Τὸ ἴδιο προσφιλῆ εἶναι καὶ ὅλα ἐκεῖνα τὰ «καλλιτεχνικά» ἔργα ποὺ ἐμφανίζουν τὸν ἄνθρωπο ὡς κάτι τελειωμένο, πεθαμένο, ξεψυχισμένο, φυλακισμένο, κομματιασμένο, ποδοπατημένο, ἐλεγχόμενον κι ἐξηρτημένο. Κι ὄλα αὐτὰ δὲν εἶναι ἄσχετα μεταξύ τους. Οὔτε φυσικὰ ἔτυχαν. Ἁπλῶς κι αὐτὰ ἐπέτυχαν.
Καί, βεβαίως βεβαίως, σαφὼς καὶ δὲν ἀπεφάσισαν ἔτσι ξαφνικά, εἰδικῶς ἐδῶ, νὰ μᾶς φορτώσουν τὶς ἀσκήμιες τῶν συμβόλων τους, ἰσχυριζόμενοι πὼς πρόκειται γιὰ …εἰκαστικὲς παρεμβάσεις.
(Εἰκαστικὲς παρεμβάσεις ὑποκειμενικῆς καθαρᾶ αἰσθητικῆς, δὲν ἀποδίδουν στό, ἀντικειμενικῶς καὶ καθολικῶς ἀποδεκτὸ ὡς αἰσθητικὰ ὡραῖο, ἕνα ἐλάχιστον λιθαράκι. Ἀντιθέτως ἀποδομοῦν τὴν αἰσθητική, τὴν προσβάλλουν, ἐνᾦ προβάλλοντας κάτι καθαρὰ ὑποκειμενικῆς αἰσθητικῆς, προκαλοῦν τὸ δημόσιον αἴσθημα, παγιώνοντας ἐπὶ πλέον καὶ συνθῆκες δημιουργίας αἰσθήματος φόβου στοὺς πολλούς, ποὺ προέρχονται ἐκ τῶν ὅσων παρουσιάζονται ὡς «ἔργα τέχνης». Ὅλος αὐτὸς ὁ μηχανισμὸς τῆς φρίκης, τελικῶς καὶ κρίνοντας μόνον ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος, περισσότερο ἔχει νὰ κάνῃ μὲ τὴν ἐπιβολὴ συγκεκριμένων συμβόλων, διακριτικὰ καὶ σιωπηλά, παρὰ μὲ τὴν ἰδίαν τὴν αἰσθητική!) Συνέχεια →