Τί θά συμβῆ μέ τά ἐπαγγελματικά δάνεια καί τίς ἐκποιήσεις;

Τί θά συμβῆ μέ τά ἐπαγγελματικά δάνεια καί τίς ἐκποιήσεις;

Η μεγαλύτερη στην ιστορία δικαστική πλάνη. «Νομολογία Φράνκενσταϊν» για τα επιχειρηματικά δάνεια.

Δισεκατομμύρια Ευρώ παιχτήκαν τα τελευταία 5 χρόνια γύρω από το νομικό ζήτημα, αν ο «καταναλωτής είναι ο τελικός αποδέκτης του δανείου της Τράπεζας, αδιαφόρως αν αυτό προορίζεται για καταναλωτικό ή επιχειρηματικό δάνειο», ή αν «μόνον οι συμβάσεις των καταναλωτικών δανείων εμπίπτουν στις διατάξεις που προστατεύουν τον καταναλωτή», αφήνοντας δηλαδή εκτός προστασίας του νόμου όσους έχουν λάβει επαγγελματικά δάνεια. Το ζήτημα είναι σοβαρό, για τον εξής απλούστατο λόγο: Αν καταναλωτής θεωρείτο και ο επιχειρηματίας, ως τελικός αποδέκτης του δανείου της τράπεζας το οποίο χρησιμοποίησε για επαγγελματική χρήση, τότε θα μπορούσε να ζητήσει για το δάνειό του δικαστική προστασία, να προσφύγει δηλαδή κατά των άκυρων όρων τού δανείου του. Αν όχι, το δικαστήριο θα απέρριπτε την προσφυγή του.

Η πάγια θέση των τραπεζών, όταν η υπόθεση έφτανε στα δικαστήρια ήταν ότι, «οι συμβάσεις των επαγγελματικών δανείων δεν εμπίπτουν στις διατάξεις που προστατεύουν τον καταναλωτή, επειδή οι επαγγελματίες/επιχειρηματίες συναλλάσσονται για επαγγελματικούς σκοπούς και, άρα, στα πλαίσια των συναλλαγών αυτών έχουν αποκτήσει τις γνώσεις και την εμπειρία για να διαπραγματευθούν τους όρους του δανείου τους με την τράπεζα».
Δηλαδή ο μικροέμπορος που πήρε επαγγελματικό δάνειο για ένα ψιλικατζίδικο, δεν εμπίπτει στις διατάξεις που προστατεύουν τον καταναλωτή, επειδή έχει τις γνώσεις και την εμπειρία να διαπραγματευθεί τους όρους του δανείου με την τράπεζα! Με το σκεπτικό αυτό, οι τράπεζες ζητούσαν από τα δικαστήρια να απορρίψουν τις προσφυγές των δανειοληπτών. Έτσι ολόκληρο το βάρος έπεσε στην Δικαιοσύνη. Στα πολλά χρόνια που μεσολαβήσαν μέχρι το ζήτημα να κριθεί οριστικά στον Άρειο Πάγο, δημιουργήθηκε διάσταση απόψεων, τόσο στην εθνική νομολογία όσο και στην θεωρία.

Σύμφωνα με την πρώτη άποψη που είναι και η ορθή (μειοψηφία των αποφάσεων που εκδόθηκαν), τα δικαστήρια εφήρμοσαν κατά γράμμα τον νόμο περί προστασίας καταναλωτών. Στο άρθρο 1 παρ. 4 Ν 2251/1994 ορίζεται ότι, «Καταναλωτής είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο για το οποίο προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά ή το οποίο κάνει χρήση τέτοιων προϊόντων ή υπηρεσιών, εφόσον αποτελεί τον τελικό αποδέκτη τους». Τα δικαστήρια που εφήρμοσαν τον νόμο περί προστασίας καταναλωτών είπαν το αυτονόητο: «καταναλωτής είναι ο τελικός αποδέκτης του δανείου της Τράπεζας, αδιαφόρως αν αυτό προορίζεται για προσωπική ή επαγγελματική χρήση».
Άρα καταναλωτές είναι και όσοι έλαβαν δάνειο για τις επαγγελματικές τους ανάγκες. Το ίδιο και οι εγγυητές.

