Περὶ τοῦ γένους τῶν ὀνομάτων

Περὶ τοῦ γένους τῶν ὀνομάτωνἈπαγορεύεται ἡ ἀναδημοσίευσις τῶν κειμένων τοῦ κυρίου Μιχαὴλ Ἀλεξανδρῆ δίχως ἀναφορὰ τῆς πηγῆς, τοῦ ὀνόματός του καὶ τοῦ ἐπαγγέλματός του ὡς ἔχει!!!

Παρακαλῶ πολὺ σεβασθῆτε το…

Φιλονόη

Εἰς τὰ πρωτολαλήματα τῶν πρώτων Ἑλληνικῶν φύλων, ὡς τοιαῦτα ἐννοοῦνται οἱ πρῶτοι φθόγγοι καὶ αἱ πρῶται ἠρθρωμέναι λέξεις, ἀσφαλῶς δὲν ἐγίνετο διάκρισις γενῶν (ἀρσενικοῦ, θηλυκοῦ, οὐδετέρου), διότι ἡ γλῶσσα εὑρίσκετο εἰς νηπιακὴν ἡλικίαν. Μὲ τὴν πάροδον τοῦ χρόνου ἤρχισαν νὰ διακρίνωσι τὸν ἔμψυχον ἀπὸ τοῦ ἀψύχου κόσμου. Ὁ πρῶτος περιελάμβανε τὰ ζῷα καὶ τὰ φυτὰ καὶ ὁ δεύτερος ὅ,τι δὲν ἦταν ζῶον ἢ φυτόν. Οἱ Ἕλληνες ὅμως, ὡς κατεξοχὴν φυσιολάτρης λαός (ὅμοιός του νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει), ἐρευνῶντες τὴν μητέρα φύσιν μὲ ἀξιοζήλευτον καὶ πρωτόφαντον τρόπον κατέταξαν εἰς τὸν κόσμον τῶν ἐμψύχων καὶ πάμπολλα ἄψυχα, διότι ἐθεώρουν αὐτὰ ὡς θεούς (Ζεύς, Ἥρα) ἢ θεότητας (Ὕπνος, Ὠκεανίς).  Οὕτω ἐγεννήθησαν δύο γένη, ἀρσενικά-θηλυκὰ καὶ οὐδέτερα. Εἰς τὰ πρῶτα ὑπάγονται τὰ γεννῶντα καὶ τὰ τίκτοντα, ἤτοι ὅσα γονιμοποιοῦν, δηλ., τὰ ἀρσενικά, καὶ ὅσα γονιμοποιοῦνται, δηλ., τὰ θηλυκά.
Ἐγνώριζον ἐξ ἐμπειρίας τὸ γένος ἀλλὰ δὲν τὸ διέκρινον θέτοντες πρὸ αὐτοῦ λέξιν τινά, ὅπως εἶναι τὸ ἄρθρον.
Τὰ δεύτερα, πλὴν τῆς προηγουμένης παρατηρήσεως, οὔτε γονιμοποιοῦν οὔτε γονιμοποιοῦνται. Αὐτὰ ἦσαν τὰ δύο φυσικὰ γένη, ἔμψυχα καὶ ἄψυχα.

