπολιτισμένες, ὁ δοῦλος ἦταν ἀνθρώπινον ὄν, ἀλλὰ δίχως πολιτικὴ ἐλευθερία. Μὲ δικαιώματα μέν, ἀλλὰ δίχως πολιτικὸ λόγο. Πρὸς τοῦτο στὴν Ἀθήνα τῶν κλασσικῶν χρόνων συναντᾶμε κοινωνίες ποὺ προστατεύεται ὁ δοῦλος, ἀλλὰ μὲ ὅριο τὴν ἀναγνώρισι τῆς δουλείας του. Νὰ μὴν βιάζεται δῆλα δή, ἀλλὰ νὰ παραμένῃ ἐντὸς τῆς κοινωνίας δουλεύοντας.
Ὅταν μὲ τὸ καλὸ ξεπεράσαμε τὰ χρονικὰ ὅρια τοῦ μεσαίωνος καὶ περάσαμε στὴν ἀναγνώρισι τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων, τότε ἡ δουλεία ἄλλαξε ὄνομα καὶ οἱ δοῦλοι ἀνεβαθμίσθησαν σὲ …δουλευτές!!!
Δῆλα δή, καταχρηστικῶς, ἐργαζομένους. Διότι σήμερα δὲν πηγαίνουμε στὴν ἐργασία μας ἀλλὰ στὴν δουλειά μας. Ἄρα ἐξακολουθοῦμε νὰ παραμένουμε δοῦλοι, δίχως φυσικὰ νὰ ἔχῃ ἀλλάξῃ κάτι ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῶν δούλων τῆς Ῥώμης.
Συνέχεια →