Σύμφωνα με την δεύτερη άποψη, που συνιστά πρωτοφανή στα δικαστικά χρονικά πλάνη των δικαστηρίων και αποτελεί την πλειοψηφία των αποφάσεων που εκδόθηκαν, αν και το άρθρο 1 παρ. 4 του νόμου 2251/1994 περί προστασίας καταναλωτών είναι απολύτως σαφές [«Καταναλωτής είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο για το οποίο προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά ή το οποίο κάνει χρήση τέτοιων προϊόντων ή υπηρεσιών, εφόσον αποτελεί τον τελικό αποδέκτη τους»], αντί η Δικαιοσύνη να βάλει τελεία και να προστατέψει την μικρή ελληνική επιχείρηση από τον Αρμαγεδδώνα των Μνημονίων, άνοιξε μια μεγάλη παρένθεση ως εξής: «Ωστόσο, η παραπάνω υπερβολικά ευρεία απόδοση της έννοιας του καταναλωτή, οδήγησε στην ανάγκη ερμηνείας της έννοιας αυτής…» !;;! Έτσι το προφανές, τέθηκε υπό σφοδρή νομική αμφισβήτηση!

Από το σημείο αυτό και μετά ξεκινά μια αδιανόητη «νομική συρραφή», ως αποτέλεσμα εκτεταμένης δικαστικής πλάνης, που έμελε να δημιουργήσει ένα νομολογιακό Τέρας – έναν Φράνκενσταϊν που στα χρόνια των μνημονίων περιφέρεται στις δικαστικές αίθουσες, με θύματα χιλιάδες απελπισμένους του μόχθου και της εργασίας. Για να καταλάβεις, όμως, τον τρόπο που πλανήθηκε η Δικαιοσύνη και δημιούργησε άθελά της το Τέρας αυτό, θα πρέπει να εξηγήσω επιγραμματικά την σύμβαση του Λουγκάνο, κομμάτια από τις σάρκες της οποίας ραφτήκαν επάνω στις σάρκες της εθνικής νομοθεσίας, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ο νομολογιακός αυτός Φράνκενσταϊν, τον οποίο οι τράπεζες εκμεταλλεύτηκαν θέτοντάς τον στην υπηρεσία τους.

[Τι είναι η σύμβαση του Λουγκάνο: Κατά το άρθρ. 14 της Συμβάσεως του Λουγκάνο, επί συμβάσεων καταναλωτών που κατοικούν σε άλλο κράτος από το κράτος που συνήφθη η σύμβαση, η αγωγή του καταναλωτή παραδεκτώς ασκείται και ενώπιον του Δικαστηρίου της χώρας, στην οποία κατοικεί ο ίδιος. Η σύμβαση του Λουγκάνο εφαρμόζεται σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, εξαιρουμένων των φορολογικών, τελωνιακών και διοικητικών. Αυτό σημαίνει ότι, αν είσαι Έλληνας που κατοικεί στην Ελλάδα και ταυτόχρονα είσαι πελάτης της HSBC του Λονδίνου, αν η σύμβαση που έχεις υπογράψει με την HSBC του Λονδίνου εξελιχθτεί ανώμαλα, τότε σύμφωνα με την Σύμβαση του Λουγκάνο μπορείς παραδεκτώς να ασκήσεις αγωγή (και) ενώπιον του Δικαστηρίου της χώρας στην οποία κατοικείς, δηλαδή της Ελλάδας. Απαραίτητη προϋπόθεση η οποία τίθεται από την Σύμβαση του Λουγκάνο ώστε να μπορείς να ασκήσεις αγωγή στην Ελλάδα, είναι να είσαι «καταναλωτής». «Καταναλωτής» κατά την Σύμβαση του Λουγκάνο είναι το πρόσωπο που συναλλάσσεται για μη επαγγελματικούς σκοπούς με την τράπεζα, διότι στα πλαίσια των συναλλαγών αυτών δεν έχει αποκτήσει τις γνώσεις, την εμπειρία και την διαπραγματευτική ικανότητα που έχει ένας επιχειρηματίας. Σκοπός της συμβάσεως του Λουγκάνο είναι να προστατεύει τον απλό καταναλωτή, ο όποιος αφενός αδυνατεί να ανταπεξέλθει στο υψηλό κόστος που συνεπάγεται η νομική προσφυγή σε άλλη χώρα, αφετέρου δεν έχει την εμπειρία που έχει ένας επιχειρηματίας στις συναλλαγές με τράπεζες του εξωτερικού. Άρα για να σου αποδοθεί η ιδιότητα του καταναλωτή σύμφωνα με την Σύμβαση του Λουγκάνο, δεν πρέπει να συναλλάσσεσαι με την τράπεζα για επαγγελματικούς σκοπούς (πχ επιχειρηματικά δάνεια)].