Ἔθεσα εἰς τὸν ἑαυτόν μου τὸ ἑξῆς ἐρώτημα: τὸ ἀρσενικὸν καὶ τὸ θηλυκὸν φυσικὸν γένος ὑπῆρχον ἐξ ἀρχῆς διακριτὰ ἢ ἦσαν ἑνιαῖα εἰς ἕν καὶ τὸ αὐτὸ ἔμψυχον ἑρμαφρόδιτον ὄν; Εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ ἐρωτήματος ὠθήθην ἀπὸ τοῦ γεγονότος ὅτι καὶ σήμερον ὑπάρχουν ἑρμαφρόδιτοι ὀργανισμοί, καὶ κυρίως ἐπηρεασμένος ἀπὸ τὸν Πλάτωνα. Ὁ φιλόσοφος εἰς τὸ Συμπόσιόν του θεωρεῖ ὅτι τὸ ἀρχικὸ γένος τῶν ἀνθρώπων ἦταν ἑρμαφρόδιτον, δηλ., εἶχεν αὐτόνομον ἀναπαραγωγικὸν σύστημα, καὶ τὸ ἐθεώρει τέλειον, διότι δὲν εἶχε τὴν ἀνάγκην ἄλλου ὁμοίου του (ψυχραιμία, φίλοι μου, μὴν ψηλαφῆτε τὴν βουβωνικήν σας χώραν, οὐδεὶς εἶναι τέλειος, οὔτε ἐκεῖνοι ἐκ τῶν Νεοελλήνων, οἱ ὁποῖοι μὲ τάς «μαλακίας τους» νομίζουν ὅτι ἀναπληρώνουν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχουν). Δεχόμενοι τὴν ὕπαρξιν ἑρμαφροδίτων ζῴων ἀσπαζόμεθα παραλλήλως τὴν θεωρίαν τοῦ Πλάτωνος καὶ τὴν ἐπεκτείνομεν εἰς πᾶν τὸ ζωικὸν καὶ τὸ φυτικὸν βασίλειον. Συνεπῶς, πάλι τὰ φυσικὰ γένη εἶναι δύο. Ἡ ἐξέλιξις τῆς γλώσσης συμπορεύεται μὲ τὰς ἐξελίξεις τῆς φύσεως καὶ τῆς κοινωνίας. Διὰ τὴν διάκρισιν τοῦ γένους τῶν ζῴων ἐπενοήθησαν ἢ διαφορετικαὶ λέξεις (ἀνήρ-γυνή, πατήρ-μήτηρ, υἱός-θυγάτηρ: αὐτὰ λέγοντα μοναδικά, unica), ἢ ἀπὸ τὸ ἀρσενικὸν μὲ ἄλλην κατάληξιν ἐδηλοῦτο τὸ θηλυκόν (ἀδελφός-ἀδελφή, λέων-λέαινα: αὐτὰ λέγονται κινητά, mobilia) ἢ μὲ τὴν πρόταξιν μιᾶς ἐκ τῶν λέξεων ἄρρην-θῆλυ εἰς τὸ ὄνομα τοῦ ζῴου (ἄρρην ἀετός-θῆλυ ἀετός: αὐτὰ λέγονται ἐπίκοινα, epicoena-promiscua) ἢ ὑπάρχει ὁ ἴδιος τύπος καὶ διὰ τὰ δύο γένη (ὁ, ἡ ἄνθρωπος, ὁ, ἡ σύζυγος: αὐτὰ λέγονται κοινά: communia).

Πρὸ τοῦ Ὁμήρου κατέστη ἀνάγκη νὰ δηλωθῇ κυρίως τὸ θηλυκὸν τῶν ἐπιθέτων καί, ὅπως παρατηροῦμεν εἰς τὰ ὁμηρικὰ ἔπη, τὰ ἐπίθετα ἐμφανίζονται καὶ εἰς τὸ θηλυκὸν γένος. Εἰς τὸν Ὅμηρον ὅμως ἤδη ἀπαντοῦν καὶ εἰς τὰ τρία γένη ἡ δεικτικὴ ἀντωνυμία ὁ, ἡ(ἁ), τό (ἀργότερον κατήντησε ἄρθρον) καὶ πολλαὶ διαφορετικαὶ καταλήξεις κατὰ τὸ γένος τῶν οὐσιαστικῶν. Ἀξιοπαρατήρητος εἰς τὸν Ὅμηρον εἶναι ἡ κατάταξις πάντων τῶν φυτῶν εἰς τὸ θηλυκὸν γένος (πλὴν ἑνὸς ἢ δύο, περὶ τῶν ὁποίων ὑπάρχει ἐξήγησις), διότι ὑπῆρχε ἡ ἰδέα, ἀπορρέουσα ἐκ τῆς πραγματικότητος, ὅτι ὅλα τὰ φυτὰ γονιμοποιοῦνται.
Τὸ αὐτὸ συμβαίνει ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον καὶ μὲ τὰς ὀνομασίας πόλεων μὲ τὴν αὐτὴν ἐξήγησιν.

Μιχαὴλ Χρ. Ἀλεξανδρῆς
Φιλόλογος

(ἡ σελίδα τοῦ Μιχαῆλ ἐδῶ)

φωτογραφία

(Visited 41 times, 1 visits today)




Leave a Reply