Γάττα

Ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς ἡμέρας τῶν ζῴων…

Γάττα: ἐκ τοῦ ῥήματος ἅπτω (προσάπτω, ἐγγίζω, ἁρπάζω) ἐπειδὴ ἅπτει (ἁρπάζει… Ὅταν δὲν κοιμᾶται κι ὅταν δὲν εἶναι παραταϊσμένη), τὸ θῦμα της!

Ἅπτα, ἡ δασεία γίνεται «γ» καὶ γάπτα –> γάττα!!!
(Μὲ δύο ταῦ, ὅπως ἔγραδαν ὀρθότερα οἱ παλαιοί!!!)

(Visited 177 times, 1 visits today)




Leave a Reply