ΤΟ ΛΕΠΤΟ ΣΗΜΕΙΟ, ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ Η ΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΕΩΣ: H έννοια του καταναλωτή κατά το ελληνικό δίκαιο (διάταξη του άρθρ. 1 του Ν 2251/1994) ΕΙΝΑΙ ΔΙΑΦΟΡΗ ΚΑΙ ΕΥΡΥΤΕΡΗ αυτής των Συμβάσεων του Λουγκάνο και των Βρυξελλών. Παρέπεται από αυτά ότι, μπορεί κάποιος να ΜΗΝ ΕΧΕΙ την ιδιότητα του «καταναλωτή» κατά την σύμβαση του Λουγκάνο, ούτε κατά το Κοινοτικό Δίκαιο, ενώ ΕΧΕΙ την ιδιότητα του καταναλωτή κατά το ελληνικό δίκαιο, κατ’ άρθρ. 1 του Ν 2251/1994. Δηλαδή, ΜΠΟΡΕΙ ΚΑΠΟΙΟΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΑΣ (ΚΆΤΟΙΚΟΣ ΕΛΛΑΔΟΣ) ΠΟΥ ΘΑ ΛΑΒΕΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟ ΔΑΝΕΙΟ ΑΠΌ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΟΥ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΥ ΝΑ ΜΗΝ ΕΧΕΙ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ «ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΟΥ» ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΣΥΜΒΑΣΗ ΤΟΥ ΛΟΥΓΚΑΝΟ, ΟΥΤΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ, ΕΝΩ ΕΧΕΙ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ, ΑΝ ΕΧΕΙ ΛΑΒΕΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟ ΔΑΝΕΙΟ ΑΠΟ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ.
Αυτά, κρίθηκαν με την αρίστη απόφαση 1738/2009 του Αρείου Πάγου.

Πρόδηλα σφάλματα της Δικαιοσύνης

Παίρνοντας τα δικαστήρια κομμάτια από την Σύμβαση του Λουγκάνο, τα οποία ενσωμάτωσαν στον ελληνικό νόμο 2251/1994 περί προστασίας καταναλωτών, δημιούργησαν άθελά τους τον νομολογιακό αυτόν Φράνκενσταϊν που, στην συνέχεια, οι τράπεζες έθεσαν στην υπηρεσία τους.
Ενώ, όπως παραπάνω είδαμε, η Σύμβαση του Λουγκάνο ΔΕΝ ΕΦΑΡΜΟΖΕΤΑΙ για τα επαγγελματικά δάνεια που λαμβάνουν οι κάτοικοι Ελλάδος από τις ελληνικές τράπεζες, εντούτοις, τα ελληνικά δικαστήρια υπέπεσαν στο λάθος να «ράψουν» κομμάτια από την Σύμβαση του Λουγκάνο επάνω στην εθνική νομοθεσία. Το αποτέλεσμα της εν λόγω «συρραφής», αποτυπώθηκε στην νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων ως εξής: «οι συμβάσεις των επαγγελματικών/επιχειρηματικών δανείων ΔΕΝ εμπίπτουν στις διατάξεις που προστατεύουν τον καταναλωτή, επειδή οι επαγγελματίες συναλλάσσονται για επαγγελματικούς σκοπούς και, άρα, στα πλαίσια των συναλλαγών αυτών, έχουν αποκτήσει τις γνώσεις και την εμπειρία για να διαπραγματευτούν τους όρους του δανείου τους με την τράπεζα»…
Με το πρόδηλα εσφαλμένο αυτό σκεπτικό, τα ελληνικά δικαστήρια ταυτίστηκαν άθελά τους με την «νομική» επιχειρηματολογία των τραπεζών.
Χύθηκαν τόνοι μελανιού για να νομιμοποιηθεί το Τέρας αυτό. Ένας στρατός από εμμίσθους των τραπεζών υπαλλήλων, κυρίως πανεπιστημιακών, ανέλαβαν να νομιμοποιήσουν το νομολογιακό αυτό Τέρας. Δεν υπάρχουν πιο επικίνδυνα στοιχεία για μια κοινωνία από τους επιόρκους και τους διεφθαρμένους που φορούν κοστούμια.

Η υπόθεση έφθασε στον Άρειο Πάγο πολλές φορές. Εκδόθηκαν αρκετές αποφάσεις, αντίθετες μεταξύ τους. Το 2009 και το 2011 επικυρώθηκε από το ανώτατο Δικαστήριο η ορθή άποψη της νομολογίας των κατωτέρων δικαστηρίων («καταναλωτές είναι και οι επαγγελματίες/επιχειρηματίες»).
Ωστόσο το 2011, με άλλη απόφασή του το ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε το νομολογιακό αυτό τερατούργημα, ήτοι το προϊόν της εκ παραδρομής «συρραφής» της Συμβάσεως του Λουγκάνο επάνω στον ελληνικό νόμο 2251/1994 (περί προστασίας καταναλωτών), το αποτέλεσμα της οποίας ήταν να επικυρωθεί από τον Άρειο Πάγο το αδιανόητο: «οι επαγγελματίες ΔΕΝ είναι καταναλωτές»!
Η τελευταία αυτή απόφαση του Αρείου Πάγου δημιούργησε τεράστια προβλήματα στους δανειολήπτες, για τον λόγο ότι τα κατώτερα δικαστήρια, δεδομένης της υπάρξεως αντιθέτων αποφάσεων του Αρείου Πάγου για το ίδιο (αυτό) ζήτημα, ήταν ελεύθερα να εφαρμόσουν όποια από τις δύο έκριναν σύννομη (το Πρωτοδικείο της Αθήνας υπέπεσε σε εκτεταμένη νομική πλάνη · 9 στις 10 αποφάσεις του εκδόθηκαν με το νομολογιακό αυτό τερατούργημα, βάσει του οποίου «οι επαγγελματίες δεν είναι καταναλωτές»).
Το γεγονός αυτό, της μη έγκαιρης οριστικής επιλύσεως του ζητήματος από τον Άρειο Πάγο, επέτρεπε στην πλειοψηφία των δικαστηρίων να ερμηνεύουν εσφαλμένα τον νόμο περί προστασίας καταναλωτών. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να εκδοθούν χιλιάδες αποφάσεις που ευνόησαν τις τράπεζες, ζημιώνοντας αντίστοιχα τους δανειολήπτες.

Όταν το 2012 η υπόθεση έφθασε εκ νέου στον Άρειο Πάγο, το Α2′ Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, με την υπ’ αριθ. 1332/2012 απόφασή του είπε ότι τα νομικά ζητήματα των επαγγελματικών δανείων «είναι γενικότερου ενδιαφέροντος, γιατί αφορούν μεγάλο αριθμό δανειοληπτών και εγγυητών», υποδεικνύοντας με τον τρόπο αυτό ότι η οριστική επίλυση του ζητήματος (από το ανώτατο Δικαστήριο) ήταν περίπτωση εξαιρετικά ΕΠΕΙΓΟΥΣΑ. Τούτο είναι λογικό, καθώς η υπόθεση αφορούσε σε χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις, η πλειοψηφία των οποίων έχουν δανειοδοτηθεί με επαγγελματικά δάνεια. Συνεπώς η ταχεία επίλυση του ζητήματος από τον Άρειο Πάγο ήταν, για μικροεμπόρους και επιχειρηματίες, περίπτωση εξαιρετικά επείγουσα.

Το ζήτημα κρίθηκε οριστικά στον Άρειο Πάγο, με καθυστέρηση τριών ετών! Με την με αριθμό 13 απόφαση του Αρείου Πάγου του έτους 2015 (!), που έλαβε ευρεία δημοσιότητα πρίν από 20 ημέρες, το ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε ουσιαστικά το άρθρο 1 παρ. 4 του νόμου περί προστασίας καταναλωτών, κρίνοντας το αυτονόητο: «καταναλωτής είναι ο τελικός αποδέκτης του δανείου της Τράπεζας, αδιαφόρως αν αυτό προορίζεται για προσωπική ή επαγγελματική χρήση. Το ίδιο ισχύει και για τον εγγυητή».
Άρα καταναλωτές είναι όλοι όσοι έλαβαν δάνειο για τις επαγγελματικές τους ανάγκες. Από τον μικροέμπορο μέχρι τον μεγαλοεπιχειρηματία.
[Για την ιστορία, α) σε δικαστική πλάνη υπέπεσε έως και η πολύπειρη εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, η οποία συμμετείχε στην σύνθεση του ανωτάτου Δικαστηρίου που έκρινε την υπόθεση, και η οποία με αρνητική εισήγησή της τάχθηκε εσφαλμένα υπέρ της απόψεως ότι «οι επαγγελματίες δεν είναι καταναλωτές» και, β) η απόφαση αυτή ανοίγει ένα μεγάλο παράθυρο, που οι τράπεζες οπωσδήποτε θα εκμεταλλευτούν, αφού έκρινε ότι «δεν αποκλείεται μετά από την υποβολή σχετικής ενστάσεως από την τράπεζα, κάθε φορά που ο δανειολήπτης επικαλείται την ιδιότητα του καταναλωτή αυτό να γίνεται καταχρηστικά, όπως συμβαίνει, όταν ο δανειολήπτης διαθέτει εμπειρία, ώστε να μπορεί να διαπραγματευθεί ισότιμα τους όρους της δανειακής του σύμβασης»!!!
Πρόκειται για ατυχή διατύπωση, δεδομένου ότι ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Ο ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΑΣ ΠΟΥ ΕΠΙΚΑΛΕΙΤΑΙ ΕΝΑΝΤΙ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΟΥ, ΑΛΛΑ Η ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΑΥΤΗ ΤΟΥ ΑΠΟΔΙΔΕΤΑΙ ΕΥΘΕΩΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΝΟΜΟ (ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΩΝ) και συνεπώς, ΚΑΜΜΙΑ δικαιοδοσία δεν έχουν τα δικαστήρια να διερευνήσουν αν οι δανειολήπτες επαγγελματικών δανείων διέθεταν ή όχι εμπειρία, ώστε να μπορούν να διαπραγματευθούν ισότιμα τους όρους της δανειακής τους συμβάσεως με την τράπεζα…].

Περάσαν τρία (3) ολόκληρα χρόνια μέχρι η υπόθεση να κριθεί οριστικά και… να εφαρμοσθεί το γράμμα του άρθρου 1 παρ. 4 του νόμου περί προστασίας καταναλωτών. Το οποίο είναι απολύτως σαφές και δεν χρήζει καμμίας ερμηνείας. Πρόκειται για πρωτοφανή αμέλεια της Δικαιοσύνης.
Εντωμεταξύ, στα τρία (3) αυτά χρόνια που το αυτονόητο εκκρεμούσε στον Άρειο Πάγο (+ 3 μέχρι να φθάσει στον Άρειο Πάγο), άφθονο κύλησε στις δικαστικές αίθουσες το αίμα των δανειοληπτών. Χιλιάδες διαταγές πληρωμής εκδόθηκαν από συμβάσεις επαγγελματικών δανείων με το εσφαλμένο αυτό σκεπτικό. Πρόκειται για χιλιάδες διαταγές πληρωμής που όφειλε να ελεγθούν, πριν καν ακόμη εκδοθούν. Χιλιάδες ανακοπές, κατά παρανόμων διαταγών πληρωμής από επαγγελματικά δάνεια, απορριφθήκαν από τα δικαστήρια με το νομολογιακό αυτό τερατούργημα.

Είναι προφανές ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια πρωτοφανή (σε έκταση και ένταση) περίπτωση δικαστικής πλάνης. Ό,τι και αν συνέβη, το βέβαιο είναι ότι από τις εσφαλμένες αυτές αποφάσεις των δικαστηρίων ζημιωθήκαν χιλιάδες μικρομεσαίοι του μόχθου και της εργασίας. Πρόκειται για φτωχούς Έλληνες, εναντίον των οποίων εκδόθηκαν χιλιάδες διαταγές πληρωμής και έχασαν τις σχετικές δίκες από τον νομολογιακό αυτόν Φράνκενσταϊν, που από λάθος της η Δικαιοσύνη δημιούργησε.

[ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ: εδώ γεννάται ζήτημα ευθύνης του ελληνικού δημοσίου προς αποζημίωση από πρόδηλα σφάλματα της Δικαιοσύνης. Οι πολίτες που ζημιωθήκαν από το πρόδηλο σφάλμα της επικυρώσεως από την Δικαιοσύνη του νομολογιακού αυτού Τέρατος, δικαιούνται να στραφούν με αγωγή κατά του ελληνικού κράτους. Αυτούσιο το κείμενο στο οποίο αναλύω το νομικό σκεπτικό, που αποτελεί την βάση της αγωγής αποζημιώσεως καθώς και της σχετικής Καταγγελίας προς την European Commission, δημοσιεύω εδώ]

Η Δικαιοσύνη είναι το τελευταίο καταφύγιο των αδυνάμων. Ωστόσο στην συγκεκριμένη περίπτωση, από πρόδηλα σφάλματά της βρέθηκε απέναντι στο ελληνικό «σπίτι». Βρέθηκε απέναντι στον μικρομεσαίο, απέναντι στον επαγγελματία του μόχθου που δίνει μάχη επιβιώσεως εν μέσω πρωτοφανούς μνημονικού Αρμαγεδδώνος. Χιλιάδες ανακοπές κατά διαταγών πληρωμής από επαγγελματικά δάνεια απορρίφθηκαν, όταν η μικρομεσαία επιχειρηματικότητα στα χρόνια της κρίσεως έχει υποστεί βαρύτατο πλήγμα, καθώς μέσα σε μια επταετία, την περίοδο 2008-2014, εξαφανίστηκαν από τον επιχειρηματικό χάρτη της χώρας περίπου 229.000 μικρομεσαίες επιχειρήσεις και χάθηκαν περί τις 700.000 θέσεις εργασίας.

Οι θεσμοί στην Ελλάδα απέτυχαν. Απέτυχαν να προστατευόσουν τους φτωχούς και τους αδικημένους. Εν μέσω βίαιης φτωχοποιήσεως των Ελλήνων, αντί το ελληνικό κράτος να σταθεί αλληλέγγυο προς τους φτωχούς, επέλεξε να υπηρετήσει πιστά τις τράπεζες. Τις τράπεζες που έλαβαν 250 δισεκατομμύρια με την μορφή εγγυήσεων και δανείων του κράτους. Πρόκειται για χρήματα του ελληνικού λάου που χάθηκαν στις μετοχές του ΤΧΣ, η αξία των όποιων μηδενίστηκε. «Πρόκειται για μια απώλεια 44 δισ. δολαρίων, τα οποία έδωσαν οι Έλληνες φορολογούμενοι στα προγράμματα bailout των τραπεζών μέσα στα τελευταία τρία χρόνια!», αναφέρει χαρακτηριστικά το αμερικανικό CNBC σε εκτενές άρθρο του. Χρήματα που το ελληνικό κράτος φόρτωσε στις πλάτες των φτωχών. Χωρίς να ανοίξει μύτη. Δίχως η Δικαιοσύνη να αρθεί στο ύψος των περιστάσεων.

Στο αμέσως προσεχές διάστημα θα κριθεί δικαστικά η τύχη του ελληνικού «σπιτιού». Θα κριθεί η τύχη της πρώτης κατοικίας των Ελλήνων. Με κυβερνήσεις ανάλγητες και με θεσμούς που υποπίπτουν σε πρόδηλα σφάλματα.

(Visited 125 times, 1 visits today)




Leave a Reply